Η Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ

Επίκαιρη ανάγκη η Ριζική Συνταγματική Αλλαγή από τον Λαό [απόφαση της Ολομέλειας της 28-9-2015 της «Π»] Τον Ιανουάριο του 2012 ένας μικρός αριθμός πολιτών συγκροτήσαμε την «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» σαν ώριμη συνέχεια και μετεξέλιξη της λαϊκής αγανάκτησης που είχε ξεσπάσει το καλοκαίρι του 2011 ενάντια στο πολιτικό σύστημα... Κάντε κλικ εδώ για να την διαβάσετε
Πατώντας το παραπάνω εικονίδιο θα μπείτε σε ιστοσελίδα με όλα τα άρθρα του ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Συντάγματος. Σε κάθε άρθρο έχει ενσωματωθεί η ΠΡΟΤΑΣΗ της Πρωτοβουλίας μας. Κάτω από κάθε άρθρο γράφετε τα σχόλιά σας ή προτάσεις αλλαγής του. Ο στόχος είναι να διαμορφωθεί το προσχέδιο ενός νέου Συντάγματος. _______________
 Σχολιασμός άρθρων ισχύοντος Συντάγματος

livestream κανάλι της Πρωτοβουλίας

Τα είδη δημοψηφισμάτων και άλλα δικαιώματα, που στερούνται οι Έλληνες

Υποχρεωτικό ονομάζεται το δημοψήφισμα του οποίου η διενέργεια απαιτείται υποχρεωτικά προκειμένου να κυρωθεί μία κρατική πράξη (λ.χ η σύναψη μίας Διεθνούς Συνθήκης, ή η αλλαγή του Συντάγματος).

Υποχρεωτικό δημοψήφισμα για διεθνείς συνθήκες που παραχωρούν εθνική κυριαρχία προβλέπει το Σύνταγμα της Δανίας αλλά και το Σύνταγμα της Λετονίας.

Υποχρεωτικό δημοψήφισμα προκειμένου να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα της χώρας προβλέπεται στην Ευρώπη από τα Συντάγματα της Γαλλίας, της Δανίας, της Ελβετίας, της Ιρλανδίας, της Ισπανίας, της Λετονίας, του Λουξεμβούργου, της Πολωνίας, της Ρουμανίας, της Εσθονίας και της Λιθουανίας (για ορισμένες συνταγματικές αλλαγές), της Ιταλίας (εάν δεν συγκεντρωθεί η απαραίτητη πλειοψηφία σε Βουλή και Γερουσία) και της Αυστρίας (σε περίπτωση ολικής αναθεώρησης), ενώ, σε διεθνές επίπεδο, από τα Συντάγματα της Αυστραλίας, του Εκουαδόρ, της Νότιας Κορέας και των Φιλιππίνων. Εξάλλου, στην Ισλανδία προβλέπεται υποχρεωτικό δημοψήφισμα εάν ο Πρόεδρος θέσει βέτο σε ψηφισμένο νομοσχέδιο, ενώ στην Ρουμανία διενεργείται υποχρεωτικά δημοψήφισμα και για  την  παύση του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Δημοψήφισμα με πρωτοβουλία πολιτών καλείται το δημοψήφισμα το οποίο διενεργείται κατόπιν συλλογής υπογραφών των πολιτών προκειμένου να θεσπισθεί ή να καταργηθεί νόμος ψηφισμένος από την βουλή,  να αλλάξει το Σύνταγμα της χώρας, ή ακόμη και σε τοπικό επίπεδο Δήμου ή Περιφέρειας.

Διενέργεια τέτοιου δημοψηφίσματος για κατάργηση νόμου προβλέπεται από τα Συντάγματα της Ελβετίας με συλλογή 50.000 υπογραφών, της Ιταλίας με συλλογή 500.000 υπογραφών, της Λιθουανίας με συλλογή 300.000 υπογραφών, της Ουγγαρίας με συλλογή 200.000 υπογραφών, της Σλοβακίας με 350.000 υπογραφές, της Σλοβενίας με 40.000 υπογραφές, της Φινλανδίας με συλλογή 50.000 υπογραφών, της Κροατίας και της Λετονίας, εάν υπογράφεται από το 10% των ψηφοφόρων και, παγκοσμίως, από τα Συντάγματα της Νέας Ζηλανδίας, της Ουρουγουάης και πολλών πολιτειών των ΗΠΑ (λ.χ. Καλιφόρνια, Όρεγκον, Βόρεια Ντακότα, Ουάσιγκτον, Κολοράντο, Αριζόνα, Μοντάνα, Μίσιγκαν, Άρκανσας και Οκλαχόμα). Εξάλλου, δημοψήφισμα με πρωτοβουλία πολιτών για την αλλαγή του Συντάγματος προβλέπεται από τα Συντάγματα της Ελβετίας με συλλογή 100.000 υπογραφών, της Ιταλίας με συλλογή  500.000 υπογραφών ή της Ρουμανίας με συλλογή 500.000 υπογραφών αλλά και στα Συντάγματα κρατών εκτός Ευρώπης, όπως της Ουρουγουάης. Ιδιαίτερα διαδεδομένα παγκοσμίως είναι επίσης τα δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών σε επίπεδο Δήμου ή Περιφέρειας.

Προτάσεις νόμου με πρωτοβουλία πολιτών ονομάζονται τα νομοσχέδια που κατατίθενται στην βουλή προς συζήτηση, όχι από την κυβέρνηση ή από κάποιους βουλευτές, αλλά από τους πολίτες, με συλλογή του απαιτούμενου αριθμού υπογραφών. Τέτοια δυνατότητα προβλέπουν τα Συντάγματα της Αυστρίας, κατόπιν συλλογής 100.000 υπογραφών, της Ιταλίας, με συλλογή 50.000 υπογραφών και της Ισπανίας, με συλλογή 500.000 υπογραφών.

Με τα υποχρεωτικά δημοψηφίσματα και τα δημοψηφίσματα και τις προτάσεις νόμου με πρωτοβουλία πολιτών, παρέχεται η δυνατότητα στην κοινωνία να ασκεί άμεσα την εξουσία, να παρεμβαίνει δυναμικά και να έχει λόγο, αποτρέποντας ενδεχόμενες καταχρήσεις εξουσίας εκ μέρους των αντιπροσώπων της.

Το ελληνικό Σύνταγμα δεν προβλέπει υποχρεωτικό δημοψήφισμα για την κύρωση διεθνών συνθηκών ή την αναθεώρηση του Συντάγματος, ούτε δημοψήφισμα ή, έστω, κατάθεση πρότασης νόμου, με πρωτοβουλία πολιτών.

Οι Έλληνες πολίτες στερούνται αυτών των δικαιωμάτωνπου απολαμβάνουν οι πολίτες πλείστων κρατών παγκοσμίως και παραμένουν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής. Όσο και εάν διαδηλώνουν ουδείς τους λαμβάνει υπόψη του.

Ενόψει της επικείμενης αναθεώρησης του Συντάγματος, η εισαγωγή τέτοιων θεσμών θα παρείχε εγγυήσεις ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται προς όφελος των πολλών και όχι κάποιων  ολίγων. Ωστόσο, μέχρι στιγμής, τα πολιτικά κόμματα της βουλής που κρατούν πεισματικά για τον εαυτό τους την αποκλειστική αρμοδιότητα αναθεώρησης του Συντάγματος, είτε αρνούνται με θράσος να αναγνωρίσουν στους πολίτες αυτά τα δικαιώματα (ΝΔ, ΚΙΝΑΛ, ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ, ΠΟΤΑΜΙ, ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ) είτε προτείνουν την καθιέρωσή τους με τέτοιες προϋποθέσεις, ώστε η καθιέρωση καθίσταται σχεδόν αδύνατη και προσχηματική (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ).                                                                profile imageΧρήστος Λυντέρης-Δικηγορος-διδάκτωρ νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Πρωτοβουλίας για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή.

Σημ:Το παρόν είναι αναδημοσιευση άρθρου του κ Λυντέρη στην Huffngton Post.

Μεταβατικό

Υπάρχουν καταστάσεις καλύτερες και χειρότερες, αλλά χείριστη είναι συχνά η φάση της μετάβασης. Η ποιοτική μετάβαση από χειρότερη σε καλύτερη κατάσταση απαιτεί δυσβάστακτες θυσίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μην υπάρξει. Σημαίνει ότι πρέπει να είναι καλά σχεδιασμένη, ώστε και πιθανότητες επιτυχίας να έχει (αλλιώς η κακή κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη) και να προχωρεί εκμεταλλευόμενη όλες τις νόμιμες αδυναμίες του παρόντος.

Συχνά τονίζω την υπεροχή της δημοκρατίας (κλήρωση των αρχόντων, κατά τον Αριστοτέλη) έναντι της υπάρχουσας (κομματικής) ολιγαρχίας (εκλογή των αρχόντων). Αυτή διεθνώς ονομάζεται ρεπούμπλικα, αλλά τη μεταφράζομε στη γλώσσα μας απατηλά ως δημοκρατία. Η κομματική ολιγαρχία μας είναι καλά θωρακισμένη με ένα Σύνταγμα που αποκλείει αλλαγές έξω από τα πλαίσια της ολιγαρχίας. Ειδικότερα, αν υπάρχουν Συνταγματικές αλλαγές αυτές θα γίνουν, κάτω από όρους, μόνο στα πλαίσια της (ολιγαρχικής) βουλής και δεν μπορούν να αφορούν τα θεμελιώδη άρθρα του Συντάγματος. Ωστόσο, ρωγμές υπάρχουν πάντοτε.

Πρώτο άρθρο: «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα». Μα αν πηγάζουν ΟΛΕΣ οι εξουσίες από το λαό, από αυτόν πηγάζει και η εξουσία για αλλαγή του Συντάγματος και όχι αντίθετα, όπως ορίζει το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα της ολιγαρχίας μας αυτοκατοχυρώνεται με το άρθρο 110: «Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση, εκτός από εκείνες που καθορίζουν τη βάση και τη μορφή του πολιτεύματος, ως Προεδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας…» Δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 110 στις μη αναθεωρήσιμες διατάξεις. Εξάλλου, συνεχίζει το άρθρο, οι αναθεωρήσεις γίνονται από τη Βουλή. Για μια δημοκρατία όμως, η αναθεώρηση οφείλει να γίνει από ένα δημοψήφισμα, μετά από ευρεία ανοικτή συζήτηση. Οι ρωγμές που αναφέρθηκαν όμως υπάρχουν. Είναι ποικίλες με κορυφαίες: την αντίφαση στο άρθρο 1, που αναφέρθηκαν· το άρθρο 44· και το ακροτελεύτιο άρθρο: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων…». Το άρθρο 44 ορίζει: «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα…». Σ΄ αυτά όμως περιλαμβάνονται ένας πόλεμος, οικονομική καταστροφή, ακυβερνησία παρά την εξάντληση όλων των Συνταγματικών προβλέψεων κλπ.

Φαντάζομαι τη δύσκολη μεταβατική περίοδο σε στάδια, που, εννοείται, μπορούν να αλληλεπικαλύπτονται:

Προστάδιο, πριν ακόμη γίνει οποιαδήποτε κίνηση για μεταβολή Συντάγματος: Η ιδέα της δημοκρατίας απλώνεται σε όσο γίνεται μεγαλύτερη, κρίσιμη, μάζα λαού.

Στάδιο πρώτο: Στόχος η αλλαγή του άρθρου 110. Αρχίζει η πίεση. Ψήφος στο κόμμα που επαγγέλλεται προγραμματικά εκδημοκρατισμό του 110, αν υπάρξει. Χρησιμοποιούνται παράλληλα όλα τα Συνταγματικά επιτρεπτά μέσα, ομιλίες, απεργίες, συλλαλητήρια κλπ. Ποσοτικά μετρήσιμο μέσο είναι η αποχή από τις εκλογές. Λευκή ψήφος σημαίνει απόρριψη όλων των υποψήφιων κομμάτων. Αποχή όμως σημαίνει απόρριψη του συστήματος. Την τελευταία δεκαετία, αυξάνεται σταθερά η αποχή, που έφθασε το 45% στις τελευταίες εκλογές. Προσοχή, αυτό το πρώτο στάδιο, δεν πρέπει να αρχίσει πριν σχηματισθεί ένα ικανοποιητικό κρίσιμο μέγεθος λαού, όπως αναφέρθηκε στο προστάδιο. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να κλονισθεί η υπάρχουσα κατάσταση και να αντικατασταθεί από άλλη χειρότερη (π.χ. μοναρχία, με βασιλεία, δικτατορία κλπ). Η “νόμιμη” κρατική βία κατά της λαϊκής κινητοποίησης, πολλαπλασιάζει τη βία. Η δικαιοσύνη όμως μπορεί να την αναγνωρίσει νόμιμη άμυνα εναντίον κατάχρησης εξουσίας και παρούσας απειλής.

Στάδιο δεύτερο. Λαϊκές συνελεύσεις με συνταγματολόγους που αγορεύουν υπέρ ή κατά, αλλά δεν ψηφίζουν. Έγινε πρόσφατα στην Ιρλανδία. Τέτοιες συνελεύσεις πρέπει να γίνουν όσο γίνεται περισσότερες σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, συνδικαλισμού, τελικά εθνικό. Σκοπό έχουν να διαμορφώσουν το πλαίσιο ενός δημοκρατικού Συντάγματος.

Στάδιο τρίτο. Η βάση του δημοκρατικού Συντάγματος είναι (Αριστοτέλης) ότι οι άρχοντες (βουλευτές, δικαστές) κληρώνονται, δεν εκλέγονται. Η εκλογή (ισχύουσα κομματική ολιγαρχία) έχει τα γνωστά μειονεκτήματα: Εκφραζόμαστε μια στιγμή κάθε 4 χρόνια υπογράφοντας λευκή επιταγή στους προεπιλεγμένους υποψηφίους. Εγώ νοιάζομαι για το δικό μου και λιγότερο για το συμφέρον του συνόλου, που αγνοώ. Αντίθετα, ο βουλευτής νοιάζεται για το σύνολο. Αλλά ο εκλεγόμενος φροντίζει να ικανοποιήσει τους ψηφοφόρους του, όχι το σύνολο. Αν κληρώνεται όμως, δεν έχει λόγο να μεροληπτεί.

Οι εκλεγμένοι βουλευτές, μπορεί να είναι «άριστοι» ή «χείριστοι» χωρίς δυνατότητα απαλλαγής από τους χειρίστους διότι η ετυμηγορία του λαού είναι αμετάκλητη. Αντίθετα, στη δημοκρατία οι κληρωμένοι βουλευτές μόνο τυχαία μπορεί να περιλαμβάνουν αρίστους σε αναλογία όση στο γενικό πληθυσμό∙ αν όμως κληρωθούν χείριστοι, μπορούν να αντικατασταθούν, καθώς δεν έχουν προκύψει από την αμετάκλητη βούληση του λαού. Οι εκλεγμένοι βουλευτές δεν είναι ελεύθεροι πολίτες, διότι έχουν δεσμεύσεις έναντι ψηφοφόρων και κόμματος. Κληρωμένοι οφείλουν να είναι και οι δικαστές (ορκωτά δικαστήρια). Σήμερα έχομε μικτά ορκωτά δικαστήρια, από λαϊκούς και τακτικούς δικαστές. Στην Αμερική τα ορκωτά δικαστήρια είναι αμιγώς λαϊκά. Σε μας ήταν αμιγώς κληρωτά ως το 1967. Επιπλέον, οι τακτικοί δικαστές δεν είναι ελεύθεροι πολίτες, διότι οι επικεφαλής τους ορίζονται από την (ολιγαρχική) κυβέρνηση. Γενικά, απουσιάζει στο υπάρχον σύστημα η ανεξαρτησία των τριών εξουσιών (εκτελεστικής/κυβέρνησης, δικαστικής και νομοθετικής/βουλής). Όλες υπακούουν στο κόμμα (κομματοκρατία).

Η εκτελεστική εξουσία πρέπει να είναι, ιδίως στις σημερινές συνθήκες, εκλεγμένη, διότι απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις. Υπάρχουν ποικίλες λύσεις στα μειονεκτήματα της δημοκρατίας. Παραδείγματα, Άμεση εκλογή του Προέδρου της δημοκρατίας. Εκλογές για ανάδειξη κομμάτων, που έχουν όμως περιορισμένες δικαιοδοσίες συγκριτικά με τις σημερινές. Υποστηρίζουν π.χ. το δικό τους υποψήφιο για την Προεδρία της Δημοκρατίας. Αυτός πάλι οφείλει να σχηματίσει κυβέρνηση. Αν δεν είναι ο ίδιος πρόεδρος της κυβέρνησης (πρωθυπουργός), οφείλει να αναθέσει την κυβέρνηση στο πλειοψηφούν κόμμα (δεδηλωμένη). Εκπρόσωποι κομμάτων έχουν το δικαίωμα να αγορεύουν στη βουλή υπέρ ή εναντίον μιας κυβερνητικής πρότασης, όχι όμως να ψηφίζουν. Για τη μείωση της δυνατότητας δημαγωγικών αποφάσεων μπορεί να υπάρχει μια Γερουσία, αποτελούμενη από τέως επικεφαλής των τριών εξουσιών, για θέματα με μακροχρόνιες συνέπειες, όπως αλλαγές στη διάθεση της γης, δικαιώματα μειονοτήτων κλπ. Επειδή είναι τέως, δεν έχουν δεσμεύσεις. Και επειδή είναι οι εκλεκτοί από τις τρεις ανεξάρτητες εξουσίες, έχουν, κατά τεκμήριο, την έγκριση του λαού, διαχρονικά όμως και όχι ευκαιριακά όπως οι κληρωμένοι βουλευτές.

Μένει ο εξωτερικός παράγοντας. Σήμερα είμαστε διεθνώς δεσμευμένοι. ΕΕ, ΝΑΤΟ, Αμερικανικές βάσεις, ασφυκτικές οικονομικές υποχρεώσεις κλπ. Δεν μου αρέσει καθόλου αυτή η κατάσταση, αλλά αδυνατώ να δω εύλογη εναλλακτική λύση. Οποιαδήποτε αλλαγή στο πολίτευμά μας οφείλει, επομένως, να διαβεβαιώνει πειστικά τους εταίρους μας ότι θα σεβαστούμε σχολαστικά τις διεθνείς δεσμεύσεις μας.

Με πολλή δουλειά των σκεπτομένων και συγκυρίες είναι δυνατή μια σχετικά ήπια μεταβατική φάση από μια χειρότερη σε μια καλύτερη κατάσταση.

  • Δημ. Α. Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com
  • Κοινή Γνώμη, 5 Φεβρουαρίου 2019

 

Συνταγματική αναθεώρηση και με πρωτοβουλία των πολιτών

Αναθεώρηση του Συντάγματος με πρωτοβουλία πολιτών, δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας, Συνταγματικό Δικαστήριο, ακόμη και Προεδρική Δημοκρατία ζητούν οι οργανώσεις πολιτών που επιδιώκουν ριζική αναθεώρηση του Συντάγματος. Κόντρα στη σιωπή και στις μεθοδεύσεις των δύο μεγάλων κομμάτων που κρατούν κρυφό το πόρισμα της Επιτροπής Διαβούλευσης και έχουν στόχο να παραμείνει η αρμοδιότητα της συνταγματικής αναθεώρησης αποκλειστικά στους πολιτικούς.

Κοινός παρανομαστής των προτάσεων των κινήσεων είναι η κατάργηση του άρθρου 110 που καταλείπει την όλη υπόθεση της αναθεώρησης αποκλειστικά στη Βουλή, αφήνοντας τους πολίτες στο περιθώριο.  Το γενικό αυτό συμπέρασμα προέκυψε από την εκδήλωση που διοργάνωσαν στις 19 Ιανουαρίου 2019 στην Παλαιά Βουλή οι κινήσεις πολιτών «Δημοκρατία & Δημοψήφισμα», «Δημοκρατική Πολιτεία» και «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» με θέμα «Αναθεώρηση Συντάγματος για υπηκόους ή για πολίτες».

Μίλησαν οι Σταύρος Αναγνωστόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, η Νατάσσα Καραμπάτσου, Οδοντίατρος, ο δικηγόρος Δρ. Χρήστος Λυντέρης και ο Δικηγόρος, Οικονομολόγος Πέτρος Χασάπης, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο Βασίλης Ξυδιάς.

Η κίνηση πολιτών «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» επισημαίνει ότι το άρθρο 110 προβλέπει ότι η παρούσα Βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη Βουλή, χωρίς να ρωτήσει και χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν, να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με απλή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών. Είναι φανερό ότι αυτή η διαδικασία δεν παρέχει καμία απολύτως εγγύηση ότι οι αλλαγές που θα συντελεστούν θα είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας.

Καμία εγγύηση

Καμία εγγύηση εξάλλου δεν προσφέρει και η αντίστροφη προβλεπόμενη διαδικασία του άρθρου 110, βάσει της οποίας η παρούσα Βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 151 βουλευτών ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη Βουλή να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Όπως απέδειξε η εμπειρία της αναθεώρησης 2008, τα πολιτικά κόμματα φροντίζουν να μην συναινούν και οδηγούν την διαδικασία σε γελοιοποίηση.

Είναι προφανές ότι μόνο η δεσμευτική συμμετοχή των πολιτών αποτελεί εγγύηση ότι η αλλαγές στο Σύνταγμα θα αφορούν το συμφέρον όλων και όχι των ολίγων. Ακολούθως, εάν τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αντάξια της ιστορικής στιγμής και δεν είναι εις θέση να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος, έχουν μία λύση: Να αναθεωρήσουν μόνο το άρθρο 110, ώστε να προβλεφθεί διαδικασία αναθεώρησης, είτε με λαϊκή πρωτοβουλία 200.000 υπογραφών, είτε με πρωτοβουλία της Βουλής και υποχρεωτική επικύρωση με δημοψήφισμα. Κατόπιν, να ξεκινήσει αμέσως και χωρίς καμία απαγόρευση η πραγματική διαδικασία συνταγματικής αλλαγής.

Η Νατάσσα Καραμπάτσου, της κίνησης «Δημοκρατία & Δημοψήφισμα» πρότεινε
ειδικότερα την διαγραφή των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 110και την
αναθεώρηση των παραγράφων 2,3 και 4.

Από τις εισηγήσεις στην εκδήλωση προκύπτει σαφώς ότι στην ουσία οι οργανώσεις ζητούν ήδη από το 2012 όχι απλώς μια αναθεώρηση, αλλά ένα νέο Σύνταγμα από τον λαό. Ένα Σύνταγμα που να απαντά με καίριο τρόπο στην ανάγκη για δημοκρατική επανίδρυση του κράτους, τη θεσμοθέτηση πραγματικής λαϊκής κυριαρχίας και την επαναθεμελίωση της εθνικής ανεξαρτησίας της χώρας.

Ο συντηρητισμός του 1975

Στις ομιλίες επισημάνθηκε ο συντηρητισμός και ο αυταρχισμός του Συντάγματος του 1975, ενώ εκείνο του 1986 αφαίρεσε αρμοδιότητες από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και μετέτρεψε το πολίτευμα σε πρωθυπουργικοκεντρικό. Το 2001 η αναθεώρηση περιορίστηκε στην καθιέρωση της ασυλίας και στην κάλυψη των ανομιών των πολιτικών, ενώ εκείνη του 2008 ήταν απλά παρωδία.

Το 2016 ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας υποσχέθηκε μια ουσιαστική διαβούλευση με στόχο την εμβάθυνση και την διεύρυνση των δημοκρατικών θεσμών με δημοψηφίσματα λαϊκής πρωτοβουλίας και άλλους νέους θεσμούς. Όμως εκ των υστέρων φάνηκε πως όλα αυτά ήταν προσχηματικά και μια διαδικασία σκοπιμοτήτων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ φέρεται να προτείνει 500.000 υπογραφές για την διενέργεια δημοψηφίσματος για εθνικά θέματα και 1.000.000 υπογραφές για την κατάργηση ψηφισμένου νόμου σε μια χώρα 11 εκατ. κατοίκων. Στην Ιταλία των 62 εκατ. δημοψήφισμα γίνεται με 500.000 υπογραφές. Το ίδιο και στη Ρουμανία των 22 εκατ. πολιτών για την εκκίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης. Επίσης, δεν ισχύουν χρονικοί περιορισμοί όπως στην Ελλάδα (5 χρόνια), ούτε για το τι αναθεωρείται. Η ΝΔ είναι κατά των δημοψηφισμάτων. Τα θεωρεί επικίνδυνα και ενδιαφέρεται μόνο για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και το περιβόητο άρθρο 16.                                                                                                  Μάκης Ανδρονοπουλος  26/01/2019

Aναθεώρηση Συντάγματος για υπηκόους ή για πολίτες

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ομάδες και κινήσεις πολιτών έχουν εκφράσει ήδη από το 2012 τη θέση ότι η χώρα έχει ανάγκη από μεγάλες δημοκρατικές αλλαγές στους θεσμούς άσκησης και ελέγχου της εξουσίας. Το μέγεθος της κρίσης και τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος επιβάλλουν πλέον όχι απλώς την αναθεώρηση του ισχύοντος συντάγματος, αλλά τη θέσπιση νέου, με συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας, σαν αιχμή μιας δημοκρατικής εθνικής παλιγγενεσίας.

Αυτό θα προϋπέθετε μεγάλη και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση και παλλαϊκή απόφαση με δημοψήφισμα, ώστε  το Σύνταγμα της χώρας να μην είναι επιβεβλημένο «εκ των άνω», αλλά αποφασισμένο από τους ίδιους τους πολίτες, όπως άλλωστε συμβαίνει σε άλλες χώρες. Όμως αντί για τη συνταγματική αναγέννηση της χώρας τα πολιτικά κόμματα επέλεξαν τη στενή διαδικασία της απλής αναθεώρησης βάσει του άρ. 110, η οποία καταλείπει την όλη υπόθεση αποκλειστικά στη Βουλή, αφήνοντας τους πολίτες στο περιθώριο.

Κυβέρνηση και αντιπολίτευση, με τις προτάσεις και τη στάση τους στο ζήτημα της συνταγματικής αναθεώρησης αποδεικνύουν για μια ακόμη φορά ότι δεν είναι τίποτα περισσότερο από συντηρητές και αναπαραγωγοί του πολιτικού συστήματος, της κρίσης και των αδιεξόδων του. Προτιμούν τη μικροδιαχείριση των προβλημάτων, θέτοντας τις δικές τους επιδιώξεις πάνω από το συμφέρον της κοινωνίας.

Οι κινήσεις πολιτών «Δημοκρατία & Δημοψήφισμα», «Δημοκρατική Πολιτεία» και «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» διοργανώνουν εκδήλωση με θέμα:

«Αναθεώρηση Συντάγματος για υπηκόους ή για πολίτες»

Παλαιά Βουλή, Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2018, ώρα 11.00 π.μ.

Ομιλητές:

  • Σταύρος Αναγνωστόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών, μέλος της κίνησης  «Δημοκρατική Πολιτεία». Τίτλος εισήγησης: Αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές από έναν πολίτη, όχι νομικό ή συνταγματολόγο.
  • Νατάσσα Καραμπάτσου, Οδοντίατρος, μέλος της κίνησης «Δημοκρατία & Δημοψήφισμα». Τίτλος εισήγησης: Η δική μας συνταγματική αναθεώρηση: Συνταγματική αναθεώρηση από τους πολίτες.
  • Χρήστος Λυντέρης, Δικηγόρος, Διδάκτωρ Νομικής Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της κίνησης «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή». Τίτλος εισήγησης: Το όραμα μιας ριζικής συνταγματικής αλλαγής και η παρούσα αναθεώρηση του Συντάγματος.
  • Πέτρος Χασάπης, Δικηγόρος, Οικονομολόγος, μέλος της κίνησης «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή». Τίτλος εισήγησης: Ευρωπαίοι πολίτες- Έλληνες υπήκοοι.

Θα ακολουθήσει συζήτηση. Συντονίζει ο Βασίλης Ξυδιάς, εκπαιδευτικός, μέλος της κίνησης «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή».

Για επικοινωνία:

– Χρήστος Λυντέρης (693 911 5089, linteris.ch@dsa.gr)

– Βασίλης Ξυδιάς (698 100 8059, xbasil@sch.gr)

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

Η Ομάδα Συντονισμού της Πρωτοβουλίας για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή καλεί τα μέλη της Πρωτοβουλίας σε συνάντηση την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2018, ώρα 18.00, στον ημιόροφο του “ΒOOK+” , Πανεπιστημίου 37 , Αθήνα
με τα εξής θέματα:

1. Εκτίμηση της διδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος.

2. Προσδιορισμός της στάσης της Πρωτοβουλίας σχετικά με την διαδικασία αναθεώρησης.

3. Διοργάνωση εκδήλωσης στην Παλαιά Βουλή.

4. Προτάσεις για άλλες δράσεις της Πρωτοβουλίας σχετικά με τηνεπικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος

Η ιστορία των συνταγματικών διατάξεων περί Ευθύνης Υπουργών

Οι διατάξεις περί ευθύνης υπουργών εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία με τη διάταξη του άρ. 80 του Συντάγματος του 1864 ως δικαίωμα της Βουλής να κατηγορεί τους υπουργούς ενώπιον 13μελούς ειδικού δικαστηρίου, προεδρευομένου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και, ως προς τα λοιπά μέλη, συγκροτουμένου με κλήρωση μεταξύ των αεροπαγιτών, εφετών και προέδρων εφετών. Περίπου όμοια διάταξη περιελάμβανε και το άρ. 80 του Συντάγματος 1911 και αργότερα το άρ. 80 του Συντάγματος του 1952.

 Εάν όμως εντός πολιτεύματος Βασιλευομένης Δημοκρατίας, οι διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών είχαν αξία ως το δικαίωμα των εκπροσώπων του λαού να ασκούν έλεγχο και να απευθύνουν ποινική κατηγορία εναντίον των υπουργών που διορίζονταν από τον Βασιλιά, στα πολιτεύματα αβασίλευτης δημοκρατίας όπου η κυβέρνηση δεν διορίζεται από τον βασιλιά αλλά απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής εξελίχθηκαν σε προνομιακό καθεστώς σκανδαλώδους ασυλίας και ατιμωρησίας.

Την αρχή έκαναν τα Συντάγματα 1925 και 1927, τα οποία, για πρώτη φορά απέκλεισαν δια της διάταξης του άρ. 90 τη Δικαιοσύνη από τη δίωξη των εγκλημάτων των Υπουργών και όρισαν ότι «μόνη η Βουλή» έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να κατηγορεί τους Υπουργούς για αδικήματα διαπραχθέντα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και να τους παραπέμπει σε δίκη ενώπιον του τότε δεύτερου νομοθετικού σώματος της Γερουσίας.

Το Σύνταγμα του 1975 δεν σταμάτησε εκεί αλλά με τη γνωστή σε όλους πλέον διάταξη του άρ. 86, (α) επέκτεινε την αρμοδιότητα της Βουλής να κατηγορεί ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, όχι μόνο τους εν ενεργεία, αλλά και όσους διετέλεσαν στο παρελθόν μέλη κυβέρνησης ή υφυπουργοί και (β) όρισε ότι χωρίς απόφαση της Βουλής δεν επιτρέπεται, όχι μόνο η παραπομπή σε δίκη, αλλά ούτε καν δίωξη ή ανάκριση ή προανάκριση από τακτικό ανακριτή, εισαγγελέα ή ανακριτικούς υπαλλήλους κατά των εν λόγω προσώπων «για πράξεις τελεσθείσες εν τη ασκήση των καθηκόντων τους».

Η αναθεώρηση του 2001, η οποία μάλιστα αποφασίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία, προχώρησε ακόμη περισσότερο: Αφενός, απαγόρευσε ακόμη και τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (ήτοι διαδικασίας συνιστάμενης σε έρευνα εάν υπάρχουν ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης και διενέργειας ανάκρισης ή προανάκρισης) χωρίς απόφαση της Βουλής και, αφετέρου, φρόντισε να υφίσταται συντομότατη ειδική προθεσμία, σύμφωνα με την οποία η Βουλή δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της μετά «το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος».

Με το σημερινό καθεστώς, χωρίς απόφαση της Βουλής η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να ερευνήσει ούτε καν σε αρχικό στάδιο τα εγκλήματα που διέπραξαν πρόσωπα που διετέλεσαν μέλη Κυβερνήσεων ή υφυπουργοί και επιπλέον ενώ για τα αδικήματα των απλών πολιτών μπορεί να ασκηθεί κατηγορία μέχρι και 20 έτη μετά τη διάπραξή τους, για τα μέλη κυβερνήσεων η δίωξη του ιδίου αδικήματος μπορεί να καταστεί αδύνατη μετά την πάροδο μόλις 2 ετών.

Τώρα, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, όλα τα κόμματα της Βουλής, υπό το βάρος της λαϊκής κατακραυγής, υπόσχονται να τροποποιήσουν το άρ. 86 περί ευθύνης Υπουργών. Αλλά, όταν εξειδικεύουν τις προτάσεις τους, τα περισσότερα αναφέρονται μόνο σε κατάργηση της συντομότατης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση ποινικής δίωξης. Ας πάψει επιτέλους η υποκρισία. Η διάταξη του άρ. 86 δεν επιδέχεται απλής τροποποίησης. Χρήζει πλήρους κατάργησης και υπαγωγής των αδικημάτων των μελών κυβερνήσεων στην αρμοδιότητα της ανεξάρτητης δικαιοσύνης όπως για κάθε πολίτη.

Από τον Χρήστο Λυντέρη

* Ο Χρήστος Λυντέρης είναι διδάκτωρ Νομικής – δικηγόρος, συγγραφέας του βιβλίου «Το Σύνταγμα των Ελλήνων», εκδ. ΗΤΟΡ, 2014

 

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τα δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.

 

Άνοιξε πρόσφατα ο διάλογος για την συνταγματική αλλαγή, με το κυβερνών κόμμα να προχωρά σε μία πρόταση η οποία περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, προβλέψεις και για δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.

Επειδή θεωρώ τους παραπάνω θεσμούς ιδιαίτερα κρίσιμους για μία διαδικασία ριζικού εκδημοκρατισμού της χώρας, θα ήθελα να σημειώσω κάποια σχόλια όσο αφορά την πρόταση των 50 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.

Άρθρο 28 παρ.2

«…διεθνής συνθήκη ή συμφωνία που προβλέπει μεταβίβαση κυριαρχικώναρμοδιοτήτων του κράτους κυρώνεται υποχρεωτικά με δημοψήφισμα»

Σωστά. Θα ήταν όμως ακόμα καλύτερα αν «περνούσε» από υποχρεωτικό δημοψήφισμα (δηλαδή χωρίς την απαίτηση συλλογής υπογραφών)κάθε διακρατική συμφωνία που δεσμεύει την χώρα για μη ορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι ξεπερνούμε τον σκόπελο της ερμηνείας για το αν μια συμφωνία προβλέπει η όχι μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων του κράτους.  

‘Αρθρο 44 παρ.2

«…… προκηρύσσεται για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από αίτηση πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα ή για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, μετά από αίτηση ενός εκατομμυρίου πολιτών» και «Σε περίπτωση αμφισβήτησης για το αν η αίτηση δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα ή νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, θα αποφαίνεται η Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών»

Δυστυχώς εδώ οι θεσμοί σχεδόν γελοιοποιούνται. Τα όρια υπογραφής είναι δυσθεώρητα υψηλά (προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι ανάλογο στον υπόλοιπο κόσμο). Για να έχουμε μία αίσθηση θα σημειώσω πως στην Ελβετία (η οποία έχει παραπλήσιο πληθυσμό με την Ελλάδα) και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το ακυρωτικό δημοψήφισμα απαιτεί την συλλογή μόλις 50.000 υπογραφών, χωρίς καμία εξαίρεση όσο αφορά τους νόμους που μπορούν να ακυρωθούν. Στην Πολιτεία της Καλιφόρνια των 40 εκατομμυρίων κατοίκων, το αντίστοιχο ακυρωτικό δημοψήφισμα απαιτεί την συλλογή 365.880 υπογραφών και στην Ιταλία των  61 εκατομμύριων απαιτούνται 500.000 υπογραφές. Έτσι, τα όρια των 500.000 και ενός εκατομμυρίου υπογραφών για την Ελλάδα μόνο σαν κακόγουστο αστείο μπορεί να ιδωθούν. Τα όρια αυτά ακυρώνουν τον θεσμό και επιτρέπουν μόνο σε ανθρώπους και οργανισμούς που μπορούν να αντέξουν το κόστος να προσπαθήσουν κάτι τέτοιο, αφήνοντας την κοινωνία των πολιτών έξω από αυτή την σπουδαία, δημοκρατική διαδικασία.Θεωρώ πως για μία χώρα όπως η Ελλάδα τα όρια υπογραφών θα έπρεπε να είναι 75.000 υπογραφές για ακυρωτικά δημοψηφίσματα και δημοψηφίσματα νομοθετικών πρωτοβουλιών πολιτών (εντός διαστήματος τριών μηνών και ενός έτους αντίστοιχα) και 150.000 υπογραφές, εντός 18 μηνών, για δημοψηφίσματα συνταγματικής πρωτοβουλίας πολιτών.

Μένει όμως μόνο εκεί η πρόταση της κυβέρνησης; Όχι! Αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τον θεσμό αφού δίνει στην Βουλή το δικαίωμα να κρίνει κατά το δοκούν ποια θέματα μπορούν τελικά να αποτελέσουν αντικείμενο ενός δημοψηφίσματος!

Τέλος, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο όλων, η πρόταση της κυβέρνησης εξαιρεί τα δημοσιονομικά ζητήματα. Ξεχνούν οι κυβερνώντες πως τα χρήματα που διαχειρίζονται δεν είναι δικά τους και ότι αποτελούν μέρος μιας πολιτικής ελίτ που έχει καταστρέψει σχεδόν ολοκληρωτικά την χώρα. Ξεχνούν επίσης πως σε μία δημοκρατία οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν, τουλάχιστον, για όλα όσα είναι σε θέση να αποφασίζουν οι αντιπρόσωποι τους.

Φαίνεται λοιπόν πως οι 50 του ΣΥΡΙΖΑ δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να προχωρήσουν σε μια πρόταση η οποία να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα. Ο καθένας μας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του όσο αφορά το γιατί.

‘Αρθρο 73 παρ.1

«……προκειμένου να καθιερωθεί συνταγματικά ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Δηλαδή να αναγνωριστεί η δυνατότητα σε εκατό χιλιάδες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα να υποβάλλουν προτάσεις νόμου, οι οποίες θα εισάγονται υποχρεωτικά στη Βουλή για συζήτηση, επεξεργασία και ψήφιση. Τη διαδικασία και τους όρους ενεργοποίησης του θεσμού θα καθορίζει εκτελεστικός νόμος.»

 

Εδώ δεν έχουμε καν την πρόταση κάποιου δημοψηφίσματος. Οι πολίτες μπορούν απλά και μόνο να υποβάλλουν μια πρόταση νόμου. Στην συνέχεια η Βουλή είναι υποχρεωμένη να συζητήσει την πρόταση νόμου, να την επεξεργαστεί (με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό) και στο τέλος να την ψηφίσει ή όχι! Τι να σχολιάσει εδώ κανείς; Ποια ομάδα πολιτών ή συλλογικότητα θα μπει στην διαδικασία να συλλέξει 100.000 υπογραφές (σκεφτείτε το κόστος μιας τέτοιας προσπάθειας) για να έχει απλά το δικαίωμα να συζητήσει η Βουλή την πρόταση της; Αν οι πολίτες είχαν την δυνατότητα να συνεχίσουν την συλλογή υπογραφών (όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης) και έτσι, αν δεν ικανοποιηθούν από τον τρόπο που η Βουλή θα αντιμετωπίσει το αίτημα τους, να προχωρήσουν σε ένα δημοψήφισμα νομοθετικής πρωτοβουλίας πολιτών, τότε η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ θα είχε κάποιο νόημα. Βέβαια, και πάλι, με αρκετά μικρότερα όρια συλλογής υπογραφών (π.χ. αρχικά 35.000 υπογραφές σε ένα διάστημα έξι μηνών προκειμένου να συζητηθεί η πρόταση τους στην Βουλή και στην συνέχεια 75.000 υπογραφές σε ένα διάστημα ενός έτους για να προκαλέσουν, αν το επιθυμούν, νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών).  

 

Τα παραπάνω είναι όσα προτείνει η κυβέρνηση. Ας δούμε όμως – και αυτό έχει την σημασία του – τι ξέχασε να προτείνει.  

 

Πρώτον, λάμπει δια της απουσίας της η συνταγματική πρωτοβουλία πολιτών. Με τον θεσμό αυτό είναι οι πολίτες αυτοί που ορίζουν το περιεχόμενο του συντάγματος της χώρας τους. Ο συλλογισμός πίσω από μια τέτοια λογική είναι απλός. Το Σύνταγμα μίας χώρας δεν αποτελεί νομικό, αλλά πολιτικό κείμενο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γράφεται από τους πολίτες, με έναν άμεσο (συνταγματικές πρωτοβουλίες πολιτών) ή έμμεσο (προτάσεις κομμάτων και εκλεγμένων αντιπροσώπων μας) τρόπο, αλλά να επικυρώνεται πάντα από τους πρώτους μέσω δημοψηφίσματος.

Δεύτερον, είναι η τελική, αυτή, επικύρωση από τους πολίτες που λείπει ίσως περισσότερο από όλα από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να πει πως κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το ισχύον Σύνταγμα και αποτελεί παραβίαση του. Δυστυχώς αυτό κάνει η αντιπολίτευση αλλά και ένα μεγάλο μέρος των «ειδικών». Ερμηνεύουν το Σύνταγμα κατά γράμμα και απαιτούν να μην έχουν οι πολίτες τον τελικό λόγο στην διαμόρφωση του σπουδαιότερου πολιτικού κειμένου της χώρας. Για άλλη μία φορά, σύσσωμη η πολιτική ελίτ και ένα μεγάλο μέρος της «πνευματικής» και των «ειδικών» αποδεικνύουν τις βαθύτατα αντιδημοκρατικές τους πεποιθήσεις.

Βουρλής Πέτρος

 

Παρέμβαση για την Συνταγματική Αναθεώρηση

 

Η κίνηση πολιτών «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή»  είχε εκφράσει ήδη από το 2012 το αίτημα για μία μεγάλη μεταρρύθμιση του Συντάγματος, η οποία θα αναμόρφωνε πλήρως το απαρχαιωμένο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, εμφυτεύοντας νέους θεσμούς προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, της πλήρους διάκρισης των εξουσιών, της πολιτικής ισότητας, της λογοδοσίας και του δημοσίου ελέγχου όσων διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα.

Σπεύσαμε μάλιστα να τονίσουμε ότι η χρεοκοπία της χώρας, η απώλεια μέρους της εθνικής της κυριαρχίας και η οικονομική καταστροφή μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, όχι απλώς δικαιολογούσαν, αλλά επέβαλαν, την ανάγκη, αντί απλής αναθεώρησης, να θεσπιστεί εξ υπαρχής νέο Σύνταγμα με την συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας , ως μία νέα παλιγγενεσία , μέσω δημόσιας διαβούλευσης και δημοψηφίσματος, ώστε για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία το Σύνταγμα της χώρας να μην επιβληθεί «εκ των άνω» αλλά οι πολίτες να αποφασίσουν , όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, οι ίδιοι για το Σύνταγμά τους.

Το πολιτικό σύστημα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να αξιοποιήσει την μεγάλη ευκαιρία αναγέννησης της χώρας, αλλά προτίμησε την στενή διαδικασία αναθεώρησης του άρ. 110 του Συντάγματος , η οποία αφήνει τους πολίτες στο περιθώριο, καταλείπει το σύνολο της αρμοδιότητας αλλαγής του Συντάγματος αποκλειστικά στην Βουλή και απαγορεύει κάθε συζήτηση για μετάβαση από το προβληματικό υφιστάμενο πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε πολίτευμα πλήρους διάκρισης των εξουσιών, όπως η Προεδρική Δημοκρατία το οποίο, και πιο δημοκρατικό είναι, αφού προβλέπει ξεχωριστές εκλογές, τόσο για την ανάδειξη της βουλής, όσο και για την ανάδειξη κυβέρνησης και εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, αφού η κυβέρνηση έχει σταθερή θητεία και δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Ήδη η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ με την οποία εκκίνησε η διαδικασία αναθεώρησης , παρά τις εξαγγελίες, όχι μόνο δεν επαρκεί για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος όπως επαγγέλλεται, αλλά σε πολλά σημεία της είναι προσχηματική. Οι θέσεις της που αφορούν την «αρχιτεκτονική του πολιτεύματος» δεν δύνανται να αγγίξουν τις εγγενείς αδυναμίες του πολιτεύματος της Προδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ενώ οι θέσεις της για το «Κράτος Δικαίου», αντί να καταργούν τις ασυλίες των βουλευτών και τις διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών, απλώς τις περιορίζουν, ενώ επίσης δεν θίγουν, ούτε  τα προνόμια των βουλευτών , ούτε την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από την κυβέρνηση, ούτε την έλλειψη λογοδοσίας και ελέγχου στα οικονομικά των κομμάτων και όσων ασκούν δημόσια εξουσία, ούτε εισάγουν νέους θεσμούς όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο, ή η κλήρωση για την ηγεσία της Δικαιοσύνης, ή την συγκρότηση των  Ανεξάρτητων Αρχών.  Μεγάλο παράδειγμα υποκρισίας αποτελεί  όμως και η πρόταση εισαγωγής του θεσμού των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία , καθώς για την διενέργειά τους σε μία χώρα 11 εκατομμυρίων προτείνεται η συλλογή του υπέρογκου αριθμού του 1.000.000 υπογραφών για κατάργηση ψηφισμένου νόμου που αφορά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα και των 500.000 για κρίσιμο εθνικό θέμα και μάλιστα υπό την αίρεση ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης για την νομιμότητα, αποφαίνεται η Βουλή, ενώ αντίστοιχα στην Ιταλία, η οποία έχει πολλαπλάσιο της Ελλάδος πληθυσμό 62 εκατομμυρίων, απαιτούνται 500.000 υπογραφές για την διενέργεια δημοψηφίσματος, προβλέπεται δημοψήφισμα και για την αλλαγή του Συντάγματος και η νομιμότητα κρίνεται, όχι από την Βουλή, αλλά από ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η διαδικασία του άρ. 110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή, χωρίς να ρωτήσει και χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν, να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με απλή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών , είναι φανερό ότι δεν παρέχει καμία απολύτως εγγύηση ότι οι αλλαγές που θα συντελεστούν να είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας. Καμία εγγύηση εξάλλου δεν  προσφέρει και η αντίστροφη προβλεπόμενη διαδικασία του άρ.110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 151 βουλευτών ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με πλειοψηφία 180 βουλευτών, διότι , όπως απέδειξε η εμπειρία της αναθεώρησης 2008, τα πολιτικά κόμματα φροντίζουν να μην συναινούν και οδηγούν την διαδικασία σε γελοιοποίηση.

Είναι προφανές ότι μόνο η δεσμευτική συμμετοχή των πολιτών αποτελεί εγγύηση ότι η αλλαγές στο Σύνταγμα θα αφορούν το συμφέρον όλων και όχι των ολίγων. Ακολούθως ,εάν  τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αντάξια της ιστορικής στιγμής και δεν είναι εις θέση να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος, έχουν μία λύση: Να αναθεωρήσουν μόνο το άρ. 110 ώστε να προβλεφθεί διαδικασία αναθεώρησης, είτε με λαϊκή πρωτοβουλία 200.000 υπογραφών, είτε με πρωτοβουλία της βουλής και υποχρεωτική επικύρωση με  δημοψήφισμα και, κατόπιν, να  ξεκινήσει αμέσως και χωρίς καμία απαγόρευση η πραγματική διαδικασία συνταγματικής αλλαγής.

Αθήνα, 11-11-2018

Η Ομάδα Συντονισμού

Δημοκρατία ναι, όχι όμως ουτοπική ή επικίνδυνη!

   

Καμία όρεξη δεν έχει το πολιτικό σύστημα για συμμετοχικά παίγνια ή άλλους πολιτειακούς πειραματισμούς· ακόμα κι αν είναι …για πλάκα! Ο «λαϊκισμός» καραδοκεί και δεν είναι ώρα για τέτοια… Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα απ’ όσα είπε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και σημαίνων συνταγματολόγος, Προκόπης Παυλόπουλος, στο Συνέδριο με τίτλο «Προεδρική Δημοκρατία versus Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» που διεξήχθη την περασμένη Τρίτη 16 Οκτωβρίου στην Κύπρο με συνδιοργανωτές την Κυπριακή και την Ελληνική Βουλή.

Εκ πρώτης όψεως η ομιλία του Πρ. Παυλόπουλου ήταν μια ψύχραιμη και ακαδημαϊκώς ορθή ανάλυση των διαφορών ανάμεσα σε άμεση και αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς και μεταξύ προεδρευομένης και προεδρικής. Όλοι όμως κατάλαβαν πως αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν να εκφράσει τη διαφωνία του προς το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης που είχε παρουσιάσει ο Αλ. Τσίπρας τον Ιούλιο 2016 στο περιστύλιο της Ελληνικής Βουλής. (Βλ. ομιλία και video στην ιστοσελίδα neosyntagma.net «O Αλ. Τσίπρας για τη Συνταγματική αναθεώρηση» 25/7/2016, και ανάλυση στο άρθρο μου «Συνταγματική αναθεώρηση για όλα τα γούστα», Δρόμος, φ. 322, 30/7/2016).

Ο Πρ. Παυλόπουλος επικέντρωσε τις αντιρρήσεις του σε δύο από τις ιδέες αυτού του σχεδίου: α) τα δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών, και β) τις αλλαγές στο θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ενδεχόμενη εκλογή του απ’ ευθείας από τον λαό σε περίπτωση που αποβεί άκαρπη η εκλογή του διά του κοινοβουλίου, και με «λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του». Τα δημοψηφίσματα, είπε ο Πρ. Παυλόπουλος, εγκυμονούν «συγκεκριμένους κινδύνους για τους κρατικούς θεσμούς και το κοινωνικό σύνολο» και τροφοδοτούν «ρεύματα υφέρποντος λαϊκισμού». Και στη συνέχεια προσέθεσε πως θα ήταν προτιμότερο «να μην υιοθετηθεί η ιδέα της απευθείας από τον Λαό εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα με ιδιαιτέρως ενισχυμένες αρμοδιότητες», διότι κάτι τέτοιο «θα κατέληγε, οιονεί νομοτελειακώς, σε ένα είδος θεσμικής και πολιτικής δυαρχίας στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας».

Η αίθουσα του Συνεδριακού Κέντρου Φιλοξενία στη Λευκωσία, την ώρα που προσέρχονται οι Πρόεδροι της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας, Ν. Αναστασιάδης και Πρ. Παυλόπουλος, και οι συνδιοργανωτές Πρόεδροι του Κυπριακού και του Ελληνικού Κοινοβουλίου, Δ. Συλλούρης και Ν. Βούτσης. Μετά τους χαιρετισμούς και τις δύο κεντρικές ομιλίες το συνέδριο συνεχίστηκε με τρεις συνεδρίες: Στην πρώτη το θέμα ήταν η συγκριτική ανάλυση του κυπριακού και του ελλαδικού πολιτεύματος από τους Χρ. Κληρίδη και Γ. Σωτηρέλη. Στη δεύτερη συνεδρία συζητήθηκε ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων στο κυπριακό και το ελλαδικό πολιτικό σύστημα από τους Κ. Χρυσοστομίδη και Μ. Σπουρδαλάκη. Στην τρίτη συνεδρία έγινε μια γενική συζήτηση για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των δύο μορφών αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, προεδρικής και προεδρευομένης, από τους Αλ. Μαρκίδη, Κ. Κόμπο, Χρ. Λυριντζή και την Π. Φουντεδάκη, με συντονιστή τον Αντ. Μανιτάκη. Στην ιστοσελίδα της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων (στις εκδηλώσεις) έχουν αναρτηθεί: το πλήρες πρόγραμμα με όλους τους συμμετέχοντες και τις ομιλίες αναλυτικά, καθώς και ολόκληρο το συνέδριο βιντεοσκοπημένο

Πρέπει εδώ να αναφερθεί πως και οι δύο αυτές ιδέες –όχι βέβαια στην απονευρωμένη και παραπλανητική εκδοχή που τις υιοθέτησε η επιτροπή του Αλ. Τσίπρα– είχαν υποστηριχθεί από ομάδες και κινήσεις πολιτών μετά τις Πλατείες του 2011 σαν κεντρικά ζητούμενα για ένα Νέο Σύνταγμα που θα εξέφραζε τη στροφή της χώρας προς την ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας και της λαϊκής συμμετοχής. Υποστηρίχθηκε σε κινηματικό επίπεδο η ιδέα για δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία (με υπογραφές 50 ή 100 χιλιάδων πολιτών, και όχι με 500 χιλιάδες ή 1 εκατομμύριο, που λέει η επιτροπή του Τσίπρα, ακυρώνοντας στην ουσία τον θεσμό). Και διατυπώθηκε επίσης η ιδέα της ριζικής διάκρισης των εξουσιών με μετατροπή του πολιτεύματος σε αμιγή Προεδρική Δημοκρατία (κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που υιοθέτησε η συνταγματική επιτροπή Τσίπρα για ενίσχυση του προεδρικού θεσμού στο πλαίσιο του ισχύοντος κοινοβουλευτικού συστήματος).

Και οι δύο αυτές ιδέες (Δημοψηφίσματα και Προεδρική Δημοκρατία) είχαν τότε υποστεί κριτική από αριστερή και δημοκρατική σκοπιά, είτε ως ανούσιες, είτε ακόμα και ως επικίνδυνες. Είχε, για παράδειγμα, λεχθεί πως τα δημοψηφίσματα είναι ένας τρόπος να υφαρπάζεται η λαϊκή συγκατάνευση μέσα από τα απλουστευτικά διλήματα Ναι-Όχι που τίθενται «εκ των άνω». Και υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαν να θεωρηθούν ολιγαρχικός θεσμός. Και σαν ολιγαρχική είχε επίσης χαρακτηριστεί η ιδέα του προεδρικού συστήματος, επειδή μεταθέτει (υποτίθεται) την εξουσία σε έναν, ενώ το κοινοβουλευτικό σύστημα τη μοιράζει (υποτίθεται) σε πολλούς.

Ας μη μπούμε τώρα σ’ αυτή τη συζήτηση, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει το νόημα που είχε το 2011-15, τότε που υπήρχε ακόμα η ελπίδα ότι θα ξεφεύγαμε από τον μονόδρομο των μνημονίων και της αποικίας χρέους. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να σημειωθεί –και μας το θύμισε ο Πρ. Παυλόπουλος με την ομιλία του– πως όσο το φάσμα του «λαϊκισμού» απλώνεται πάνω από τις κεντρικές χώρες του δυτικού κόσμου, τόσο τα ζητήματα αυτά που αφορούν την αρχιτεκτονική των συγχρόνων δημοκρατιών τίθενται και ξανατίθενται, προβληματίζοντας τις κυβερνώσες ελίτ. Διότι είναι ακριβώς εκεί που φάνηκε ότι μπορεί το σύστημα να ξεφύγει από τον έλεγχό τους· είτε όταν ερωτάται απ’ ευθείας ο λαός (δημοψηφίσματα), είτε όταν υποχρεούνται να συμφωνήσουν σε κάτι κατάφορα καταστροφικό και αντιλαϊκό περισσότεροι του ενός πόλοι εξουσίας (π.χ. Προεδρική Δημοκρατία).

Αυτό που μας θύμισε ο Πρ. Παυλόπουλος με την ομιλία του είναι πως όσο το φάσμα του «λαϊκισμού» απλώνεται πάνω από τις κεντρικές χώρες του δυτικού κόσμου, τόσο τα ζητήματα αυτά που αφορούν την αρχιτεκτονική των συγχρόνων δημοκρατιών τίθενται και ξανατίθενται, προβληματίζοντας τις κυβερνώσες ελίτ

Το θέμα με τα δημοψηφίσματα είναι λίγο ως πολύ γνωστό. Και είναι γνωστή η απέχθεια εδώ και χρόνια βασικών στελεχών του πολιτικού συστήματος στο να δίνεται ο λόγος στην αδαή «πλέμπα» (Μπακογιάννη, Βενιζέλος κ.ά.). Δεν παραλείπουν άλλωστε να μας το ξαναθυμίσουν με κάθε ευκαιρία, όπως έκαναν με το Brexit, την Ιταλία και την Καταλωνία. Όμως ανάλογο είναι και το θέμα της Προεδρικής Δημοκρατίας ή του ρόλου που μπορεί να παίξει ένας ισχυρός και ανεξάρτητος Πρόεδρος. Εμείς μπορεί να μην το θυμόμαστε, αλλά οι τεχνικοί του συστήματος θυμούνται πολύ καλά ότι στην κρίση της Ισλανδίας (2008-2011) την υπόθεση την τίναξε στον αέρα ο κατά τα άλλα συντηρητικότατος Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους, που αρνήθηκε να προσυπογράψει τα εκεί μνημόνια, και προκάλεσε πολιτική κρίση απευθυνόμενος στον λαό. Ή κάτι στο οποίο επίσης δεν έχουμε δώσει σημασία. Ότι οι Λατινικές Δημοκρατίες που επιμένουν στην κόντρα τους με την παγκόσμια ολιγαρχική ελίτ, έχουν προεδρικά συστήματα, και ότι για τις ειδικότερες θεσμικές πλευρές του πολιτικού τους συστήματος (ρόλος των επιμέρους εξουσιών, δικλείδες ελέγχου κ.λπ.) έχουν δοθεί και δίνονται διαρκώς σκληρές μάχες, με αλλεπάλληλες συνταγματικές αναθεωρήσεις.

Αυτά είχε προφανώς κατά νου ο Πρ. Παυλόπουλος όταν έλεγε στο ακροατήριό του πως η ενίσχυση του Προέδρου Δημοκρατίας «θα οδηγούσε, ενδεχομένως, σε μια συνταγματικώς προβληματική στροφή του Πολιτεύματος προς την κατεύθυνση της Προεδρικής Δημοκρατίας» και πως η λήψη αποφάσεων απευθείας από τον λαό, ιδίως «μέσα σε συνθήκες κρίσης και επείγοντος… αγγίζει τα όρια της ουτοπίας και, ακόμη περισσότερο, της υποδόριας επικινδυνότητας ως προς την εξυπηρέτηση του εθνικού και του δημόσιου συμφέροντος».

Η συνταγματική αναθεώρηση ante portas

Τη συνταγματική αναθεώρηση δεν τη θυμήθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς λόγο. Την επανέφερε πρόσφατα στην επικαιρότητα ο Αλ. Τσίπρας, θεωρώντας τη μάλιστα βασική του πολιτική επιδίωξη. Το είπε αρχές Σεπτεμβρίου στην ομιλία του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, το υπογράμμισε στις μετέπειτα επαφές του με τον Αρχιεπίσκοπο (με τον οποίο προφανώς συζήτησαν τη συνταγματική θέση της Εκκλησίας), και το τόνισε ιδιαίτερα στην τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ. Και θα αποτελέσει, απ’ ό,τι λέγεται, κεντρικό θέμα στην επόμενη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, ώστε τέλη Οκτωβρίου να υπάρχει συμφωνία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και αρχές Νοεμβρίου να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία. Προφανώς το επιτελείο του Αλ. Τσίπρα τη βλέπει σαν ένα από τα πεδία ιδεολογικής σύγκλισης με την ευρύτερη κεντροαριστερά, και σαν έναν από τους άξονες αντιπαράθεσης στην πόλωση που επιδιώκει με τη Ν.Δ. και μερίδα του πολιτικού συστήματος.

Σχόλια

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΡΟΣ 2o

10 ΚΡΑΥΓΑΛΕΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

  Στο 1ο μέρος της παρούσας τριλογίας ανάδειξης των σοβαρών ζητημάτων του οπισθοδρομικού Συντάγματος της Ελλάδος αναφερθήκαμε σε δέκα απαράδεκτες διατάξεις του , οι οποίες χρήζουν ριζικής αναμόρφωσης. Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εδώ: Το ισχύον Σύνταγμα παρουσιάζει και κραυγαλέες ελλείψεις. Εξ αυτών, οι δέκα πιο σημαντικές είναι οι ακόλουθες:
  1. Δεν προβλέπεται υποχρεωτική λογοδοσία όλων όσοι ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα: Η έλλειψη μίας τέτοιας γενικής διάταξης στο Σύνταγμα, επέτρεψε σε πολιτικούς να εξαπατούν χωρίς κυρώσεις τους πολίτες με ψευδείς υποσχέσεις και ήταν υπεύθυνη για την εικόνα πρωθυπουργών που παραδίδουν στους διαδόχους τους άδεια γραφεία, και υπουργών που κατά την αποχώρησή τους από το υπουργείο παίρνουν μαζί τους χωρίς κανέναν έλεγχο δημόσια αρχεία και λίστες. Η έλλειψη λογοδοσίας οδηγεί ασφαλώς στην αυθαιρεσία. Το Σύνταγμα θα έπρεπε περιλαμβάνει μία γενική διάταξη η οποία να επιτάσσει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία ή διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα οφείλει να ελέγχεται κατά την διάρκεια της θητείας του και να λογοδοτεί δημόσια μετά το τέλος αυτής.Όλοι όσοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα δεν θα πρέπει να προστατεύονται από κανένα απόρρητο και η εικόνα της περιουσία τους θα πρέπει να είναι προσιτή σε κάθε πολίτη της χώρας.
     2. Δεν προβλέπεται υποχρεωτικός έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων από την Δικαιοσύνη: Το άρ. 29 Σ , το οποίο αναφέρεται στα πολιτικά κόμματα, προβλέπει έλεγχο μόνο στις εκλογικές τους δαπάνες από όργανο στο οποίο συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί.Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων να είναι διάτρητος και να  διενεργείται από επιτροπή στην οποία οι δικαστές είναι μειοψηφία. Τα κόμματα, αντί χώροι άσκησης δημοκρατίας, έχουν αποδειχθεί εστίες διαφθοράς και διαπλοκής, αφού έχει αποδειχθεί ότι αντί να ενεργούν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον πολλές φορές δωροδοκούνται βλαπτοντας το δημόσιο χρήμα προκειμένου να παράσχουν πολιτική προστασία. Τα οικονομικά τους πρέπει να ελέγχονται από το ανώτατο δικαστήριο του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρίς κανένα τραπεζικό ή άλλο απόρρητο.
      3. Δεν υφίσταται Συνταγματικό Δικαστήριο: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων, παρεπιμπτόντως, δηλαδή πάντοτε με αφορμή μία ατομική περίπτωση, ή μία ατομική διοικητική πράξη, ενώ επιπλέον δεν επιτρέπεται ο έλεγχος εάν τηρήθηκε η συνταγματική διαδικασία για την ψήφιση ενός νόμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος να είναι ελλειπής, να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου και να εκδίδονται αντιφατικές αποφάσεις. Χρειαζόμαστε ένα ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο , κατά τα πρότυπα της Ιταλίας ή της Γερμανίας, με μέλη νομικούς αλλά όχι αποκλειστικά τακτικούς δικαστές ( λ.χ. 15μελές του οποίου τα μέλη θα επιλέγονται με κλήρωση μεταξύ ανωτάτων δικαστών, καθηγητών των νομικών σχολών και δικηγόρων με τουλάχιστον 20ετή εμπειρία), το οποίο θα αναλαμβάνει , είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προσφυγής, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων , συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου της τπηρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ψήφισή τους. 
    4. Δεν υπάρχει περιορισμός θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων: Η ύπαρξη δυνητικά απεριόριστου αριθμού θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων προσέδωσε καθεστωτικό και επαγγελματικό χαρακτήρα στην άσκηση της εξουσίας τους και οδήγησε πολλούς εξ αυτών σε παράνομες πράξεις και απατηλές υποσχέσεις προκειμένου να πετύχουν την επανεκλογή τους. Ακόμη και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επιτρέπεται να εκλέγεται για περισσότερες από δύο θητείες. Απαιτείται  συνταγματική διάταξη η οποία θα απαγορεύει στο ίδιο πρόσωπο να εκλέγεται βουλευτής ή αρχηγός της κυβέρνησης για περισσότερες από δύο θητείες.
5. Δεν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και μέλους κυβέρνησης: Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο των θέσεων βουλευτή και μέλους κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή της νομοθετικής στην εκτελεστική εξουσία. Οι βουλευτές, αντί να νομοθετούν, μετατράπηκαν σε θλιβεροί χειροκροτητές της κυβέρνησης προκειμένου να εξασφαλίσουν κυβερνητική θέση, ενώ τα γραφεία των υπουργών, αντί να διοικούν, μετατράπηκαν σε χώρους ρουσφετιών προκειμένου να εξασφαλιστεί η επανεκλογή τους ως βουλευτές. Χρειάζεται ρητή διάταξη η οποία να ορίζει ότι τα  μέλη της κυβέρνησης απαγορεύεται να έχουν την βουλευτική ιδιότητα. Αυτή η αυστηρή διάκριση των εξουσιών θα προσδώσει κύρος τόσο στην βουλευτική, όσο και στην εκτελεστική εξουσία.
6. Δεν προβλέπονται χωριστές εκλογές για ανάδειξη της Βουλής και της Κυβέρνησης: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει  την απόλυτη πλειοψηφία στην βουλή, ή εκείνος που θα πετύχει να λάβει η κυβέρνησή του μέσα από συνεργασία κομμάτων την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η διάταξη αυτή, με βάση την οποία διενεργούνται μόνο βουλευτικές εκλογές και η κυβέρνηση προκύπτει μέσα από την βουλή, αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δημιούργησε σύγχυση στους πολίτες για τα κριτήρια της ψήφου τους στις βουλευτικές εκλογές, επέφερε σχέσεις διαπλοκής μεταξύ βουλευτικής και εκτελεστικής εξουσίας και, τελικώς, και έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας. Απαιτείται η θέσπιση ξεχωριστών εκλογών για την ανάδειξη της βουλής και της κυβέρνησης, ώστε οι πολίτες να δύνανται να ψηφίζουν με άλλα κριτήρια για την επιλογή των νομοθετών και με άλλα για την επιλογή των προσώπων που θα διοικήσουν το κράτος.  Επίσης, θα πρέπει να καταργηθεί ως άνευ νοήματος η απαίτηση η κυβέρνηση να διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής.
7. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα: Απεναντίας, ορίζει στο άρ. 37 ότι ο Πρωθυπουργός πρέπει να είναι και αρχηγός του κόμματος που έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στην Βουλή. Η διάταξη αυτή, εάν συνδυαστεί με τόσες άλλες που ήδη αναφέρθηκαν, κατέστησε τον πρωθυπουργό κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού αφού το ίδιο πρόσωπο ελέγχει το κόμμα, την κυβέρνηση, την βουλή και διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης χωρίς να ελέγχεται από κανέναν. Απαιτείται η αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα. Ο αρχηγός της κυβέρνησης δεν πρέπει να είναι αρχηγός του κόμματός του.
 8. Δεν κατοχυρώνονται ούτε καν στοιχειώδεις θεσμοί εσωκομματικής δημοκρατίας: Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα λειτουργούν με όρους Τρίτου Κόσμου. Διοικούνται από λίγα πρόσωπα ή ομάδες, χωρίς σταθερούς κανόνες λειτουργίας. Οι αρχηγοί καθορίζουν την ηγετική ομάδα, διαγράφουν πρόσωπα και διαλύουν όργανα που δεν τους είναι αρεστά. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολίτες με αξιοπρέπεια, ανεξαρτησία και εντιμότητα, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στον πολιτικό βίο της χώρας, αποφεύγουν να ενταχθούν στα πολιτικά κόμματα και αφήνουν την θέση τους στους αφισοκολλητές και στους διεφθαρμένους.  Αλλά το πολιτικό κόμμα είναι θεσμός της Δημοκρατίας, οφείλει να παράγει ιδέες , θέσεις και προτάσεις και η λειτουργία του με όρους ιδιοκτησίας, ή συμμορίας έχει σοβαρές συνέπειες για την λειτουργία του πολιτεύματος. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει την εσωκομματική δημοκρατία επιβάλλοντας θεσμούς όπως το καταστατικό υποχρεωτικής ισχύος, το εσωκομματικό δημοψήφισμα, η ανάδειξη των οργάνων μέσα από εκλογές κλπ. 
        9. Δεν  κατοχυρώνεται η πολιτική ισότητα των κομμάτων: Υφίστανται τεράστιες ανισότητες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς τα μεν κόμματα της βουλής λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και δάνεια από τις τράπεζες και εξασφαλίζουν προνομιακή προβολή από τα συστημικά μμε με τα οποία διαπλέκονται , τε δε μικρότερα κόμματα, ή τα νέα κόμματα αποκλείονται, τόσο από την χρηματοδότηση, όσο και από την προβολή. Οι πολίτες δεν γνωρίζουν ούτε καν την ύπαρξη κάποιων κομμάτων ακόμη και την ημέρα των εκλογών. Με αυτό τον τρόπο το πολιτικό σύστημα επιχειρεί να διαιωνίσει την εξουσία του και να αποτρέψει την ανάδειξη νέων δυνάμεων ματαιώνοντας έτσι την ανανέωση του δημόσιου βίου της χώρας. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει το δικαίωμα κάθε πολιτικού κόμματος να παρουσιάσει κατά την προεκλογική περίοδο τις θέσεις του ενώπιον των πολιτών εξίσου με τα λοιπά πολιτικά κόμματα, ανεξαρτήτως της δύναμης που έλαβε κάθε κόμμα στις προηγούμενες εκλογές.
   10. Δεν διασφαλίζεται ο αυστηρός έλεγχος των μμε σύμφωνα με τους κανόνες της διάφανειας: Τα συστημικά μμε διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία , της παρέχουν αποκλειστική προβολή και απολαμβάνουν ως αντάλλαγμα λειτουργία χωρίς άδεια και άλλες καταβολές προς το δημόσιο, προνομιακή τραπεζική χρηματοδότηση και άφθονο κρατικό χρήμα από παραχώρηση δημοσίων έργων και προμηθειών. Η διαπλοκή βλάπτει καίρια την χώρα διότι, αφενός καταληστεύεται το δημόσιο και τραπεζικό χρήμα και, αφετέρου παρεμποδίζεται η ανανέωση της πολιτικής ζωής και η ανάδειξη νέων πολιτικών ιδεών και θέσεων. Το Σύνταγμα οφείλει να σπάσει τον γόρδιο δεσμό εξουσίας, τραπεζών, εργολάβων και μμε, ορίζοντας ότι τα μμε πρέπει να διαθέτουν νόμιμη άδεια λέιτουργίας και να μην έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες και το δημόσιο.