Η Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ

Επίκαιρη ανάγκη η Ριζική Συνταγματική Αλλαγή από τον Λαό [απόφαση της Ολομέλειας της 28-9-2015 της «Π»] Τον Ιανουάριο του 2012 ένας μικρός αριθμός πολιτών συγκροτήσαμε την «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» σαν ώριμη συνέχεια και μετεξέλιξη της λαϊκής αγανάκτησης που είχε ξεσπάσει το καλοκαίρι του 2011 ενάντια στο πολιτικό σύστημα... Κάντε κλικ εδώ για να την διαβάσετε
Πατώντας το παραπάνω εικονίδιο θα μπείτε σε ιστοσελίδα με όλα τα άρθρα του ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Συντάγματος. Σε κάθε άρθρο έχει ενσωματωθεί η ΠΡΟΤΑΣΗ της Πρωτοβουλίας μας. Κάτω από κάθε άρθρο γράφετε τα σχόλιά σας ή προτάσεις αλλαγής του. Ο στόχος είναι να διαμορφωθεί το προσχέδιο ενός νέου Συντάγματος. _______________
 Σχολιασμός άρθρων ισχύοντος Συντάγματος

livestream κανάλι της Πρωτοβουλίας

Η ιστορία των συνταγματικών διατάξεων περί Ευθύνης Υπουργών

Οι διατάξεις περί ευθύνης υπουργών εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία με τη διάταξη του άρ. 80 του Συντάγματος του 1864 ως δικαίωμα της Βουλής να κατηγορεί τους υπουργούς ενώπιον 13μελούς ειδικού δικαστηρίου, προεδρευομένου από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και, ως προς τα λοιπά μέλη, συγκροτουμένου με κλήρωση μεταξύ των αεροπαγιτών, εφετών και προέδρων εφετών. Περίπου όμοια διάταξη περιελάμβανε και το άρ. 80 του Συντάγματος 1911 και αργότερα το άρ. 80 του Συντάγματος του 1952.

 Εάν όμως εντός πολιτεύματος Βασιλευομένης Δημοκρατίας, οι διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών είχαν αξία ως το δικαίωμα των εκπροσώπων του λαού να ασκούν έλεγχο και να απευθύνουν ποινική κατηγορία εναντίον των υπουργών που διορίζονταν από τον Βασιλιά, στα πολιτεύματα αβασίλευτης δημοκρατίας όπου η κυβέρνηση δεν διορίζεται από τον βασιλιά αλλά απολαμβάνει της εμπιστοσύνης της Βουλής εξελίχθηκαν σε προνομιακό καθεστώς σκανδαλώδους ασυλίας και ατιμωρησίας.

Την αρχή έκαναν τα Συντάγματα 1925 και 1927, τα οποία, για πρώτη φορά απέκλεισαν δια της διάταξης του άρ. 90 τη Δικαιοσύνη από τη δίωξη των εγκλημάτων των Υπουργών και όρισαν ότι «μόνη η Βουλή» έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα να κατηγορεί τους Υπουργούς για αδικήματα διαπραχθέντα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και να τους παραπέμπει σε δίκη ενώπιον του τότε δεύτερου νομοθετικού σώματος της Γερουσίας.

Το Σύνταγμα του 1975 δεν σταμάτησε εκεί αλλά με τη γνωστή σε όλους πλέον διάταξη του άρ. 86, (α) επέκτεινε την αρμοδιότητα της Βουλής να κατηγορεί ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, όχι μόνο τους εν ενεργεία, αλλά και όσους διετέλεσαν στο παρελθόν μέλη κυβέρνησης ή υφυπουργοί και (β) όρισε ότι χωρίς απόφαση της Βουλής δεν επιτρέπεται, όχι μόνο η παραπομπή σε δίκη, αλλά ούτε καν δίωξη ή ανάκριση ή προανάκριση από τακτικό ανακριτή, εισαγγελέα ή ανακριτικούς υπαλλήλους κατά των εν λόγω προσώπων «για πράξεις τελεσθείσες εν τη ασκήση των καθηκόντων τους».

Η αναθεώρηση του 2001, η οποία μάλιστα αποφασίστηκε με ευρύτατη πλειοψηφία, προχώρησε ακόμη περισσότερο: Αφενός, απαγόρευσε ακόμη και τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης (ήτοι διαδικασίας συνιστάμενης σε έρευνα εάν υπάρχουν ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης και διενέργειας ανάκρισης ή προανάκρισης) χωρίς απόφαση της Βουλής και, αφετέρου, φρόντισε να υφίσταται συντομότατη ειδική προθεσμία, σύμφωνα με την οποία η Βουλή δεν μπορεί να ασκήσει την αρμοδιότητά της μετά «το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της Βουλευτικής Περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος».

Με το σημερινό καθεστώς, χωρίς απόφαση της Βουλής η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να ερευνήσει ούτε καν σε αρχικό στάδιο τα εγκλήματα που διέπραξαν πρόσωπα που διετέλεσαν μέλη Κυβερνήσεων ή υφυπουργοί και επιπλέον ενώ για τα αδικήματα των απλών πολιτών μπορεί να ασκηθεί κατηγορία μέχρι και 20 έτη μετά τη διάπραξή τους, για τα μέλη κυβερνήσεων η δίωξη του ιδίου αδικήματος μπορεί να καταστεί αδύνατη μετά την πάροδο μόλις 2 ετών.

Τώρα, στο πλαίσιο της αναθεώρησης του Συντάγματος, όλα τα κόμματα της Βουλής, υπό το βάρος της λαϊκής κατακραυγής, υπόσχονται να τροποποιήσουν το άρ. 86 περί ευθύνης Υπουργών. Αλλά, όταν εξειδικεύουν τις προτάσεις τους, τα περισσότερα αναφέρονται μόνο σε κατάργηση της συντομότατης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση ποινικής δίωξης. Ας πάψει επιτέλους η υποκρισία. Η διάταξη του άρ. 86 δεν επιδέχεται απλής τροποποίησης. Χρήζει πλήρους κατάργησης και υπαγωγής των αδικημάτων των μελών κυβερνήσεων στην αρμοδιότητα της ανεξάρτητης δικαιοσύνης όπως για κάθε πολίτη.

Από τον Χρήστο Λυντέρη

* Ο Χρήστος Λυντέρης είναι διδάκτωρ Νομικής – δικηγόρος, συγγραφέας του βιβλίου «Το Σύνταγμα των Ελλήνων», εκδ. ΗΤΟΡ, 2014

 

Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για τα δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.

 

Άνοιξε πρόσφατα ο διάλογος για την συνταγματική αλλαγή, με το κυβερνών κόμμα να προχωρά σε μία πρόταση η οποία περιλαμβάνει, εκτός των άλλων, προβλέψεις και για δημοψηφίσματα πρωτοβουλίας πολιτών.

Επειδή θεωρώ τους παραπάνω θεσμούς ιδιαίτερα κρίσιμους για μία διαδικασία ριζικού εκδημοκρατισμού της χώρας, θα ήθελα να σημειώσω κάποια σχόλια όσο αφορά την πρόταση των 50 βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ.

Άρθρο 28 παρ.2

«…διεθνής συνθήκη ή συμφωνία που προβλέπει μεταβίβαση κυριαρχικώναρμοδιοτήτων του κράτους κυρώνεται υποχρεωτικά με δημοψήφισμα»

Σωστά. Θα ήταν όμως ακόμα καλύτερα αν «περνούσε» από υποχρεωτικό δημοψήφισμα (δηλαδή χωρίς την απαίτηση συλλογής υπογραφών)κάθε διακρατική συμφωνία που δεσμεύει την χώρα για μη ορισμένο χρονικό διάστημα. Έτσι ξεπερνούμε τον σκόπελο της ερμηνείας για το αν μια συμφωνία προβλέπει η όχι μεταβίβαση κυριαρχικών αρμοδιοτήτων του κράτους.  

‘Αρθρο 44 παρ.2

«…… προκηρύσσεται για κρίσιμα εθνικά θέματα μετά από αίτηση πεντακοσίων χιλιάδων πολιτών που έχουν το εκλογικό δικαίωμα ή για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εκτός από τα δημοσιονομικά, μετά από αίτηση ενός εκατομμυρίου πολιτών» και «Σε περίπτωση αμφισβήτησης για το αν η αίτηση δημοψηφίσματος με λαϊκή πρωτοβουλία αφορά κρίσιμο εθνικό θέμα ή νομοσχέδιο που ρυθμίζει σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, θα αποφαίνεται η Βουλή με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών»

Δυστυχώς εδώ οι θεσμοί σχεδόν γελοιοποιούνται. Τα όρια υπογραφής είναι δυσθεώρητα υψηλά (προσωπικά δεν γνωρίζω κάτι ανάλογο στον υπόλοιπο κόσμο). Για να έχουμε μία αίσθηση θα σημειώσω πως στην Ελβετία (η οποία έχει παραπλήσιο πληθυσμό με την Ελλάδα) και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, το ακυρωτικό δημοψήφισμα απαιτεί την συλλογή μόλις 50.000 υπογραφών, χωρίς καμία εξαίρεση όσο αφορά τους νόμους που μπορούν να ακυρωθούν. Στην Πολιτεία της Καλιφόρνια των 40 εκατομμυρίων κατοίκων, το αντίστοιχο ακυρωτικό δημοψήφισμα απαιτεί την συλλογή 365.880 υπογραφών και στην Ιταλία των  61 εκατομμύριων απαιτούνται 500.000 υπογραφές. Έτσι, τα όρια των 500.000 και ενός εκατομμυρίου υπογραφών για την Ελλάδα μόνο σαν κακόγουστο αστείο μπορεί να ιδωθούν. Τα όρια αυτά ακυρώνουν τον θεσμό και επιτρέπουν μόνο σε ανθρώπους και οργανισμούς που μπορούν να αντέξουν το κόστος να προσπαθήσουν κάτι τέτοιο, αφήνοντας την κοινωνία των πολιτών έξω από αυτή την σπουδαία, δημοκρατική διαδικασία.Θεωρώ πως για μία χώρα όπως η Ελλάδα τα όρια υπογραφών θα έπρεπε να είναι 75.000 υπογραφές για ακυρωτικά δημοψηφίσματα και δημοψηφίσματα νομοθετικών πρωτοβουλιών πολιτών (εντός διαστήματος τριών μηνών και ενός έτους αντίστοιχα) και 150.000 υπογραφές, εντός 18 μηνών, για δημοψηφίσματα συνταγματικής πρωτοβουλίας πολιτών.

Μένει όμως μόνο εκεί η πρόταση της κυβέρνησης; Όχι! Αποδυναμώνει ακόμα περισσότερο τον θεσμό αφού δίνει στην Βουλή το δικαίωμα να κρίνει κατά το δοκούν ποια θέματα μπορούν τελικά να αποτελέσουν αντικείμενο ενός δημοψηφίσματος!

Τέλος, και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο όλων, η πρόταση της κυβέρνησης εξαιρεί τα δημοσιονομικά ζητήματα. Ξεχνούν οι κυβερνώντες πως τα χρήματα που διαχειρίζονται δεν είναι δικά τους και ότι αποτελούν μέρος μιας πολιτικής ελίτ που έχει καταστρέψει σχεδόν ολοκληρωτικά την χώρα. Ξεχνούν επίσης πως σε μία δημοκρατία οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να αποφασίζουν, τουλάχιστον, για όλα όσα είναι σε θέση να αποφασίζουν οι αντιπρόσωποι τους.

Φαίνεται λοιπόν πως οι 50 του ΣΥΡΙΖΑ δεν γνωρίζουν ή δεν θέλουν να προχωρήσουν σε μια πρόταση η οποία να έχει κάποιο ουσιαστικό νόημα. Ο καθένας μας μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματα του όσο αφορά το γιατί.

‘Αρθρο 73 παρ.1

«……προκειμένου να καθιερωθεί συνταγματικά ο θεσμός της λαϊκής νομοθετικής πρωτοβουλίας. Δηλαδή να αναγνωριστεί η δυνατότητα σε εκατό χιλιάδες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα να υποβάλλουν προτάσεις νόμου, οι οποίες θα εισάγονται υποχρεωτικά στη Βουλή για συζήτηση, επεξεργασία και ψήφιση. Τη διαδικασία και τους όρους ενεργοποίησης του θεσμού θα καθορίζει εκτελεστικός νόμος.»

 

Εδώ δεν έχουμε καν την πρόταση κάποιου δημοψηφίσματος. Οι πολίτες μπορούν απλά και μόνο να υποβάλλουν μια πρόταση νόμου. Στην συνέχεια η Βουλή είναι υποχρεωμένη να συζητήσει την πρόταση νόμου, να την επεξεργαστεί (με ό,τι μπορεί να συνεπάγεται αυτό) και στο τέλος να την ψηφίσει ή όχι! Τι να σχολιάσει εδώ κανείς; Ποια ομάδα πολιτών ή συλλογικότητα θα μπει στην διαδικασία να συλλέξει 100.000 υπογραφές (σκεφτείτε το κόστος μιας τέτοιας προσπάθειας) για να έχει απλά το δικαίωμα να συζητήσει η Βουλή την πρόταση της; Αν οι πολίτες είχαν την δυνατότητα να συνεχίσουν την συλλογή υπογραφών (όπως για παράδειγμα συμβαίνει στην Πολιτεία της Μασαχουσέτης) και έτσι, αν δεν ικανοποιηθούν από τον τρόπο που η Βουλή θα αντιμετωπίσει το αίτημα τους, να προχωρήσουν σε ένα δημοψήφισμα νομοθετικής πρωτοβουλίας πολιτών, τότε η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ θα είχε κάποιο νόημα. Βέβαια, και πάλι, με αρκετά μικρότερα όρια συλλογής υπογραφών (π.χ. αρχικά 35.000 υπογραφές σε ένα διάστημα έξι μηνών προκειμένου να συζητηθεί η πρόταση τους στην Βουλή και στην συνέχεια 75.000 υπογραφές σε ένα διάστημα ενός έτους για να προκαλέσουν, αν το επιθυμούν, νομοθετική πρωτοβουλία πολιτών).  

 

Τα παραπάνω είναι όσα προτείνει η κυβέρνηση. Ας δούμε όμως – και αυτό έχει την σημασία του – τι ξέχασε να προτείνει.  

 

Πρώτον, λάμπει δια της απουσίας της η συνταγματική πρωτοβουλία πολιτών. Με τον θεσμό αυτό είναι οι πολίτες αυτοί που ορίζουν το περιεχόμενο του συντάγματος της χώρας τους. Ο συλλογισμός πίσω από μια τέτοια λογική είναι απλός. Το Σύνταγμα μίας χώρας δεν αποτελεί νομικό, αλλά πολιτικό κείμενο. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γράφεται από τους πολίτες, με έναν άμεσο (συνταγματικές πρωτοβουλίες πολιτών) ή έμμεσο (προτάσεις κομμάτων και εκλεγμένων αντιπροσώπων μας) τρόπο, αλλά να επικυρώνεται πάντα από τους πρώτους μέσω δημοψηφίσματος.

Δεύτερον, είναι η τελική, αυτή, επικύρωση από τους πολίτες που λείπει ίσως περισσότερο από όλα από την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Βέβαια θα μπορούσε κάποιος να πει πως κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από το ισχύον Σύνταγμα και αποτελεί παραβίαση του. Δυστυχώς αυτό κάνει η αντιπολίτευση αλλά και ένα μεγάλο μέρος των «ειδικών». Ερμηνεύουν το Σύνταγμα κατά γράμμα και απαιτούν να μην έχουν οι πολίτες τον τελικό λόγο στην διαμόρφωση του σπουδαιότερου πολιτικού κειμένου της χώρας. Για άλλη μία φορά, σύσσωμη η πολιτική ελίτ και ένα μεγάλο μέρος της «πνευματικής» και των «ειδικών» αποδεικνύουν τις βαθύτατα αντιδημοκρατικές τους πεποιθήσεις.

Βουρλής Πέτρος

 

Παρέμβαση για την Συνταγματική Αναθεώρηση

 

Η κίνηση πολιτών «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή»  είχε εκφράσει ήδη από το 2012 το αίτημα για μία μεγάλη μεταρρύθμιση του Συντάγματος, η οποία θα αναμόρφωνε πλήρως το απαρχαιωμένο πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης, εμφυτεύοντας νέους θεσμούς προς την κατεύθυνση της άμεσης συμμετοχής των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, της πλήρους διάκρισης των εξουσιών, της πολιτικής ισότητας, της λογοδοσίας και του δημοσίου ελέγχου όσων διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα.

Σπεύσαμε μάλιστα να τονίσουμε ότι η χρεοκοπία της χώρας, η απώλεια μέρους της εθνικής της κυριαρχίας και η οικονομική καταστροφή μεγάλου μέρους της ελληνικής κοινωνίας, όχι απλώς δικαιολογούσαν, αλλά επέβαλαν, την ανάγκη, αντί απλής αναθεώρησης, να θεσπιστεί εξ υπαρχής νέο Σύνταγμα με την συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας , ως μία νέα παλιγγενεσία , μέσω δημόσιας διαβούλευσης και δημοψηφίσματος, ώστε για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική ιστορία το Σύνταγμα της χώρας να μην επιβληθεί «εκ των άνω» αλλά οι πολίτες να αποφασίσουν , όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες, οι ίδιοι για το Σύνταγμά τους.

Το πολιτικό σύστημα δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον να αξιοποιήσει την μεγάλη ευκαιρία αναγέννησης της χώρας, αλλά προτίμησε την στενή διαδικασία αναθεώρησης του άρ. 110 του Συντάγματος , η οποία αφήνει τους πολίτες στο περιθώριο, καταλείπει το σύνολο της αρμοδιότητας αλλαγής του Συντάγματος αποκλειστικά στην Βουλή και απαγορεύει κάθε συζήτηση για μετάβαση από το προβληματικό υφιστάμενο πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σε πολίτευμα πλήρους διάκρισης των εξουσιών, όπως η Προεδρική Δημοκρατία το οποίο, και πιο δημοκρατικό είναι, αφού προβλέπει ξεχωριστές εκλογές, τόσο για την ανάδειξη της βουλής, όσο και για την ανάδειξη κυβέρνησης και εξασφαλίζει κυβερνητική σταθερότητα, αφού η κυβέρνηση έχει σταθερή θητεία και δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής.

Ήδη η πρόταση ΣΥΡΙΖΑ με την οποία εκκίνησε η διαδικασία αναθεώρησης , παρά τις εξαγγελίες, όχι μόνο δεν επαρκεί για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος όπως επαγγέλλεται, αλλά σε πολλά σημεία της είναι προσχηματική. Οι θέσεις της που αφορούν την «αρχιτεκτονική του πολιτεύματος» δεν δύνανται να αγγίξουν τις εγγενείς αδυναμίες του πολιτεύματος της Προδρευομένης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας, ενώ οι θέσεις της για το «Κράτος Δικαίου», αντί να καταργούν τις ασυλίες των βουλευτών και τις διατάξεις περί ευθύνης Υπουργών, απλώς τις περιορίζουν, ενώ επίσης δεν θίγουν, ούτε  τα προνόμια των βουλευτών , ούτε την επιλογή της ηγεσίας των δικαστηρίων από την κυβέρνηση, ούτε την έλλειψη λογοδοσίας και ελέγχου στα οικονομικά των κομμάτων και όσων ασκούν δημόσια εξουσία, ούτε εισάγουν νέους θεσμούς όπως το Συνταγματικό Δικαστήριο, ή η κλήρωση για την ηγεσία της Δικαιοσύνης, ή την συγκρότηση των  Ανεξάρτητων Αρχών.  Μεγάλο παράδειγμα υποκρισίας αποτελεί  όμως και η πρόταση εισαγωγής του θεσμού των δημοψηφισμάτων με λαϊκή πρωτοβουλία , καθώς για την διενέργειά τους σε μία χώρα 11 εκατομμυρίων προτείνεται η συλλογή του υπέρογκου αριθμού του 1.000.000 υπογραφών για κατάργηση ψηφισμένου νόμου που αφορά σοβαρό κοινωνικό ζήτημα και των 500.000 για κρίσιμο εθνικό θέμα και μάλιστα υπό την αίρεση ότι, σε περίπτωση αμφισβήτησης για την νομιμότητα, αποφαίνεται η Βουλή, ενώ αντίστοιχα στην Ιταλία, η οποία έχει πολλαπλάσιο της Ελλάδος πληθυσμό 62 εκατομμυρίων, απαιτούνται 500.000 υπογραφές για την διενέργεια δημοψηφίσματος, προβλέπεται δημοψήφισμα και για την αλλαγή του Συντάγματος και η νομιμότητα κρίνεται, όχι από την Βουλή, αλλά από ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο.

Η διαδικασία του άρ. 110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών μόνο ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή, χωρίς να ρωτήσει και χωρίς να δώσει λόγο σε κανέναν, να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με απλή κυβερνητική πλειοψηφία 151 βουλευτών , είναι φανερό ότι δεν παρέχει καμία απολύτως εγγύηση ότι οι αλλαγές που θα συντελεστούν να είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας. Καμία εγγύηση εξάλλου δεν  προσφέρει και η αντίστροφη προβλεπόμενη διαδικασία του άρ.110, βάσει της οποίας η παρούσα βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 151 βουλευτών ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και στην συνέχεια παρέχεται η εξουσία στην επόμενη βουλή να αποφασίσει το ακριβές περιεχόμενο της αναθεώρησης με πλειοψηφία 180 βουλευτών, διότι , όπως απέδειξε η εμπειρία της αναθεώρησης 2008, τα πολιτικά κόμματα φροντίζουν να μην συναινούν και οδηγούν την διαδικασία σε γελοιοποίηση.

Είναι προφανές ότι μόνο η δεσμευτική συμμετοχή των πολιτών αποτελεί εγγύηση ότι η αλλαγές στο Σύνταγμα θα αφορούν το συμφέρον όλων και όχι των ολίγων. Ακολούθως ,εάν  τα πολιτικά κόμματα δεν είναι αντάξια της ιστορικής στιγμής και δεν είναι εις θέση να προωθήσουν μεταρρυθμίσεις ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος, έχουν μία λύση: Να αναθεωρήσουν μόνο το άρ. 110 ώστε να προβλεφθεί διαδικασία αναθεώρησης, είτε με λαϊκή πρωτοβουλία 200.000 υπογραφών, είτε με πρωτοβουλία της βουλής και υποχρεωτική επικύρωση με  δημοψήφισμα και, κατόπιν, να  ξεκινήσει αμέσως και χωρίς καμία απαγόρευση η πραγματική διαδικασία συνταγματικής αλλαγής.

Αθήνα, 11-11-2018

Η Ομάδα Συντονισμού

Δημοκρατία ναι, όχι όμως ουτοπική ή επικίνδυνη!

   

Καμία όρεξη δεν έχει το πολιτικό σύστημα για συμμετοχικά παίγνια ή άλλους πολιτειακούς πειραματισμούς· ακόμα κι αν είναι …για πλάκα! Ο «λαϊκισμός» καραδοκεί και δεν είναι ώρα για τέτοια… Αυτό είναι το κεντρικό συμπέρασμα απ’ όσα είπε ο Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας και σημαίνων συνταγματολόγος, Προκόπης Παυλόπουλος, στο Συνέδριο με τίτλο «Προεδρική Δημοκρατία versus Προεδρευόμενης Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας» που διεξήχθη την περασμένη Τρίτη 16 Οκτωβρίου στην Κύπρο με συνδιοργανωτές την Κυπριακή και την Ελληνική Βουλή.

Εκ πρώτης όψεως η ομιλία του Πρ. Παυλόπουλου ήταν μια ψύχραιμη και ακαδημαϊκώς ορθή ανάλυση των διαφορών ανάμεσα σε άμεση και αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς και μεταξύ προεδρευομένης και προεδρικής. Όλοι όμως κατάλαβαν πως αυτό που κυρίως τον ενδιέφερε ήταν να εκφράσει τη διαφωνία του προς το σχέδιο συνταγματικής αναθεώρησης που είχε παρουσιάσει ο Αλ. Τσίπρας τον Ιούλιο 2016 στο περιστύλιο της Ελληνικής Βουλής. (Βλ. ομιλία και video στην ιστοσελίδα neosyntagma.net «O Αλ. Τσίπρας για τη Συνταγματική αναθεώρηση» 25/7/2016, και ανάλυση στο άρθρο μου «Συνταγματική αναθεώρηση για όλα τα γούστα», Δρόμος, φ. 322, 30/7/2016).

Ο Πρ. Παυλόπουλος επικέντρωσε τις αντιρρήσεις του σε δύο από τις ιδέες αυτού του σχεδίου: α) τα δημοψηφίσματα με πρωτοβουλία πολιτών, και β) τις αλλαγές στο θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, με ενδεχόμενη εκλογή του απ’ ευθείας από τον λαό σε περίπτωση που αποβεί άκαρπη η εκλογή του διά του κοινοβουλίου, και με «λελογισμένη αύξηση των αρμοδιοτήτων του». Τα δημοψηφίσματα, είπε ο Πρ. Παυλόπουλος, εγκυμονούν «συγκεκριμένους κινδύνους για τους κρατικούς θεσμούς και το κοινωνικό σύνολο» και τροφοδοτούν «ρεύματα υφέρποντος λαϊκισμού». Και στη συνέχεια προσέθεσε πως θα ήταν προτιμότερο «να μην υιοθετηθεί η ιδέα της απευθείας από τον Λαό εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας, και μάλιστα με ιδιαιτέρως ενισχυμένες αρμοδιότητες», διότι κάτι τέτοιο «θα κατέληγε, οιονεί νομοτελειακώς, σε ένα είδος θεσμικής και πολιτικής δυαρχίας στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας».

Η αίθουσα του Συνεδριακού Κέντρου Φιλοξενία στη Λευκωσία, την ώρα που προσέρχονται οι Πρόεδροι της Κυπριακής και της Ελληνικής Δημοκρατίας, Ν. Αναστασιάδης και Πρ. Παυλόπουλος, και οι συνδιοργανωτές Πρόεδροι του Κυπριακού και του Ελληνικού Κοινοβουλίου, Δ. Συλλούρης και Ν. Βούτσης. Μετά τους χαιρετισμούς και τις δύο κεντρικές ομιλίες το συνέδριο συνεχίστηκε με τρεις συνεδρίες: Στην πρώτη το θέμα ήταν η συγκριτική ανάλυση του κυπριακού και του ελλαδικού πολιτεύματος από τους Χρ. Κληρίδη και Γ. Σωτηρέλη. Στη δεύτερη συνεδρία συζητήθηκε ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων στο κυπριακό και το ελλαδικό πολιτικό σύστημα από τους Κ. Χρυσοστομίδη και Μ. Σπουρδαλάκη. Στην τρίτη συνεδρία έγινε μια γενική συζήτηση για τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των δύο μορφών αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, προεδρικής και προεδρευομένης, από τους Αλ. Μαρκίδη, Κ. Κόμπο, Χρ. Λυριντζή και την Π. Φουντεδάκη, με συντονιστή τον Αντ. Μανιτάκη. Στην ιστοσελίδα της Κυπριακής Βουλής των Αντιπροσώπων (στις εκδηλώσεις) έχουν αναρτηθεί: το πλήρες πρόγραμμα με όλους τους συμμετέχοντες και τις ομιλίες αναλυτικά, καθώς και ολόκληρο το συνέδριο βιντεοσκοπημένο

Πρέπει εδώ να αναφερθεί πως και οι δύο αυτές ιδέες –όχι βέβαια στην απονευρωμένη και παραπλανητική εκδοχή που τις υιοθέτησε η επιτροπή του Αλ. Τσίπρα– είχαν υποστηριχθεί από ομάδες και κινήσεις πολιτών μετά τις Πλατείες του 2011 σαν κεντρικά ζητούμενα για ένα Νέο Σύνταγμα που θα εξέφραζε τη στροφή της χώρας προς την ουσιαστικοποίηση της δημοκρατίας και της λαϊκής συμμετοχής. Υποστηρίχθηκε σε κινηματικό επίπεδο η ιδέα για δημοψηφίσματα με λαϊκή πρωτοβουλία (με υπογραφές 50 ή 100 χιλιάδων πολιτών, και όχι με 500 χιλιάδες ή 1 εκατομμύριο, που λέει η επιτροπή του Τσίπρα, ακυρώνοντας στην ουσία τον θεσμό). Και διατυπώθηκε επίσης η ιδέα της ριζικής διάκρισης των εξουσιών με μετατροπή του πολιτεύματος σε αμιγή Προεδρική Δημοκρατία (κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που υιοθέτησε η συνταγματική επιτροπή Τσίπρα για ενίσχυση του προεδρικού θεσμού στο πλαίσιο του ισχύοντος κοινοβουλευτικού συστήματος).

Και οι δύο αυτές ιδέες (Δημοψηφίσματα και Προεδρική Δημοκρατία) είχαν τότε υποστεί κριτική από αριστερή και δημοκρατική σκοπιά, είτε ως ανούσιες, είτε ακόμα και ως επικίνδυνες. Είχε, για παράδειγμα, λεχθεί πως τα δημοψηφίσματα είναι ένας τρόπος να υφαρπάζεται η λαϊκή συγκατάνευση μέσα από τα απλουστευτικά διλήματα Ναι-Όχι που τίθενται «εκ των άνω». Και υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαν να θεωρηθούν ολιγαρχικός θεσμός. Και σαν ολιγαρχική είχε επίσης χαρακτηριστεί η ιδέα του προεδρικού συστήματος, επειδή μεταθέτει (υποτίθεται) την εξουσία σε έναν, ενώ το κοινοβουλευτικό σύστημα τη μοιράζει (υποτίθεται) σε πολλούς.

Ας μη μπούμε τώρα σ’ αυτή τη συζήτηση, που έτσι κι αλλιώς δεν έχει το νόημα που είχε το 2011-15, τότε που υπήρχε ακόμα η ελπίδα ότι θα ξεφεύγαμε από τον μονόδρομο των μνημονίων και της αποικίας χρέους. Αξίζει παρ’ όλα αυτά να σημειωθεί –και μας το θύμισε ο Πρ. Παυλόπουλος με την ομιλία του– πως όσο το φάσμα του «λαϊκισμού» απλώνεται πάνω από τις κεντρικές χώρες του δυτικού κόσμου, τόσο τα ζητήματα αυτά που αφορούν την αρχιτεκτονική των συγχρόνων δημοκρατιών τίθενται και ξανατίθενται, προβληματίζοντας τις κυβερνώσες ελίτ. Διότι είναι ακριβώς εκεί που φάνηκε ότι μπορεί το σύστημα να ξεφύγει από τον έλεγχό τους· είτε όταν ερωτάται απ’ ευθείας ο λαός (δημοψηφίσματα), είτε όταν υποχρεούνται να συμφωνήσουν σε κάτι κατάφορα καταστροφικό και αντιλαϊκό περισσότεροι του ενός πόλοι εξουσίας (π.χ. Προεδρική Δημοκρατία).

Αυτό που μας θύμισε ο Πρ. Παυλόπουλος με την ομιλία του είναι πως όσο το φάσμα του «λαϊκισμού» απλώνεται πάνω από τις κεντρικές χώρες του δυτικού κόσμου, τόσο τα ζητήματα αυτά που αφορούν την αρχιτεκτονική των συγχρόνων δημοκρατιών τίθενται και ξανατίθενται, προβληματίζοντας τις κυβερνώσες ελίτ

Το θέμα με τα δημοψηφίσματα είναι λίγο ως πολύ γνωστό. Και είναι γνωστή η απέχθεια εδώ και χρόνια βασικών στελεχών του πολιτικού συστήματος στο να δίνεται ο λόγος στην αδαή «πλέμπα» (Μπακογιάννη, Βενιζέλος κ.ά.). Δεν παραλείπουν άλλωστε να μας το ξαναθυμίσουν με κάθε ευκαιρία, όπως έκαναν με το Brexit, την Ιταλία και την Καταλωνία. Όμως ανάλογο είναι και το θέμα της Προεδρικής Δημοκρατίας ή του ρόλου που μπορεί να παίξει ένας ισχυρός και ανεξάρτητος Πρόεδρος. Εμείς μπορεί να μην το θυμόμαστε, αλλά οι τεχνικοί του συστήματος θυμούνται πολύ καλά ότι στην κρίση της Ισλανδίας (2008-2011) την υπόθεση την τίναξε στον αέρα ο κατά τα άλλα συντηρητικότατος Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους, που αρνήθηκε να προσυπογράψει τα εκεί μνημόνια, και προκάλεσε πολιτική κρίση απευθυνόμενος στον λαό. Ή κάτι στο οποίο επίσης δεν έχουμε δώσει σημασία. Ότι οι Λατινικές Δημοκρατίες που επιμένουν στην κόντρα τους με την παγκόσμια ολιγαρχική ελίτ, έχουν προεδρικά συστήματα, και ότι για τις ειδικότερες θεσμικές πλευρές του πολιτικού τους συστήματος (ρόλος των επιμέρους εξουσιών, δικλείδες ελέγχου κ.λπ.) έχουν δοθεί και δίνονται διαρκώς σκληρές μάχες, με αλλεπάλληλες συνταγματικές αναθεωρήσεις.

Αυτά είχε προφανώς κατά νου ο Πρ. Παυλόπουλος όταν έλεγε στο ακροατήριό του πως η ενίσχυση του Προέδρου Δημοκρατίας «θα οδηγούσε, ενδεχομένως, σε μια συνταγματικώς προβληματική στροφή του Πολιτεύματος προς την κατεύθυνση της Προεδρικής Δημοκρατίας» και πως η λήψη αποφάσεων απευθείας από τον λαό, ιδίως «μέσα σε συνθήκες κρίσης και επείγοντος… αγγίζει τα όρια της ουτοπίας και, ακόμη περισσότερο, της υποδόριας επικινδυνότητας ως προς την εξυπηρέτηση του εθνικού και του δημόσιου συμφέροντος».

Η συνταγματική αναθεώρηση ante portas

Τη συνταγματική αναθεώρηση δεν τη θυμήθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας χωρίς λόγο. Την επανέφερε πρόσφατα στην επικαιρότητα ο Αλ. Τσίπρας, θεωρώντας τη μάλιστα βασική του πολιτική επιδίωξη. Το είπε αρχές Σεπτεμβρίου στην ομιλία του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, το υπογράμμισε στις μετέπειτα επαφές του με τον Αρχιεπίσκοπο (με τον οποίο προφανώς συζήτησαν τη συνταγματική θέση της Εκκλησίας), και το τόνισε ιδιαίτερα στην τελευταία συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ. Και θα αποτελέσει, απ’ ό,τι λέγεται, κεντρικό θέμα στην επόμενη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, ώστε τέλη Οκτωβρίου να υπάρχει συμφωνία στην Κοινοβουλευτική Ομάδα και αρχές Νοεμβρίου να ξεκινήσει η κοινοβουλευτική διαδικασία. Προφανώς το επιτελείο του Αλ. Τσίπρα τη βλέπει σαν ένα από τα πεδία ιδεολογικής σύγκλισης με την ευρύτερη κεντροαριστερά, και σαν έναν από τους άξονες αντιπαράθεσης στην πόλωση που επιδιώκει με τη Ν.Δ. και μερίδα του πολιτικού συστήματος.

Σχόλια

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΡΟΣ 2o

10 ΚΡΑΥΓΑΛΕΕΣ ΕΛΛΕΙΨΕΙΣ

  Στο 1ο μέρος της παρούσας τριλογίας ανάδειξης των σοβαρών ζητημάτων του οπισθοδρομικού Συντάγματος της Ελλάδος αναφερθήκαμε σε δέκα απαράδεκτες διατάξεις του , οι οποίες χρήζουν ριζικής αναμόρφωσης. Αλλά το πράγμα δεν σταματάει εδώ: Το ισχύον Σύνταγμα παρουσιάζει και κραυγαλέες ελλείψεις. Εξ αυτών, οι δέκα πιο σημαντικές είναι οι ακόλουθες:
  1. Δεν προβλέπεται υποχρεωτική λογοδοσία όλων όσοι ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα: Η έλλειψη μίας τέτοιας γενικής διάταξης στο Σύνταγμα, επέτρεψε σε πολιτικούς να εξαπατούν χωρίς κυρώσεις τους πολίτες με ψευδείς υποσχέσεις και ήταν υπεύθυνη για την εικόνα πρωθυπουργών που παραδίδουν στους διαδόχους τους άδεια γραφεία, και υπουργών που κατά την αποχώρησή τους από το υπουργείο παίρνουν μαζί τους χωρίς κανέναν έλεγχο δημόσια αρχεία και λίστες. Η έλλειψη λογοδοσίας οδηγεί ασφαλώς στην αυθαιρεσία. Το Σύνταγμα θα έπρεπε περιλαμβάνει μία γενική διάταξη η οποία να επιτάσσει ότι κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί δημόσια εξουσία ή διαχειρίζεται δημόσιο χρήμα οφείλει να ελέγχεται κατά την διάρκεια της θητείας του και να λογοδοτεί δημόσια μετά το τέλος αυτής.Όλοι όσοι διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα δεν θα πρέπει να προστατεύονται από κανένα απόρρητο και η εικόνα της περιουσία τους θα πρέπει να είναι προσιτή σε κάθε πολίτη της χώρας.
     2. Δεν προβλέπεται υποχρεωτικός έλεγχος των οικονομικών των πολιτικών κομμάτων από την Δικαιοσύνη: Το άρ. 29 Σ , το οποίο αναφέρεται στα πολιτικά κόμματα, προβλέπει έλεγχο μόνο στις εκλογικές τους δαπάνες από όργανο στο οποίο συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί.Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων να είναι διάτρητος και να  διενεργείται από επιτροπή στην οποία οι δικαστές είναι μειοψηφία. Τα κόμματα, αντί χώροι άσκησης δημοκρατίας, έχουν αποδειχθεί εστίες διαφθοράς και διαπλοκής, αφού έχει αποδειχθεί ότι αντί να ενεργούν με γνώμονα το εθνικό συμφέρον πολλές φορές δωροδοκούνται βλαπτοντας το δημόσιο χρήμα προκειμένου να παράσχουν πολιτική προστασία. Τα οικονομικά τους πρέπει να ελέγχονται από το ανώτατο δικαστήριο του Ελεγκτικού Συνεδρίου χωρίς κανένα τραπεζικό ή άλλο απόρρητο.
      3. Δεν υφίσταται Συνταγματικό Δικαστήριο: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων διενεργείται από τα δικαστήρια όλων των βαθμίδων, παρεπιμπτόντως, δηλαδή πάντοτε με αφορμή μία ατομική περίπτωση, ή μία ατομική διοικητική πράξη, ενώ επιπλέον δεν επιτρέπεται ο έλεγχος εάν τηρήθηκε η συνταγματική διαδικασία για την ψήφιση ενός νόμου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα ο έλεγχος να είναι ελλειπής, να υπάρχει ανασφάλεια δικαίου και να εκδίδονται αντιφατικές αποφάσεις. Χρειαζόμαστε ένα ανεξάρτητο Συνταγματικό Δικαστήριο , κατά τα πρότυπα της Ιταλίας ή της Γερμανίας, με μέλη νομικούς αλλά όχι αποκλειστικά τακτικούς δικαστές ( λ.χ. 15μελές του οποίου τα μέλη θα επιλέγονται με κλήρωση μεταξύ ανωτάτων δικαστών, καθηγητών των νομικών σχολών και δικηγόρων με τουλάχιστον 20ετή εμπειρία), το οποίο θα αναλαμβάνει , είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προσφυγής, τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων , συμπεριλαμβανομένου και του ελέγχου της τπηρησης της προβλεπόμενης διαδικασίας για την ψήφισή τους. 
    4. Δεν υπάρχει περιορισμός θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων: Η ύπαρξη δυνητικά απεριόριστου αριθμού θητειών για βουλευτές και μέλη κυβερνήσεων προσέδωσε καθεστωτικό και επαγγελματικό χαρακτήρα στην άσκηση της εξουσίας τους και οδήγησε πολλούς εξ αυτών σε παράνομες πράξεις και απατηλές υποσχέσεις προκειμένου να πετύχουν την επανεκλογή τους. Ακόμη και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ δεν επιτρέπεται να εκλέγεται για περισσότερες από δύο θητείες. Απαιτείται  συνταγματική διάταξη η οποία θα απαγορεύει στο ίδιο πρόσωπο να εκλέγεται βουλευτής ή αρχηγός της κυβέρνησης για περισσότερες από δύο θητείες.
5. Δεν υπάρχει ασυμβίβαστο μεταξύ βουλευτή και μέλους κυβέρνησης: Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ασυμβίβαστο των θέσεων βουλευτή και μέλους κυβέρνησης είχε ως αποτέλεσμα την υποταγή της νομοθετικής στην εκτελεστική εξουσία. Οι βουλευτές, αντί να νομοθετούν, μετατράπηκαν σε θλιβεροί χειροκροτητές της κυβέρνησης προκειμένου να εξασφαλίσουν κυβερνητική θέση, ενώ τα γραφεία των υπουργών, αντί να διοικούν, μετατράπηκαν σε χώρους ρουσφετιών προκειμένου να εξασφαλιστεί η επανεκλογή τους ως βουλευτές. Χρειάζεται ρητή διάταξη η οποία να ορίζει ότι τα  μέλη της κυβέρνησης απαγορεύεται να έχουν την βουλευτική ιδιότητα. Αυτή η αυστηρή διάκριση των εξουσιών θα προσδώσει κύρος τόσο στην βουλευτική, όσο και στην εκτελεστική εξουσία.
6. Δεν προβλέπονται χωριστές εκλογές για ανάδειξη της Βουλής και της Κυβέρνησης: Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, Πρωθυπουργός διορίζεται ο αρχηγός του κόμματος που διαθέτει  την απόλυτη πλειοψηφία στην βουλή, ή εκείνος που θα πετύχει να λάβει η κυβέρνησή του μέσα από συνεργασία κομμάτων την εμπιστοσύνη της Βουλής. Η διάταξη αυτή, με βάση την οποία διενεργούνται μόνο βουλευτικές εκλογές και η κυβέρνηση προκύπτει μέσα από την βουλή, αντίκειται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δημιούργησε σύγχυση στους πολίτες για τα κριτήρια της ψήφου τους στις βουλευτικές εκλογές, επέφερε σχέσεις διαπλοκής μεταξύ βουλευτικής και εκτελεστικής εξουσίας και, τελικώς, και έλλειψη κυβερνητικής σταθερότητας. Απαιτείται η θέσπιση ξεχωριστών εκλογών για την ανάδειξη της βουλής και της κυβέρνησης, ώστε οι πολίτες να δύνανται να ψηφίζουν με άλλα κριτήρια για την επιλογή των νομοθετών και με άλλα για την επιλογή των προσώπων που θα διοικήσουν το κράτος.  Επίσης, θα πρέπει να καταργηθεί ως άνευ νοήματος η απαίτηση η κυβέρνηση να διαθέτει την εμπιστοσύνη της βουλής.
7. Το Σύνταγμα δεν προβλέπει αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα: Απεναντίας, ορίζει στο άρ. 37 ότι ο Πρωθυπουργός πρέπει να είναι και αρχηγός του κόμματος που έχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στην Βουλή. Η διάταξη αυτή, εάν συνδυαστεί με τόσες άλλες που ήδη αναφέρθηκαν, κατέστησε τον πρωθυπουργό κυρίαρχο του πολιτικού παιχνιδιού αφού το ίδιο πρόσωπο ελέγχει το κόμμα, την κυβέρνηση, την βουλή και διορίζει την ηγεσία της Δικαιοσύνης χωρίς να ελέγχεται από κανέναν. Απαιτείται η αποσύνδεση της κυβέρνησης από το κόμμα. Ο αρχηγός της κυβέρνησης δεν πρέπει να είναι αρχηγός του κόμματός του.
 8. Δεν κατοχυρώνονται ούτε καν στοιχειώδεις θεσμοί εσωκομματικής δημοκρατίας: Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα λειτουργούν με όρους Τρίτου Κόσμου. Διοικούνται από λίγα πρόσωπα ή ομάδες, χωρίς σταθερούς κανόνες λειτουργίας. Οι αρχηγοί καθορίζουν την ηγετική ομάδα, διαγράφουν πρόσωπα και διαλύουν όργανα που δεν τους είναι αρεστά. Υπό αυτές τις συνθήκες, πολίτες με αξιοπρέπεια, ανεξαρτησία και εντιμότητα, οι οποίοι θα μπορούσαν να συμβάλουν στον πολιτικό βίο της χώρας, αποφεύγουν να ενταχθούν στα πολιτικά κόμματα και αφήνουν την θέση τους στους αφισοκολλητές και στους διεφθαρμένους.  Αλλά το πολιτικό κόμμα είναι θεσμός της Δημοκρατίας, οφείλει να παράγει ιδέες , θέσεις και προτάσεις και η λειτουργία του με όρους ιδιοκτησίας, ή συμμορίας έχει σοβαρές συνέπειες για την λειτουργία του πολιτεύματος. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει την εσωκομματική δημοκρατία επιβάλλοντας θεσμούς όπως το καταστατικό υποχρεωτικής ισχύος, το εσωκομματικό δημοψήφισμα, η ανάδειξη των οργάνων μέσα από εκλογές κλπ. 
        9. Δεν  κατοχυρώνεται η πολιτική ισότητα των κομμάτων: Υφίστανται τεράστιες ανισότητες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, καθώς τα μεν κόμματα της βουλής λαμβάνουν κρατική χρηματοδότηση και δάνεια από τις τράπεζες και εξασφαλίζουν προνομιακή προβολή από τα συστημικά μμε με τα οποία διαπλέκονται , τε δε μικρότερα κόμματα, ή τα νέα κόμματα αποκλείονται, τόσο από την χρηματοδότηση, όσο και από την προβολή. Οι πολίτες δεν γνωρίζουν ούτε καν την ύπαρξη κάποιων κομμάτων ακόμη και την ημέρα των εκλογών. Με αυτό τον τρόπο το πολιτικό σύστημα επιχειρεί να διαιωνίσει την εξουσία του και να αποτρέψει την ανάδειξη νέων δυνάμεων ματαιώνοντας έτσι την ανανέωση του δημόσιου βίου της χώρας. Το Σύνταγμα οφείλει να κατοχυρώσει το δικαίωμα κάθε πολιτικού κόμματος να παρουσιάσει κατά την προεκλογική περίοδο τις θέσεις του ενώπιον των πολιτών εξίσου με τα λοιπά πολιτικά κόμματα, ανεξαρτήτως της δύναμης που έλαβε κάθε κόμμα στις προηγούμενες εκλογές.
   10. Δεν διασφαλίζεται ο αυστηρός έλεγχος των μμε σύμφωνα με τους κανόνες της διάφανειας: Τα συστημικά μμε διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία , της παρέχουν αποκλειστική προβολή και απολαμβάνουν ως αντάλλαγμα λειτουργία χωρίς άδεια και άλλες καταβολές προς το δημόσιο, προνομιακή τραπεζική χρηματοδότηση και άφθονο κρατικό χρήμα από παραχώρηση δημοσίων έργων και προμηθειών. Η διαπλοκή βλάπτει καίρια την χώρα διότι, αφενός καταληστεύεται το δημόσιο και τραπεζικό χρήμα και, αφετέρου παρεμποδίζεται η ανανέωση της πολιτικής ζωής και η ανάδειξη νέων πολιτικών ιδεών και θέσεων. Το Σύνταγμα οφείλει να σπάσει τον γόρδιο δεσμό εξουσίας, τραπεζών, εργολάβων και μμε, ορίζοντας ότι τα μμε πρέπει να διαθέτουν νόμιμη άδεια λέιτουργίας και να μην έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις τράπεζες και το δημόσιο.      

Η ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΠΙΣΘΟΔΡΟΜΙΚΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ- ΜΕΡΟΣ 1ο

10 ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΧΡΗΖΟΥΝ ΡΙΖΙΚΗΣ ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

  Το ισχύον Σύνταγμα δεν αναμορφώνεται με μία απλή αναθεώρηση μικρής ή μεγαλύτερης έκτασης. Τα προβλήματά του συνιστάμενα, από την μία πλευρά σε πλήθος απαράδεκτων ή προβληματικών διατάξεων και, από την άλλη πλευρά, σε κραυγαλέες ελλείψεις, δεν αφήνουν περιθώρια για ημίμετρα αλλά απαιτούν την κατεδάφισή του και την θέσπιση νέου. Ειδικά όσον αφορά τις απαράδεκτες διατάξεις του ισχύοντος συντάγματος, πιο ενδεικτικές είναι οι εξής:

1. Άρ. 27 : Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 27 παρ.1 του ισχύοντος Συντάγματος, η βουλή διαθέτει τόσο μεγάλη εξουσία, ώστε δύναται, χωρίς να λάβει την έγκριση των πολιτών, να μεταβάλει ακόμη και τα σύνορα της χώρας και να παραχωρήσει εθνικό έδαφος : ” Καμία μεταβολή στα όρια της επικράτειας δεν μπορεί να γίνει χωρίς νόμο που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.”  Πρόκειται περί διάταξης  αδιανόητης σε κάθε δημοκρατικό κράτος.Μόνο οι πολίτες, με δημοψήφισμα κατόπιν πρότασης της βουλής, πρέπει να είναι αρμόδιοι να αποφασίζουν την αλλαγή των ορίων της επικράτειας.

2. Άρ. 41: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 41 παρ.2 Σ, η κυβέρνηση έχει το δικαίωμα, όποτε αυτή επιθυμεί, να επιτυγχάνει την διάλυση της βουλής και την προκήρυξη εκλογών επικαλούμενη εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας: “Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, για ανανέωση της λαϊκής εντολής προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας.” Χάρη σε αυτή την διάταξη, οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται με γνώμονα, όχι τις ανάγκες της χώρας αλλά  τα μικροκομματικά συμφέροντα κάθε Κυβέρνησης προκειμένου να αιφνιδιάσει και να υπερισχύσει των κομματικών της αντιπάλων. Οι εκλογές πρέπει να διεξάγονται σταθερά κάθε τέσσερα χρόνια και μάλιστα να διενεργούνται χωριστά εκλογές για βουλή και για κυβέρνηση, ώστε οι πολίτες να ψηφίζουν με διαφορετικά κριτήρια για νομοθέτη και κυβερνήτη και να μην διαπλέκονται η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία.
3.Άρ. 44: Σύμφωνα με την παρ. 2 άρ.44 Σ, δημοψήφισμα προκηρύσσεται μόνο με απόφαση της βουλής για κρίσιμο εθνικό θέμα, ή για ψηφισμένο νομοσχέδιο: ” Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα , ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού  των βουλευτών που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, εφόσον αυτό αποφασιστεί από τα 3/5 του όλου αριθμού των βουλευτών…” Αλλά κατ’ αυτόν τον τρόπο, , κατά τον οποίο το δημοψήφισμα προκηρύσσεται μόνο “από τα πάνω”, οι πολίτες απώλεσαν την δυνατότητα να επεμβαίνουν οι ίδιοι και να ασκούν άμεσα την πολιτική εξουσία όταν οι αντιπρόσωποί τους καταχρώνται της εντολής που έχουν λάβει, ώστε, ή να καταργούν νόμο που τέθηκε ενάντια στα συμφέροντά τους , ή να επιτυγχάνουν την θέσπιση νόμου, ή να ανακαλούν πρόσωπα που ασκούν δημόσια εξουσία ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας. Η καθιέρωση της δυνατότητας των πολιτών να προκαλούν δημοψήφισμα για θέσπιση ή κατάργηση νόμου ή ανάκληση αξιωματούχου με συλλογή υπογραφών (λ.χ. 100.000), η οποία προβλέπεται στα Συντάγματα άλλων χωρών (Ιταλία, Ελβετία, Ουγγαρία, Πολιτείες των ΗΠΑ κλπ) είναι επιβεβλημένη και διότι βελτιώνει την ίδια την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, καθώς εξαναγκάζει τους εντολοδόχους του λαού να σέβονται περισσότερο τους εντολείς τους.
4. Άρ.62: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 62 παρ.1 Σ, κανένας βουλευτής δεν μπορεί να διωχθεί ποινικά χωρίς άδεια της βουλής: ” Όσο διαρκεί η βουλευτική περίοδος ο βουλευτής δεν διώκεται, ούτε συλλαμβάνεται , ούτε φυλακίζεται, ούτε με άλλο τρόπο περιορίζεται χωρίς άδεια του σώματος.” Με την διάταξη αυτή οι εκπρόσωποι του λαού πέτυχαν η ποινική τους δίωξη να εξαρτάται από τους ίδιους και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξασφάλισαν την ατιμωρησία τους και την προνομιακή ποινική τους μεταχείριση έναντι των υπολοίπων πολιτών. Αλλά εάν οι αντιπρόσωποι των πολιτών απολαμβάνουν ποινικής ασυλίας , τότε , αντί να υπηρετούν τον λαό μετατρέπονται σε εξουσιαστές του. Οι βουλευτές πρέπει να διώκονται ποινικά με απόφαση του αρμόδιου εισαγγελέα όπως κάθε πολίτης.

5. Άρ.63: Δια της διάταξης του άρ.63 καθιερώθηκε προνομιακή οικονομική μεταχείριση των βουλευτών έναντι των υπολοίπων πολιτών: ” 1. Οι βουλευτές , για την άσκηση του λειτουργήματός τους δικαιούνται από το δημόσιο αποζημίωση και δαπάνες . Το ύψος τους καθορίζεται με απόφαση της Βουλής. 2. Οι βουλευτές απολαμβάνουν συγκοινωνιακή, ταχυδρομική και τηλεφωνική ατέλεια που η έκτασή της καθορίζεται με απόφαση της ολομέλειας της Βουλής.” Στην δημοκρατία δεν χωρούν προνόμια καμίας τάξης έναντι των υπολοίπων.

6.Άρ.73: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 73παρ.1 Σ το δικαίωμα πρότασης νόμων προς συζήτηση στην Βουλή ανήκει αποκλειστικά “στην βουλή και στην κυβέρνηση“.  Αλλά σε όλες τις δημοκρατικές χώρες δικαίωμα πρότασης νόμων θα πρέπει να έχουν και οι πολίτες άμεσα μέσω συλλογής του αναγκαίου αριθμού υπογραφών (λ.χ 20.000).

7. Άρ.86:  Η διαβόητη διάταξη του άρ. 86 Σ της δήθεν ευθύνης υπουργών κατοχύρωσε την πρωτοφανή ποινική ατιμωρησία των μελών κυβερνήσεων για εγκλήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους : “Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της κυβέρνησης ή υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. … Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση, ή προκαταρκτική εξέταση …. δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο 3. … Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. ” Η σκανδαλώδης ατιμωρησία των μελών κυβερνήσεων , η οποία υπέθαλψε την καταλήστευση του δημοσίου χρήματος, την διαπλοκή και την διαφθορά, πρέπει να παύσει και να αναλάβει η δικαιοσύνη να διαλευκάνει τα ποινικά τους αδικήματα , όπως συμβαίνει για κάθε πολίτη.

8. Άρ. 90: Η διάταξη της παρ.5 άρ.90 Σ ορίζει ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης επιλέγεται από το Υπουργικό Συμβούλιο: ” Οι προαγωγές στις θέσεις του προέδρου και του αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου του Συμβουλίου της Επικρατείας…. ενεργούνται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου…” Σε καμία χώρα της Ευρώπης δεν υφίσταται ανάλογη διάταξη υποταγής της Δικαιοσύνης στην εκάστοτε κυβέρνηση. Η ηγεσία των Δικαστηρίων και της Εισαγγελίας οφείλει να είναι ανεξάρτητη και να επιλέγεται με κλήρωση μεταξύ των μελών τους.

9. Άρ. 107: Σύμφωνα με την διάταξη του άρ. 107 παρ.1 εδ.β΄Σ αναγνωρίζεται στους εφοπλιστές προνομιακό φορολογικό καθεστώς, το οποίο επειδή περιβάλλεται συνταγματικής ισχύος , δεν μπορεί να τροποποιηθεί με θέσπιση αντίθετου νόμου: Αυξημένη τυπική ισχύ “έχουν και οι διατάξεις των κεφαλαίων Α΄έως και Δ΄του τμήματος του νόμου 27/75 περί φορολογίας πλοίων, επιβολής εισφοράς προς ανάπτυξη της εμπορικής ναυτιλίας, εγκαταστάσεως ναυτιλιακών επιχειρήσεων και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων.” Είναι αδιανόητο κάποιες οικονομικές τάξεις να διασφαλίζουν προνομιακή μεταχείριση μέσω του Συντάγματος.

10. Το άρ. 110 αποτελεί την πιο απαράδεκτη διάταξη του ισχύοντος Συντάγματος, αφενός διότι επιχειρεί να εμποδίσει κάθε δημοκρατική εξέλιξη απαγορεύοντας την αλλαγή του πολιτεύματος της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στους αιώνες των αιώνων και, αφετέρου, διότι αποκλείει τους πολίτες από την αναθεώρηση του Συντάγματός τους και αναθέτει την εξουσία στους αντιπροσώπους μέσα από μία διάτρητη διαδικασία δύο Βουλών, εκ των οποίων η πρώτη καλείται να αποφασίσει ποια άρθρα θα αναθεωρηθούν και η δεύτερη που θα προκύψει μετά από βουλευτικές εκλογές προβαίνει σε αναθεώρηση χωρίς καμία δέσμευση, ακόμη και με πλειοψηφία 151 βουλευτών, χωρίς να υποχρεούται να λάβει υπόψη την βούληση της κοινωνίας. Το άρ. 110 Σ όχι μόνο δεν παρέχει καμία εγγύηση ότι η αλλαγή του Συντάγματος θα γίνεται προς το συμφέρον των πολλών, αλλά τελικά την καταλείπει έρμαιο μία μικρής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας – μειοψηφίας στην κοινωνία. Απαιτείται πλήρης αναμόρφωση της διαδικασίας ώστε, αφενός να μην εμποδίζεται η αλλαγή της μορφής του πολιτεύματος λ.χ σε προεδρική δημοκρατία και, αφετέρου, η αλλαγή του Συντάγματος να αποφασίζεται μόνο με δημοψήφισμα, το οποίο, είτε θα προκηρύσσεται από την βουλή, είτε απευθείας από τους πολίτες, με κατάθεση συγκεκριμένης πρότασης και συλλογή 200.000 υπογραφών.

ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΑ ΕΜΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ

   Το άρθρο 110 του Συντάγματος καταλείπει την πρωτοβουλία αναθεώρησής του αποκλειστικά στην Βουλή.
    Από το έτος 2013, όταν κατέστη νομικά δυνατή νέα αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος (η παρ. 6 άρ.110 Σ ορίζει ότι δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης) τα πολιτικά κόμματα εμπαίζουν τους πολίτες ότι δήθεν προτεραιότητά τους αποτελεί η αναθεώρηση των άθλιων συνταγματικών διατάξεων περί ευθύνης υπουργών , ασυλίας και προνομίων βουλευτών, επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης από την εκάστοτε κυβέρνηση,  και πλήρους ασυδοσίας όσον αφορά τα οικονομικά των κομμάτων και όσους ασκούν δημόσια εξουσία και διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα.
  Αλλά βεβαίως δεν έχουν κανένα λόγο να αναθεωρήσουν τις πιο συμφέρουσες για το πολιτικό σύστημα διατάξεις του Συντάγματος. Έτσι, όλες οι δήθεν προτάσεις τους παρεμένουν στις στήλες των εφημερίδων και των ιστοσελίδων και ουδέποτε καταλήγουν στην Βουλή, ώστε να συγκεντρωθεί ο απαιτούμενος αριθμός των 50 βουλευτών που απαιτείται για να κατατεθεί πρόταση περί αναθεώρησης του Συντάγματος.
   Το άρ. 110 προβλέπει ότι “η ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος διαπιστώνεται με απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση πενήντα τουλάχιστον βουλευτών, με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της σε δύο ψηφοφορίες που απέχουν μεταξύ του έναν τουλάχιστον μήνα. Με την απόφαση αυτή καθορίζονται ειδικά οι διατάξεις που πρέπει να αναθεωρηθούν.”
    ” Αφού η αναθεώρηση αποφασιστεί από τη Βουλή , η επόμενη Βουλή , κατά την πρώτη σύνοδό της , αποφασίζει με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των μελών της σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις” (άρ. 110 παρ.2 και 3). Με απλά λόγια, αρχικώς η βουλή αποφασίζει με πλειοψηφία 180 βουλευτών ποιες διατάξεις θα αναθεωρηθούν, στην συνέχεια, γίνονται εκλογές και μετά τις εκλογές η βουλή που θα προκύψει αναθεωρεί το Σύνταγμα με πλειοψηφία 151 βουλευτών, ήτοι σύμφωνα με τις επιθυμίες της εκάστοτε κυβέρνησης!
     Μπορεί όμως να στηθεί και αλλιώς η οπερέτα: Σύμφωνα με την παρ. 4 του άρ. 110 τα πράγματα μπορεί να εξελιχθούν και αντίστροφα, έτσι ώστε, εάν η πρόταση αναθεώρησης έλαβε πλειοψηφία 151 και όχι 180 βουλευτών στην πρώτη βουλή, τότε η επόμενη Βουλή μπορεί να αναθεωρήσει το Σύνταγμα με πλειοψηφία 180 βουλευτών. Τέτοιου είδους αναθεώρηση υπήρξε η αναθεώρηση του 2008,  κατά την οποία τα κόμματα δεν συναίνεσαν σε καμία σοβαρή τροποποίηση και ευτέλισαν την διαδικασία αναθεωρώντας μόλις τέσσερα εντελώς επουσιώδη άρθρα του Συντάγματος.
      Το άρ. 1 παρ. 3 του Συντάγματος διακηρύσσει μεγαλόσχημα ότι “όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό” . Αλλά μία πρόταση τελειώνει στην τελεία και η συγκεκριμένη διάταξη μέχρι την τελεία προσθέτει ότι οι εξουσίες ασκούνται “όπως ορίζει το Σύνταγμα.”
   Πέρα από ανούσιες και πομπώδεις διατάξεις και πέραν των στοιχειωδών δικαιωμάτων του εκλέγειν και εκλέγεσθει στις βουλευτικές εκλογές, το Σύνταγμα δεν κατοχυρώνει κανένα πολιτικό δικαίωμα στους πολίτες και αφήνει τον λαό μακριά από την διαχείριση και τον έλεγχο της εξουσίας.
     Όσο οι Έλληνες πολίτες θα είναι πολίτες  δεύτερης κατηγορίας και  δεν θα έχουν λόγο (οπως οι πολίτες άλλων χωρών) ούτε για την θέσπιση του Συντάγματός τους, τόσο τα πολιτικά κόμματα και το πολιτικό σύστημα θα τους εμπαίζουν με θράσος και χωρίς ενδοιασμούς.

Δημήτρης Ράπτης: Πολιτειακό

Στο παρακάτω σύνδεσμο μπορείτε να διαβάσετε την θέση του Δημήτρη Ράπτη σε σχέση με το πολιτειακό. Στο κείμενο περιέρχονται και σχετική αρθρογραφία για λόγους τεκμηρίωσης.

 

ΡΑΠΤΗΣ-Πολιτειακό

Βίντεο Εκδήλωσης στην Παλαιά Βουλή

ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ : ΚΟΡΥΦΑΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ

Ανδρέας  Δημητρόπουλος , ομ. Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών  , μέλος της επιτροπής διαλόγου για το Σύνταγμα: Το δημοψήφισμα με πρωτοβουλία των πολιτών ως κορυφαία πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος.

 

Χρήστος Λυντέρης , δικηγόρος, διδάκτωρ νομικής, μέλος της ομάδας «Πρωτοβουλία για ριζική συνταγματική αλλαγή»: Αλλάζοντας το Σύνταγμα, αλλάζουμε το πολιτικό σύστημα: Το δημοψήφισμα ως εγγύηση ότι οι αλλαγές στο σύνταγμα θα είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας.

Πέτρος Βουρλής, μέλος της ομάδας «Δημοκρατία & δημοψήφισμα»: Δημοψηφίσματα  πρωτοβουλίας πολιτών και κρίσιμες λεπτομέρειες όσον αφορά τον σχεδιασμό τους.

Εβίκα Καραμαγκιώλη, νομικός, διδάκτωρ κοινωνικών επιστημών, επιστημονική συνεργάτης ΕΚΠΑ, μέλος της ομάδας «Πολιτεία 2.0»:  Συνταγματικές μεταρρυθμίσεις, νέες τεχνολογίες  και συμμετοχή των πολιτών.

Δημοψήφισμα και αλλαγή του Συντάγματος

Φωτογραφία του χρήστη Παρατηρητήριο Πολιτών για την αλλαγή του Συντάγματος.