Η Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ

Επίκαιρη ανάγκη η Ριζική Συνταγματική Αλλαγή από τον Λαό [απόφαση της Ολομέλειας της 28-9-2015 της «Π»] Τον Ιανουάριο του 2012 ένας μικρός αριθμός πολιτών συγκροτήσαμε την «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» σαν ώριμη συνέχεια και μετεξέλιξη της λαϊκής αγανάκτησης που είχε ξεσπάσει το καλοκαίρι του 2011 ενάντια στο πολιτικό σύστημα... Κάντε κλικ εδώ για να την διαβάσετε
Πατώντας το παραπάνω εικονίδιο θα μπείτε σε ιστοσελίδα με όλα τα άρθρα του ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Συντάγματος. Σε κάθε άρθρο έχει ενσωματωθεί η ΠΡΟΤΑΣΗ της Πρωτοβουλίας μας. Κάτω από κάθε άρθρο γράφετε τα σχόλιά σας ή προτάσεις αλλαγής του. Ο στόχος είναι να διαμορφωθεί το προσχέδιο ενός νέου Συντάγματος. _______________
 Σχολιασμός άρθρων ισχύοντος Συντάγματος

livestream κανάλι της Πρωτοβουλίας

ΣΧΟΛΙΑ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ ΠΟΛΙΤΩΝ.

Δημήτρης Σιδερής

ΓΕΝΙΚΟ ΣΧΟΛΙΟ

Κατ΄ αρχήν θέλω να συγχαρώ την Κίνηση Πολιτών για το έργο της, που αποτελεί πραγματική καινοτομία. Ιδιαίτερη έμφαση δίνω στο πρώτο άρθρο της πρότασης: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι Δημοκρατία».

Προσωπικά έχω κάνει κάποιες ανεξάρτητες σκέψεις που τις έχω διατυπώσει με τη μορφή ενός Προ-προ-σχεδίου Συντάγματος που προτείνω να αναρτηθεί για κρίση από τους πολίτες.  Οι κύριες διαφορές του δικού μου προ-προ-σχεδίου από αυτό της «πρότασης των πολιτών» είναι:

  1. Διατυπώνω το πρώτο άρθρο του Συντάγματος με τις ίδιες ακριβώς λέξεις.
  2. Η κύρια διαφορά της δικής μου πρότασης από την πρόταση της Κίνησης Πολιτών έγκειται στο ότι εγώ προτείνω τα μέλη της βουλής να κληρώνονται από το σύνολο του πληθυσμού και όχι να εκλέγονται. Οι λόγοι που προτιμώ την κλήρωση αντί της εκλογής, συνοψίζονται παρακάτω:

3.1. Ο Αριστοτέλης δίνει τον σαφή ορισμό για τη δημοκρατία: «ΛΕΓΩ Δ’ ΟΙΟΝ ΔΟΚΕΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΝ ΜΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΚΛΗΡΩΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑΣ ΑΡΧΑΣ, ΤΟ Δ’ ΑΙΡΕΤΑΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΝ».

3.2. Το πολίτευμα με εκλογή επομένως δεν είναι δημοκρατία, αλλά ολιγαρχία αντιστοιχώντας περισσότερο στη Ρωμαϊκή ResPublica, παρά στην Αρχαιοελληνική παράδοση. Το ονομάσαμε Δημοκρατία προκαλώντας σύγχυση, που δεν υπάρχει στις ευρωπαϊκού τύπου ρεπούμπλικες (π.χ. Républiquefrançaise, Σοβιετική Республик, BundesrepublikDeutschland). Αν τελικά επιλεγεί η εκλογή αντί της κλήρωσης, το πρώτο άρθρο πρέπει να διατυπωθεί ως εξής: «Το πολίτευμα της Ελλάδας είναι ρεπούμπλικα». Με τη σύγχυση που δημιουργήσαμε, η αποτυχία του συστήματος θα αποδοθεί στο πολίτευμα της δημοκρατίας (με ανοικτή τη λύση π.χ. της δικτατορίας ή της βασιλείας κλπ) και όχι σε αποτυχία της ολιγαρχίας (respublica) όπως θα είναι πραγματικά.

3.3.Η κλήρωση εκμηδενίζει την πιθανότητα πελατειακής σχέσης μεταξύ βουλευτών και πολιτών, που είναι αναγκαίο επακόλουθο της ρεπούμπλικας σε όλο τον κόσμο και όχι μόνο σε μας.

3.4.Η κλήρωση αποκλείει την αποχή, με αυτόματη ποινή. Ο πολίτης που κληρώνεται, αλλά, χωρίς επαρκή λόγο, δεν δέχεται να αναλάβει την αντίστοιχη ευθύνη, παύει να είναι πολίτης.

3.5. Αντίθετα από την εκλογή που επιτρέπει την εκλογή «αρίστων» ως βουλευτών, η κλήρωση δεν την εξασφαλίζει. Όμως η κλήρωση μπορεί να αποκλείσει εκ των υστέρων κληρωμένους τους «χειρίστους», όπως π.χ. για λόγους ποινικούς, αστικούς, ψυχιατρικούς κλπ. Τέτοιος αποκλεισμός δεν μπορεί να γίνει με την εκλογή, διότι στη δημοκρατία η λαϊκή βούληση είναι κυρίαρχη και αμετάκλητη. Στην πράξη με την εκλογή έχουν γίνει βουλευτές «χείριστοι» εδώ και διεθνώς (χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα η Τσιντσολίνα).

3.6. Η κλήρωση, αντίθετα από την εκλογή, είναι ανέξοδη. Αυτό επιτρέπει συχνή ανανέωση της βουλής (π.χ. του ενός τρίτου των βουλευτών ανά έτος) που αναμένεται να δρα αποτρεπτικά στις ανεξέλεγκτες πολιτικές κρίσεις.

3.7. Η κλήρωση εγκαθιστά αυτόματα την ισοπολιτεία. Η βουλή δεν αποτελείται από νομικούς, γιατρούς, μηχανικούς, ούτε από άνδρες στη συντριπτική πλειοψηφία της, αλλά έχει δημογραφική σύνθεση στατιστικά όμοια με των πολιτών. Επομένως εκφράζει πιο γνήσια από κάθε άλλο τρόπο τη βούληση των πολιτών. Η μη ικανοποιητική εκπροσώπηση των πολιτών στη βουλή της αφαιρεί κύρος και στους μη ικανοποιημένους δεν μένει παρά να εκφράσουν τη βούλησή τους στους δρόμους με όλες τις συνέπειες.

3.8. Η βουλή με εκλογή εκφράζει, ακόμη και με την απλή αναλογική, τη βούληση των κομμάτων, ενώ με κλήρωση εκφράζει τη βούληση των πολιτών. Ο βουλευτής που δεν ψηφίζει όπως του υπαγορεύει το κόμμα του κινδυνεύει να βρεθεί εκτός κόμματος και κανένας νόμος δεν μπορεί να αφαιρέσει αυτό το δικαίωμα από το κόμμα, με αποτέλεσμα να μην ξαναείναι αυτός υποψήφιος.

3.9. Μια βουλή με κληρωμένους βουλευτές ενδέχεται να είναι επιρρεπής σε δημαγωγικούς λαϊκισμούς. Το ίδιο όμως ισχύει και για τους εκλεγμένους βουλευτές που, επιπλέον, είναι προκατειλημμένοι από τις εντολές των κομμάτων τους, ενώ οι κληρωμένοι ψηφίζουν κατά συνείδηση.

3.10. Το επιχείρημα ότι μέσα στους κληρωμένους βουλευτές θα υπάρχουν οπωσδήποτε και ανεπαρκώς μορφωμένα άτομα (προφανώς στην ίδια αναλογία όπως στην κοινωνία) και αυτό θα αποβαίνει σε βάρος των αποφάσεών της δεν φαίνεται να είναι εμπειρικά πειστικό. Η θέση των πολλών ανωνύμων είναι συχνά ορθότερη από τον ολίγων «εκλεκτών», όπως διαπιστώνει ο μέγιστος από τους ιστορικούς της νεότερης Ελλάδας, Κ. Παπαρηγόπουλος: «…τὸἂδηλονεἶναι πολλάκις μυστηριῶδὲς τι προαίσθημα τῶν πολλῶν μᾶλλον ἢ ἐπιστημονική διάγνωσις τῶν ολίγων. Ὃθεν ὃλως ἂπορον δὲν εἶναι ὃτι τὸ πάλαι ὁ λαὸς ἀνεδείχθη σοφώτερος τῶν διδασκάλων αὐτοῦ».

3.11. Για να μειωθούν οι βλαπτικές συνέπειες μιας λαϊκίστικης ψήφου, προτείνεται να υπάρχει μια παράλληλη Γερουσία για νόμους με μακροπρόθεσμες συνέπειες (π.χ. δικαιώματα μειονοτήτων, διάθεση της γης, θρησκεία, εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς). Για να διαθέτει η Γερουσία αφενός διαχρονικό κύρος και αφετέρου έκφραση της βούλησης του λαού σε συνδυασμό με πολιτική εμπειρία και επαρκείς νομικές γνώσεις, τα μέλη της μπορούν να είναι τέως πρόεδροι της βουλής, πρόεδροι της δημοκρατίας, επικεφαλής ανώτατου δικαστηρίου.

  1. Ως προς τη σχέση εκκλησίας και κράτου, τάσσομαι σαφώς υπέρ του διαχωρισμού τους. Πιο συγκεκριμένα αυτό περιλαμβάνει δύο κύρια σκέλη.

Α) Θρησκευτική παιδεία. Είναι απαραίτητη σε όλους τους Έλληνες πολίτες, στους πολίτες όλου του κόσμου, φρονώ. Οφείλει, ωστόσο, το μάθημα των θρησκευτικών να αντικατασταθεί από μάθημα θρησκειολογίας. Αυτό είναι υποχρεωτικό σε όλα τα παιδιά Ελλήνων πολιτών στα χρόνια της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (αλλιώς προάγομε το σχηματισμό μειονοτήτων με διαφορετική παιδεία), από θεολόγους οποιουδήποτε θρησκευτικού δόγματος ή θρησκείας, εφόσον έχουν πτυχίο αναγνωρισμένο από το κράτος.

Β) Οικονομική σχέση. Τα θρησκευτικά δόγματα και θρησκείες οφείλουν να διαθέτουν τους δικούς τους οικονομικούς πόρους προερχόμενους από τους πιστούς τους. Η ενίσχυσή τους από ξένους φορείς (π.χ. Βατικανό, Ισλάμ, Ισραήλ) πρέπει πιθανώς να απαγορευθεί πλήρως. Αλλιώς, η ορθοδοξία θα βρίσκεται σε μειονεκτική θέση, αφού το Φανάρι δεν διαθέτει πόρους, ενώ ασφαλώς δεν θα θέλαμε την εξάρτηση από την ομόδοξη Μόσχα. Εναλλακτικά, κάθε εισφορά από ξένο φορέα προς ένα δόγμα ή θρήσκευμα θα πρέπει να διανέμεται από κρατικό φορέα αναλογικά σε όλα τα δόγματα και θρησκείες.

Και τα δύο παραπάνω μέτρα (παιδεία, οικονομικό) αποσκοπούν αφενός στην ανάπτυξη θρησκευτικής συνείδησης σε όλους τους Ελληνόπαιδες, ανάλογα με το θρήσκευμα των γονιών τους, και αφετέρου στην άμβλυνση των αντιπαραθέσεων μεταξύ διαφορετικών δογμάτων και θρησκειών.

  1. Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί ένα είδος «κάθετης» κατανομής του κράτους, που αντίστοιχή της υπήρχε στην αρχαιότητα. Είναι αναμφισβήτητα σωστή, αλλά ενέχει ένα κίνδυνο που είχε επισημανθεί από τους προγόνους μας, τον κίνδυνο αποσχιστικών τάσεων. Αν δηλαδή μια περιφέρεια θεωρεί ότι έχει οικονομική αυτονομία και ότι οι προσπάθειές της αναλώνονται από το κράτος στη στήριξη άλλων φυσικά πτωχότερων περιφερειών, μπορεί να αναπτύξει αποσχιστικές τάσεις. Οι πρόγονοί μας διαπίστωσαν ότι η κεντρική διοίκηση (εκκλησία του Δήμου και Βουλή, σημερινό δημοψήφισμα και Βουλή) δεν αρκούσαν για να αμβλύνουν τέτοιες τάσεις και είχαν καθιερώσει και μια «οριζόντια» διαίρεση του κράτους, που θα αντιστοιχούσε σήμερα στην συνδικαλιστική διαίρεση των πολιτών.

Με την παραπάνω έννοια, τα συνδικαλιστικά όργανα (άρθρο 29 στο δικό μου προ-προ-σχέδιο) οφείλουν να είναι α) πανελλήνια, β) να είναι ΝΠΔΔ (ή πάντως όπως είναι τα όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης) και γ) δύο βαθμίδων. Η κατώτερη βαθμίδα οφείλει να είναι επαγγελματική (π.χ. σύλλογος ιατρών, αλιέων, κλπ). Η ανώτερη βαθμίδα οφείλει να περιλαμβάνει επαγγελματικές ομάδες με ομοειδή χαρακτήρα ανεξάρτητα από την οικονομική επιφάνειά τους. Π.χ. ένα όργανο Ναυτικών περιλαμβάνει στους κόλπους του τόσο πλοιοκτήτες όσο και μούτσους. Η διοίκηση των οργάνων αυτών οφείλει να ακολουθεί το γενικό σχήμα που προτείνεται: διοικητικά συμβούλια επιλεγόμενα με κλήρωση και επικεφαλής τους άτομο με κατάλληλες προδιαγραφές που εκλέγεται από τα μέλη τους.

  1. Στο προ-προ-σχέδιό μου προτείνεται η δημιουργία «τιμητηρίων» (άρθρο 98). Με την καινοφανή εισαγωγή των τιμητηρίων επιχειρείται να δοθούν πρότυπα συμπεριφοράς όχι μόνον αρνητικής, με ποινή στους εκτρεπομένους από τον αποδεκτό τρόπο ζωής, αλλά και θετικής. Αναμένεται να βοηθήσει στη διαμόρφωση νοοτροπιών που δεν κατευθύνονται από τη βούληση τυπικών άρχών, αλλά από το κοινό αίσθημα και γι΄ αυτό υπόκεινται σε εθιμικό μάλλον παρά σε τυπικό δίκαιο.

ΕΙΔΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ

Άρθρο 1. Θεωρώ ότι είναι απαραίτητη μια παράγραφος που να ορίζει την Ελληνική επικράτεια, όπως «Η επικράτεια της Ελλάδας εμφαίνεται στο συνημμένο χάρτη. Η Ελλάδα δεν έχει βλέψεις σε γειτονικές χώρες»

Παρ 3. «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό, μέσω εκλογών, κλήρωσης, δημοψηφισμάτων …»

Άρθρο 4. Θεωρώ ότι προϋπόθεση για να έχει ένας Έλληνας πολίτης πλήρη πολιτικά δικαιώματα, οφείλει να έχει προηγουμένως υπηρετήσει υποχρεωτική θητεία στις ένοπλες δυνάμεις ή όπου αλλού κρίνεται από την πολιτεία απαραίτητο. Συζητήσιμο είναι αν επιτρέπεται να έχει πλήρη πολιτικά δικαιώματα κάποιος με διπλή ιθαγένεια.

Άρθρο 4/παρ 6. Το άρθρο αυτό δεν κάνει διάκριση μεταξύ Ελλήνων και Ελληνίδων. Θεωρώ ότι και τα δύο φύλα οφείλουν να εκτελούν κάποιου είδους υποχρεωτική θητεία, για να έχουν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Άρθρο 5/παρ 3. Χρειάζεται σαφέστερο ορισμός του αγώνα υπέρ της ελευθερίας, καθώς η διάκρισή του από την τρομοκρατική δραστηριότητα δεν είναι πολύ σαφής.

Άρθρο 13/παρ 5. Ο όρκος πρέπει να απαγορευθεί τουλάχιστον στους Χριτιανούς, καθώς τον απαγορεύει ο ίδιος ο Χριστός (Μτθ, 5/14) Πρέπει να αντικατασταθεί από υπεύθυνη δήλωση σε όλα τα άρθρα που ακολουθούν

Άρθρο 18/παρ 5. Για λόγους ανεξιθρησκείας, πρέπει να προστατευθούν και περιουσίες άλλων δογμάτων και θρησκειών (συναγωγές, τζαμιά, καθολικοί ναοί κλπ)

Άρθρο 23. Βλέπε εκτενές σχόλιο στο τέλος.

Άρθρο 23/ παρ 4. Η απεργία απαγορεύεται και στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εξωτερικών

Άρθρο 23/παρ 5. Μήπως πρέπει να ορισθούν και τα όρια της δυνατότητας για εργασία εκείνων των εργαζομένων που δεν επιθυμούν να απεργήσουν;

Άρθρο 25. Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς κοινωνικό, αλλά επιπλέον πολιτικό ζώο (Αριστοτέλης). Μήπως ο όρος κοινωνία πρέπει να αντικατασταθεί από τη λέξη «πολιτεία»;

Άρθρο 27/παρ 2. Οι μεταβολές στα όρια της Επικράτειας απαιτούν ιδιαίτερη φροντίδα, καθώς μπορούν να αποτελούν αίτιο πολέμου, όπως από μια Γερουσία (βλ. προτεινόμενο από εμένα προ-προ-σχέδιο Συντάγματος) και δημοψήφισμα

Άρθρο 32. Πρέπει να ορισθεί η διάρκεια της πλήρους θητείας του Προέδρου

Άρθρο 44. Αν η Βουλή αποτελεί δείγμα της βούλησης του λαού και εκφράζει στατιστικά τη βούλησή του τότε, ένα σώμα ένα ποσοστό 50% στη Βουλή αντιστοιχεί στατιστικά σε μια διακύμανση 46%-54%. Επομένως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας πρέπει να έχει το δικαίωμα να προκηρύσσει δημοψήφισμα για ψηφισμένα (ή και καταψηφισμένα) νομοσχέδια με συγκεκριμένους όρους, (όπως η γνώμη μιας Γερουσίας) και εφόσον τα ποσοστά της ψήφου στη Βουλή δεν είναι <46% ή >54%.

Άρθρο 51/παρ 3. Οι βουλευτές οφείλουν  να κληρώνονται από το σύνολο του λαού όχι να εκλέγονται. Βλέπε εκτενές σχόλιο στο τέλος αυτού του κειμένου.

Άρθρο 51/παρ 6. Αν οι βουλευτές κληρώνονται δεν τίθεται ζήτημα υποχρεωτικής ψήφου

Άρθρο 53/παρ 3. Η ανανέωση της Βουλής κατά π.χ. το 1/3 ανά έτος απομακρύνει το ενδεχόμενο ανεξέλεγκτων πολιτικών κρίσεων. Αν η επιλογή των βουλευτών γίνεται με κλήρωση, όπως υποστηρίζω, αυτή γίνεται ανέξοδα.

Άρθρο 54. Η απλή αναλογική κατανέμει τους βουλευτές ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων. Η κλήρωση ανάλογα με τη βούληση των πολιτών.

Άρθρο 55. Ο βουλευτής δεν επιτρέπεται να έχει διπλή υπηκοότητα

Άρθρο 59. Βλέπε σχόλιο για το άρθρο 13

Άρθρο 65. Αν η Βουλή ανανεώνεται κατ΄ έτος κατά το 1/3, ο Πρόεδρος και Αντιπρόεδροι οφείλουν να εκλέγονται με κάθε ανανέωση της Βουλής.

Άρθρο 87/παρ 4. Για να είναι κάποιος υποψήφιος για προϊστάμενος εισαγγελίας πρέπει να έχει κάποια τυπικά προσόντα, όπως επαρκή τεκμηρίωση της γνώσης του Δικαίου (π.χ. πτυχίο νομικής)

Άρθρο 88/παρ 2. Οφείλει να επιτρέπεται εξαίρεση ενόρκων μετά την κλήρωσή τους στη βάση ποινικών, αστικών, ψυχιατρικών λόγων κλπ

Άρθρο 88/Παρ 9. «Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται, μετά από κρίση, στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει».

Άρθρο 90/παρ 2. Στα αντικειμενικά κριτήρια οφείλουν να περιληφθούν: α)η επιείκεια/αυστηρότητα του δικαστή ως ποσοστό των καταδικαστικών αποφάσεων και β) η ορθότητα των αποφάσεων, ως ποσοστό αφενός των αθωωτικών αποφάσεων που καταδικάστηκαν σε δευτεροβάθμια δίκη και αφετέρου των καταδικαστικών αποφάσεων που αθωώθηκαν δευτεροβάθμια.

Άρθρο 97. Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα πρέπει να δικάζονται από αμιγή ορκωτά δικαστήρια (όπως στις ΗΠΑ)

Άρθρο 102. Η τοπική αυτοδιοίκηση είναι προτιμότερο να έχει δύο (Δήμος, Περιφέρεια), όχι τρεις (Δήμος, Νομός, Περιφέρεια) βαθμούς, που αυξάνουν τη γραφειοκρατία.

Άρθρο 102/παρ 5. Προτείνω οι μεν δήμαρχοι/αντιδήμαρχοι και περιφερειάρχες/αντιπεριφερειάρχες να εκλέγονται άμεσα από το λαό, τα αντίστοιχα όμως δημοτικά και περιφερειακά συμβούλια να κληρώνονται από το λαό.

Άρθρο 102/παρ 7. Σωστό είναι να είναι αιρετοί οι επικεφαλής της Αστυνομίας και εισαγγελίας, αλλά με υποψηφίους που διαθέτουν ανάλογα προσόντα που να τεκνηριώνουν γνώση και εμπειρία πάνω στο αντικείμενο.

Άρθρο 108 Το κράτος πρέπει να μεριμνά όχι μόνο για τους δεσμούς των αποδήμων με τη μητέρα Πατρίδα, αλλά και για τους δεσμούς μεταξύ αποδήμων σε ποικίλα κράτη μεταξύ τους.

Άρθρο 117. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση απαιτεί, προτείνω, οφείλει να γίνεται στη βάση νόμων που ψηφίζονται από μια Γερουσία (βλέπε προ-προ-σχέδιο Συντάγματος) μάλλον παρά από τη Βουλή.

 

Συνταγματική πρόταση της κίνησης πολιτών με την ονομασία «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή»

Η κίνηση πολιτών με την ονομασία «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» (http://www.neosyntagma.net/) ιδρύθηκε τον Ιανουάριο 2012 με στόχο, την αναζήτηση πραγματικής δημοκρατίας  με πυρήνα ένα νέο Σύνταγμα, στη βάση των πιο κάτω έξι (6) προταγμάτων – αξόνων που έθεσε. Αργότερα προστέθηκε ως αναγκαίο πρόταγμα και η δυνατότητα συμμετοχής του ίδιου του λαού στη διαδικασία αλλαγών στο Σύνταγμά του.

Με οδηγό αυτά τα προτάγματα διαμορφώθηκε ολοκληρωμένη συνταγματική πρόταση κατ’ άρθρον, η οποία τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση στο διαδίκτυο. Την πρόταση αυτή επισκέφτηκαν ή έκαναν παρέμβαση σ’ αυτήν, μέχρι σήμερα, 91.155 πολίτες.

Ακολουθούν τα προτάγματα και η διαμορφωθείσα ολοκληρωμένη συνταγματική πρόταση κατ’ άρθρον:

ΠΡΟΤΑΓΜΑΤΑ

Α.  ΛΑΪΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ, για την ουσιαστική κατοχύρωση της οποίας είναι απαραίτητη η συνταγματική θέσπιση λαϊκής πρωτοβουλίας για την διενέργεια δημοψηφισμάτων, η καθιέρωση θεσμών δημόσιας λογοδοσίας των αξιωματούχων και η πρόβλεψη -στοιχειωδών έστω- κανόνων εσωκομματικής δημοκρατίας υποχρεωτικής ισχύος.

Β.   ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΟΤΗΤΑ, ώστε να μην υπάρχουν Έλληνες «πιο ίσοι από κάποιους άλλους». Επ’ αυτού ζητείται, (1) η κατάργηση των προνομίων και της ποινικής ασυλίας των βουλευτών, (2) η κατάργηση των διαβόητων διατάξεων περί ευθύνης υπουργών και η υπαγωγή των υπουργών στην ανεξάρτητη δικαιοσύνη, (3) η άπαξ ανανεώσιμη θητεία Προέδρου  της Δημοκρατίας, υπουργών και βουλευτών και (4) η κατοχύρωση της ισότητας των πολιτικών κομμάτων.

Γ.   ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΕΞΟΥΣΙΩΝ, η οποία επιτυγχάνεται αποτελεσματικότερα με το πολίτευμα της προεδρικής δημοκρατίας, χωριστές εκλογές για Πρόεδρο (εκτελεστική εξουσία) και Βουλή (νομοθετική εξουσία), εκλογή Προέδρου με σταθερή θητεία και ασυμβίβαστο βουλευτή-υπουργού.

Δ.  ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, με την κατάργηση της διάταξης που προβλέπει διορισμό της ηγεσίας της από την κυβέρνηση και εκλογή της με τρόπο που εξασφαλίζει την ανεξαρτησία της, θέσπιση ανεξάρτητου Συνταγματικού Δικαστηρίου και ενίσχυση του θεσμού των ενόρκων.

Ε.   ΑΥΣΤΗΡΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΩΝ ΚΟΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΛΩΝ ΟΣΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΖΟΝΤΑΙ ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΗΜΑ αποκλειστικά από την δικαιοσύνη, υπό τον δημόσιο έλεγχο των πολιτών χωρίς την ισχύ οποιουδήποτε απορρήτου.

ΣΤ. ΑΥΣΤΗΡΟ ΕΛΕΓΧΟ ΤΩΝ ΜΜΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΤΗΣ ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ, ώστε να μην λειτουργούν ΜΜΕ χωρίς νόμιμη άδεια και να αφαιρείται η άδεια λειτουργίας τους εάν έχουν οφειλές προς το δημόσιο.

 

ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ

Μορφή του Πολιτεύματος

Άρθρο 1: Μορφή του πολιτεύματος

  1. Tο πολίτευμα της Eλλάδας είναι Δημοκρατία.
  2. Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία, η οποία υλοποιείται σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Συντάγματος.
  3. Όλες εξουσίες πηγάζουν από το λαό και ασκούνται από το λαό μέσω εκλογών, δημοψηφισμάτων και μέσω των οργάνων της νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, όπως ορίζει το παρόν Σύνταγμα.

Κάθε πρόσωπο που ασκεί στο όνομα του λαού κρατική εξουσία λογοδοτεί ενώπιον του λαού.

Η ψήφος κάθε πολίτη έχει ίση αξία μετά των υπολοίπων και δεν επιτρέπεται με οποιονδήποτε νόμο να αλλοιωθεί η ισοδυναμία αυτή.

 

Άρθρο 2 : Πρωταρχικές υποχρεώσεις της πολιτείας

  1. Ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας.
  2. Η Ελλάδα, ακολουθώντας τους γενικά αναγνωρισμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, επιδιώκει την εμπέδωση της ειρήνης, της δικαιοσύνης, καθώς και την ανάπτυξη των φιλικών σχέσεων μεταξύ των λαών και των κρατών.

 

Άρθρο 3 : Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

(Η Πρωτοβουλία μας προτείνει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος πάνω σε αυτό το ζήτημα ώστε να τοποθετηθεί ο ίδιος ο λαός)

 

Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα

Άρθρο 4: Ισότητα των Ελλήνων

  1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, ανεξαρτήτως δημοσίων ή ιδιωτικών αξιωμάτων που κατέχουν.
  2. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.
  3. Έλληνες πολίτες είναι τα τέκνα ενός τουλάχιστον Έλληνος πολίτου και όσοι διαμένουν αδιαλείπτως νόμιμα στην Ελλάδα επί δεκαετία, επιτυγχάνουν σε εξέταση για την ελληνική γλώσσα, την ελληνική ιστορία και το ελληνικό Σύνταγμα και δηλώνουν πίστη και αφοσίωση στη νέα τους πατρίδα. Επιτρέπεται να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια μόνο σε περίπτωση που κάποιος απέκτησε εκούσια άλλη ιθαγένεια ή που ανέλαβε σε ξένη χώρα υπηρεσία αντίθετη προς τα εθνικά συμφέροντα.
  4. Μόνο Έλληνες πολίτες είναι δεκτοί σε όλες τις δημόσιες λειτουργίες και δημόσια αξιώματα.
  5. Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τα καθαρά τους εισοδήματα.

Η διακρίβωση του καθαρού εισοδήματος θα γίνεται βάση δηλώσεως του υποχρέου για την οποία φέρει ο ίδιος πλήρη ευθύνη και  αποτελεί υποχρέωση του κράτους να επαληθεύσει τη δήλωση, με κάθε νόμιμο τρόπο και σύγχρονη τεχνική. Οι ποινές είναι από  πριν καθορισμένες επακριβώς στο νόμο και μπορούν να φτάνουν μέχρι την παύση του επαγγέλματος ή της δραστηριότητας. Τα πρόστιμα είναι συγκεκριμένα ποσά για κάθε παράβαση, ομοίως από πριν καθορισμένα, απαγορευμένης της θέσπισης ενός εύρους προστίμου.

  1. Κάθε Έλληνας που μπορεί να φέρει όπλα είναι υποχρεωμένος να συντελεί στην άμυνα της Πατρίδας. Με ειδικό νόμο μπορεί να προβλέπεται η υποχρεωτική προσφορά άλλων υπηρεσιών, εντός ή εκτός των ενόπλων δυνάμεων (εναλλακτική θητεία), από όσους έχουν τεκμηριωμένη αντίρρηση συνείδησης για την εκτέλεση ένοπλης ή γενικά στρατιωτικής υπηρεσίας.
  2. Τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης ούτε απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται σε Έλληνες πολίτες.

 

Άρθρο 5: Ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας, προσωπική ελευθερία

  1. Kαθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Xώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα, τους νόμους ή τα χρηστά ήθη.
  2. Όλοι όσοι βρίσκονται στην Eλληνική Eπικράτεια απολαμβάνουν την απόλυτη προστασία της ζωής, της τιμής και της ελευθερίας τους, χωρίς διάκριση εθνικότητας, φυλής, γλώσσας και θρησκευτικών ή πολιτικών πεποιθήσεων. Eξαιρέσεις επιτρέπονται στις περιπτώσεις που προβλέπει το διεθνές δίκαιο.

Aπαγορεύεται η έκδοση αλλοδαπού που διώκεται για τη δράση του υπέρ της ελευθερίας.

  1. H προσωπική ελευθερία είναι απαραβίαστη. Kανένας δεν καταδιώκεται ούτε συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται ούτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο περιορίζεται, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο ποινικός νόμος.
  2. Απαγορεύονται ατομικά διοικητικά μέτρα που περιορίζουν σε οποιονδήποτε Έλληνα την ελεύθερη κίνηση ή εγκατάσταση στη Χώρα, καθώς και την ελεύθερη έξοδο και είσοδο σ’ αυτήν, εκτός των μέτρων που επιβάλλονται για την προστασία της δημόσιας υγείας ή της υγείας ασθενών.

Τέτοιου περιεχομένου περιοριστικά μέτρα, εκτός των περιπτώσεων που αφορούν θέματα υγείας, είναι δυνατόν να επιβληθούν μόνο είτε ως περιοριστικοί όροι εξ αιτίας ποινικής δίωξης είτε ως παρεπόμενη ποινή με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε εξαιρετικές περιπτώσεις ανάγκης και μόνο για την πρόληψη αξιόποινων πράξεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ποινικού δικαίου.

  1. Καθένας έχει δικαίωμα στην προστασία της υγείας και της γενετικής του ταυτότητας και εναντίον παντός είδους βιοϊατρικών παρεμβάσεων.

 

Άρθρο 5A: Δικαίωμα στην πληροφόρηση

  1. Καθένας έχει δικαίωμα στην πληροφόρηση. Περιορισμοί στο δικαίωμα αυτό είναι δυνατόν να επιβληθούν με νόμο μόνο εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι και δικαιολογούνται για λόγους εθνικής ασφάλειας, καταπολέμησης του εγκλήματος ή προστασίας δικαιωμάτων και συμφερόντων τρίτων.
  2. Καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής στην Κοινωνία της Πληροφορίας. Η διευκόλυνση της πρόσβασης στις πληροφορίες που διακινούνται ηλεκτρονικά, καθώς και της παραγωγής, ανταλλαγής και διάδοσής τους αποτελεί υποχρέωση του Κράτους, τηρουμένων πάντοτε των εγγυήσεων των άρθρων 9, 9Α και 19.

 

Άρθρο 6: Προσωπική ασφάλεια, προφυλάκιση

  1. Kανένας δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται χωρίς αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα, που πρέπει να επιδοθεί τη στιγμή που γίνεται η σύλληψη ή η προφυλάκιση. Eξαιρούνται τα αυτόφωρα εγκλήματα.
  2. Όποιος συλλαμβάνεται για αυτόφωρο έγκλημα ή με ένταλμα προσάγεται στον αρμόδιο ανακριτή το αργότερο μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψη, αν όμως η σύλληψη έγινε έξω από την έδρα του ανακριτή, η προσαγωγή γίνεται μέσα στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταγωγή του. O ανακριτής οφείλει, μέσα σε τρεις ημέρες από την προσαγωγή, είτε να απολύσει τον συλληφθέντα είτε να εκδώσει ένταλμα φυλάκισης. H προθεσμία αυτή παρατείνεται για δύο ημέρες, αν το ζητήσει αυτός που έχει προσαχθεί, ή σε περίπτωση ανώτερης βίας που βεβαιώνεται αμέσως με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.
  3. Όταν περάσει άπρακτη καθεμία από τις δύο αυτές προθεσμίες, κάθε δεσμοφύλακας ή άλλος, είτε πολιτικός υπάλληλος είτε στρατιωτικός, στον οποίο έχει ανατεθεί η κράτηση εκείνου που έχει συλληφθεί, οφείλει να τον απολύσει αμέσως. Oι παραβάτες τιμωρούνται για παράνομη κατακράτηση και υποχρεούνται να επανορθώσουν κάθε ζημία που έγινε στον παθόντα και να τον ικανοποιήσουν για ηθική βλάβη με χρηματικό ποσό.
  4. Το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου.

Απαγορεύεται η υπέρβαση των ανώτατων ορίων της προφυλάκισης με τη διαδοχική επιβολή του μέτρου αυτού για επί μέρους πράξεις της ίδιας υπόθεσης.

 

Άρθρο 7: Καμιά ποινή χωρίς νόμο, απαγόρευση βασανιστηρίων

  1. Έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης.
  2. Tα βασανιστήρια, οποιαδήποτε σωματική κάκωση, βλάβη υγείας, ή άσκηση ψυχολογικής βίας, καθώς και κάθε άλλη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας απαγορεύονται και τιμωρούνται.
  3. Η γενική δήμευση απαγορεύεται. Θανατική ποινή δεν επιβάλλεται, εκτός από κακουργήματα τα οποία τελούνται σε καιρό πολέμου και σχετίζονται με αυτόν.
  4. Όσοι καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία, δικαιούνται πλήρους αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από το κράτος.

 

Άρθρο 8: Δικαίωμα νόμιμου δικαστή

Kανένας δεν στερείται χωρίς τη θέλησή του το δικαστή που του έχει ορίσει ο νόμος.

Δικαστικές επιτροπές και έκτακτα δικαστήρια, με οποιοδήποτε όνομα, δεν επιτρέπεται να συσταθούν.

 

Άρθρο 9: Άσυλο της κατοικίας

  1. H κατοικία του καθενός είναι άσυλο. H ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη. Kαμία έρευνα δεν γίνεται σε κατοικία, παρά μόνο όταν και όπως ορίζει ο ποινικός νόμος και πάντοτε με την παρουσία εκπροσώπων της δικαστικής εξουσίας.
  2. Oι παραβάτες της προηγούμενης διάταξης τιμωρούνται για παραβίαση του οικιακού ασύλου και για κατάχρηση εξουσίας και υποχρεούνται σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος, όπως ορίζει ο ποινικός νόμος.

 

Άρθρο 9A: Προστασία προσωπικών δεδομένων

Καθένας έχει δικαίωμα προστασίας από τη συλλογή, επεξεργασία και χρήση, ιδίως με ηλεκτρονικά μέσα, των προσωπικών του δεδομένων. Προσωπικά δεδομένα είναι πληροφορίες που αφορούν την προσωπική και ιδιωτική σφαίρα του καθενός και ορίζονται σε ειδικό νόμο. Η προστασία τους ανήκει στη δικαστική εξουσία.

 

Άρθρο 10: Δικαίωμα αναφοράς προς τις αρχές

  1. Kαθένας ή πολλοί μαζί έχουν το δικαίωμα, τηρώντας τους νόμους του Kράτους, να αναφέρονται εγγράφως στις αρχές, οι οποίες είναι υποχρεωμένες να ενεργούν σύντομα κατά τις κείμενες διατάξεις και να απαντούν αιτιολογημένα σε εκείνον, που υπέβαλε την αναφορά, εντός προθεσμίας 30 ημερών.
  2. Mόνο μετά την κοινοποίηση της τελικής απόφασης της αρχής στην οποία απευθύνεται η αναφορά, και με την άδειά της, επιτρέπεται η δίωξη εκείνου που την υπέβαλε για παραβάσεις που τυχόν υπάρχουν σ’ αυτή.
  3. Η αρμόδια υπηρεσία ή αρχή υποχρεούται να απαντά στα αιτήματα για παροχή πληροφοριών και χορήγηση εγγράφων, ιδίως πιστοποιητικών, δικαιολογητικών και βεβαιώσεων μέσα σε ορισμένη προθεσμία, όχι μεγαλύτερη των 30 ημερών. Σε περίπτωση παρόδου άπρακτης της προθεσμίας αυτής ή παράνομης άρνησης, πέραν των άλλων τυχόν κυρώσεων και έννομων συνεπειών, καταβάλλεται και χρηματική ικανοποίηση στον αιτούντα λόγω ηθικής βλάβης.

 

Άρθρο 11: Δικαίωμα του συνέρχεσθαι

  1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνέρχονται ειρηνικά και χωρίς όπλα.
  2. Mόνο στις δημόσιες υπαίθριες συναθροίσεις μπορεί να παρίσταται η αστυνομία. Oι υπαίθριες συναθροίσεις μπορούν να απαγορευτούν με αιτιολογημένη απόφαση της εισαγγελικής αρχής αν εξαιτίας τους επίκειται σοβαρός κίνδυνος για τη δημόσια ασφάλεια.

 

Άρθρο 12: Δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι

  1. Oι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία.
  2. Tο σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση.
  3. Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δεν συνιστούν σωματείο.
  4. Oι γεωργικοί και αστικοί συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους.
  5. Eπιτρέπεται η σύσταση με νόμο αναγκαστικών συνεταιρισμών που αποβλέπουν στην εκπλήρωση σκοπών κοινής ωφέλειας ή δημόσιου ενδιαφέροντος ή κοινής εκμετάλλευσης γεωργικών εκτάσεων ή άλλης πλουτοπαραγωγικής πηγής, εφόσον πάντως εξασφαλίζεται η ίση μεταχείριση αυτών που συμμετέχουν.

 

Άρθρο 13: Θρησκευτική Ελευθερία

  1. Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη. Η απόλαυση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων δεν εξαρτάται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις καθενός.
  2. Kάθε θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα. H άσκηση της λατρείας δεν επιτρέπεται να προσβάλλει τη δημόσια τάξη ή τα χρηστά ήθη. O προσηλυτισμός απαγορεύεται.
  3. Oι λειτουργοί όλων των θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία της Πολιτείας και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί της, όπως και οι λειτουργοί της επικρατούσας θρησκείας.
  4. Kανένας δεν μπορεί, εξαιτίας των θρησκευτικών του πεποιθήσεων, να απαλλαγεί από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων προς το Kράτος ή να αρνηθεί να συμμορφωθεί προς τους νόμους.
  5. Kανένας όρκος δεν επιβάλλεται χωρίς νόμο, που ορίζει και τον τύπο του.

 

Άρθρο 14: Ελευθερία του Τύπου

  1. Kαθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά και γραπτά δια του τύπου τους στοχασμούς του.
  2. O τύπος είναι ελεύθερος. H λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο απαγορεύονται.
  3. H κατάσχεση εφημερίδων και άλλων εντύπων, είτε πριν από την κυκλοφορία είτε ύστερα από αυτή, απαγορεύεται.

Kατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η κατάσχεση, με παραγγελία του εισαγγελέα, μετά την κυκλοφορία:

α) για προσβολή κάθε θρησκείας,

β) για προσβολή του προσώπου του Προέδρου του Κράτους,

γ) για δημοσίευμα που αποκαλύπτει πληροφορίες για τη σύνθεση, τον εξοπλισμό και τη διάταξη των ενόπλων δυνάμεων ή την οχύρωση της Xώρας ή που έχει σκοπό τη βίαιη ανατροπή του πολιτεύματος ή στρέφεται κατά της εδαφικής ακεραιότητας του Kράτους,

δ) για άσεμνα δημοσιεύματα που προσβάλλουν ολοφάνερα τη δημόσια αιδώ, στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος.

  1. Σ’ όλες τις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου ο εισαγγελέας, μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από την κατάσχεση, οφείλει να υποβάλει την υπόθεση στο δικαστικό συμβούλιο, και αυτό, μέσα σε άλλες είκοσι τέσσερις ώρες, οφείλει να αποφασίσει για τη διατήρηση ή την άρση της κατάσχεσης, διαφορετικά η κατάσχεση αίρεται αυτοδικαίως. Tα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης επιτρέπονται στον εκδότη της εφημερίδας ή άλλου εντύπου που κατασχέθηκε και στον εισαγγελέα.
  2. Καθένας ο οποίος θίγεται από ανακριβές δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση πλήρους και άμεσης επανόρθωσης. Όταν πρόκειται περί εντύπου η επανόρθωση θα είναι πρωτοσέλιδη με τις απόψεις και του θιγόμενου, όταν δε πρόκειται για ηλεκτρονικό μέσο η επανόρθωση θα γίνει με πρώτη είδηση και σε κάθε περίπτωση επανάληψη της επανόρθωσης τόσες φορές και σε τόσο χρόνο και χώρο, όσος είχε αφιερωθεί στο να θιγεί ο θιγόμενος.

Καθένας ο οποίος θίγεται από υβριστικό ή δυσφημιστικό δημοσίευμα ή εκπομπή έχει δικαίωμα απάντησης, το δε μέσο ενημέρωσης έχει αντιστοίχως υποχρέωση άμεσης δημοσίευσης ή μετάδοσης της απάντησης σύμφωνα με τους ορισμούς της προηγούμενης παραγράφου.

  1. Tο δικαστήριο, ύστερα από τρεις τουλάχιστον καταδίκες μέσα σε μία πενταετία για διάπραξη των εγκλημάτων που προβλέπονται στην παράγραφο 3, διατάσσει την οριστική ή προσωρινή παύση της έκδοσης του εντύπου ή λειτουργίας του μέσου και, σε βαριές περιπτώσεις, την απαγόρευση της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος από το πρόσωπο που καταδικάστηκε.
  2. Η εκδίκαση των αδικημάτων που τελούνται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης θα γίνεται σε μια ενιαία δίκη η ποινική και αστική πλευρά της υπόθεσης.
  3. Οι ιδιοκτήτες ή κάτοχοι μέσων μαζικής ενημέρωσης θα πρέπει να διαθέτουν συγκεκριμένη άδεια από το κράτος, και να υπόκεινται σε φορολόγηση όπως οι υπόλοιποι φορολογούμενοι, χωρίς καμία ατέλεια ή φορολογική απαλλαγή. Διαπιστωμένη φορολογική παράβαση ή μη έγκαιρη καταβολή του αναλογούντος φόρου θα οδηγεί αυτόματα σε απώλεια της σχετικής άδειας.

 

Άρθρο 15: Κινηματογράφος, φωνογραφία, ραδιοφωνία, τηλεόραση

  1. Oι προστατευτικές για τον τύπο διατάξεις του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται και στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση.
  2. Η ραδιοφωνία και η τηλεόραση υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης που είναι ανεξάρτητη αρχή και το οποίο θα πρέπει να επιλέγεται με κλήρωση από έναν ίσο αριθμό δικαστών, δημοσιογράφων και πολιτών. O άμεσος έλεγχος έχει ως σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση πληροφοριών και ειδήσεων καθώς και προϊόντων του λόγου και της τέχνης, την εξασφάλιση της ποιοτικής στάθμης των προγραμμάτων που επιβάλλει η κοινωνική αποστολή της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης και η πολιτιστική ανάπτυξη της Χώρας, το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, την προστασία της παιδικής ηλικίας και της νεότητας, καθώς και την ισότιμη προβολή όλων των κομμάτων.

 

Άρθρο 16: Παιδεία, τέχνη, επιστήμη

  1. H τέχνη και η επιστήμη, η έρευνα και η διδασκαλία είναι ελεύθερες η ανάπτυξη και η προαγωγή τους αποτελεί υποχρέωση του Kράτους. H ακαδημαϊκή ελευθερία και η ελευθερία της διδασκαλίας δεν απαλλάσσουν από το καθήκον της υπακοής στο Σύνταγμα.
  2. H παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Kράτους και έχει σκοπό την ηθική, πνευματική, επαγγελματική και φυσική αγωγή των Eλλήνων, την ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης και τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες.
  3. Tα έτη υποχρεωτικής φοίτησης δεν μπορεί να είναι λιγότερα από εννέα.
  4. Όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας, σε όλες τις βαθμίδες της, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Tο Kράτος ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους.
  5. H ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση, καθώς και από ιδιωτικά πανεπιστημιακά ή πολυτεχνικά ιδρύματα και ιδρύματα ιδιοκτησίας οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. Tα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Kράτους, τα δε κρατικά ιδρύματα έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους.
  6. Oι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι δημόσιοι λειτουργοί. Tο υπόλοιπο διδακτικό προσωπικό τους επιτελεί επίσης δημόσιο λειτούργημα, με τις προϋποθέσεις που νόμος ορίζει. Tα σχετικά με την κατάσταση όλων αυτών των προσώπων καθορίζονται από τους οργανισμούς των οικείων ιδρυμάτων.

Oι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν μπορούν να παυθούν προτού λήξει σύμφωνα με το νόμο ο χρόνος υπηρεσίας τους παρά μόνο με τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 88 παράγραφος 4 και ύστερα από απόφαση συμβουλίου που αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς.

Οι καθηγητές των κρατικών ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων αποχωρούν αυτοδικαίως μόλις λήξει το ακαδημαϊκό έτος μέσα στο οποίο συμπληρώνουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους.

  1. H επαγγελματική και κάθε άλλη ειδική εκπαίδευση παρέχεται από το Kράτος και από ιδιωτικούς φορείς, με σχολές ανώτερης βαθμίδας για χρονικό διάστημα όχι μεγαλύτερο από τρία χρόνια.
  2. Το κράτος χορηγεί τις άδειες για την ίδρυση και λειτουργία ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων ανώτερων επαγγελματικών σχολών και εκπαιδευτηρίων, που δεν ανήκουν στο Kράτος και ειδικός νόμος ορίζει τόσο τα θέματα των αδειών όσο και τα σχετικά με την κρατική εποπτεία που ασκείται πάνω σ’ αυτά.
  3. O αθλητισμός τελεί υπό την ανώτατη εποπτεία του Kράτους.

Tο Kράτος ενισχύει οικονομικά κατά τις δυνάμεις του και ελέγχει τις ερασιτεχνικές ενώσεις των αθλητικών σωματείων κάθε είδους.

 

Άρθρο 17: Προστασία της ιδιοκτησίας, απαλλοτρίωση

  1. H ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Kράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
  2. Kανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, σύμφωνα με ειδικό νόμο περί απαλλοτριώσεων και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο.
  3. Η αποζημίωση ορίζεται από τα αρμόδια δικαστήρια. Η όλη διαδικασία της απαλλοτρίωσης και η καταβολή της αποζημίωσης θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθείς μέσα σε χρονικό διάστημα το ανώτερο τριών ετών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της πρώτης απόφασης σχετικά με την απαλλοτρίωση, διαφορετικά η απαλλοτρίωση είναι αυτοδίκαια άκυρη.

Πριν καταβληθεί η αποζημίωση διατηρούνται ακέραια όλα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη και δεν επιτρέπεται η κατάληψη.

H αποζημίωση δεν υπόκειται σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος.

  1. Όταν πρόκειται να εκτελεστούν έργα κοινής ωφέλειας ή γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Xώρας, μπορεί να επιτραπεί η απαλλοτρίωση υπέρ του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, οργανισμών κοινής ωφέλειας και δημόσιων επιχειρήσεων, ευρύτερων ζωνών, πέρα από τις εκτάσεις που είναι αναγκαίες για την κατασκευή των έργων, πάντα όμως με τις προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων.

Μπορεί να διανοιχθούν υπόγειες σήραγγες στο επιβαλλόμενο βάθος, χωρίς αποζημίωση, υπό τον όρο ότι δεν θα παραβλάπτεται η συνήθης εκμετάλλευση του υπερκείμενου ακινήτου.

 

Άρθρο 18: Προστασία της ιδιοκτησίας, ειδικές περιπτώσεις, επίταξη

  1. Επιτρέπεται σύμφωνα με ειδικό νόμο η επίταξη για τις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης, ή για τη θεραπεία άμεσης κοινωνικής ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη ή υγεία και για όσο χρόνο διαρκεί το γεγονός.
  2. Με ειδικό νόμο μπορεί να επιτρέπεται ο αναδασμός αγροτικών εκτάσεων για την επωφελέστερη εκμετάλλευση του εδάφους, καθώς και η λήψη μέτρων για την αποφυγή της υπέρμετρης κατάτμησης ή για διευκόλυνση της ανασυγκρότησης της κατατμημένης μικρής αγροτικής ιδιοκτησίας.
  3. Mετά την ολοκλήρωση κατά περίπτωση των διαδικασιών εφαρμογής του Κτηματολογίου, για τα ακίνητα για τα οποία δεν εμφανίστηκε ιδιοκτήτης τα οποία περιέρχονται στο κράτος, μπορεί να μεταβιβαστεί η κυριότητά τους ή να διατεθεί η χρήση τους και σε αστέγους ή ακτήμονες.
  4. Με νόμο μπορεί να απαγορεύεται η εκποίηση με πλειστηριασμό της μοναδικής κατοικίας ή σε περίπτωση περισσοτέρων αυτής που επιλέγεται από τον οφειλέτη ως μόνιμης κατοικίας, ανάλογα με τις γενικές ή ειδικές οικονομικές συνθήκες.
  5. Δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η αγροτική ιδιοκτησία των Σταυροπηγιακών Iερών Mονών της Aγίας Aναστασίας της Φαρμακολύτριας στη Xαλκιδική, των Bλατάδων στη Θεσσαλονίκη και του Eυαγγελιστή Iωάννη του Θεολόγου στην Πάτμο, με εξαίρεση τα μετόχια. Eπίσης δεν επιτρέπεται να απαλλοτριωθεί η περιουσία που βρίσκεται στην Eλλάδα των Πατριαρχείων Aλεξάνδρειας, Aντιόχειας και Iεροσολύμων, καθώς και της Iερής Mονής του Σινά.

 

Άρθρο 19: Απόρρητο επιστολών, ανταπόκρισης & επικοινωνίας

  1. Tο απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο γραπτό ή ηλεκτρονικό τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Οι δικαστικές αρχές μπορούν με ειδικά αιτιολογημένη απόφασή τους να άρουν το απόρρητο και να λάβουν γνώση του περιεχομένου όταν πρόκειται για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων.
  2. Με την επιφύλαξη της διαδικασίας άρσης του απορρήτου της προηγουμένης παραγράφου, απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α.

 

Άρθρο 20: Έννομη προστασία, δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης

  1. Kαθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, σύμφωνα με τους δικονομικούς νόμους.

Η παροχή έννομης προστασίας θα πρέπει να ολοκληρώνεται αμετάκλητα μέσα σε προθεσμία τριών ετών από τότε που ο ενδιαφερόμενος προσέφυγε στη δικαιοσύνη, διαφορετικά το κράτος υποχρεούται να του αποκαταστήσει τη ζημιά του.

  1. Tο δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου ισχύει και για κάθε διοικητική ενέργεια ή μέτρο που λαμβάνεται σε βάρος των δικαιωμάτων ή συμφερόντων του.

 

Άρθρο 21: Προστασία οικογένειας, γάμου, μητρότητας και παιδικής ηλικίας, δικαιώματα ατόμων με αναπηρίες

  1. H οικογένεια, ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους, καθώς και ο γάμος, η μητρότητα και η παιδική ηλικία τελούν υπό την προστασία του Kράτους.
  2. Πολύτεκνες οικογένειες, ανάπηροι πολέμου και ειρηνικής περιόδου, θύματα πολέμου, χήρες και ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, καθώς και όσοι πάσχουν από ανίατη σωματική ή πνευματική νόσο έχουν δικαίωμα ειδικής φροντίδας από το Kράτος.
  3. Tο Kράτος μεριμνά για την υγεία των πολιτών και παίρνει ειδικά μέτρα για την προστασία της νεότητας, του γήρατος, της αναπηρίας και για την περίθαλψη των απόρων.

Το κράτος είναι επίσης υπεύθυνο για την ποιότητα των προϊόντων που κυκλοφορούν στην αγορά και έχουν σχέση με την τροφή, την υγεία και την σωματική ακεραιότητα των πολιτών.

  1. H απόκτηση κατοικίας από αυτούς που την στερούνται ή που στεγάζονται ανεπαρκώς αποτελεί αντικείμενο ειδικής φροντίδας του Kράτους.
  2. O σχεδιασμός και η εφαρμογή δημογραφικής πολιτικής, καθώς και η λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων αποτελεί υποχρέωση του Κράτους.
  3. Τα άτομα με αναπηρίες έχουν δικαίωμα να απολαμβάνουν μέτρων που εξασφαλίζουν την αυτονομία, την επαγγελματική ένταξη και τη συμμετοχή τους στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας.

 

Άρθρο 22: Προστασία της εργασίας

  1. H εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Kράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών εργασίας όλων των πολιτών και για την ηθική και υλική εξύψωση του εργαζόμενου αγροτικού και αστικού πληθυσμού.

Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.

  1. Mε νόμο καθορίζονται οι γενικοί όροι εργασίας, που συμπληρώνονται από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας συναπτόμενες με ελεύθερες διαπραγματεύσεις και, αν αυτές αποτύχουν, με τους κανόνες που θέτει η διαιτησία.
  2. Oποιαδήποτε μορφή αναγκαστικής εργασίας απαγορεύεται. Επιτρέπεται όμως η έκτιση ποινής με προσφορά εργασίας κατ’ επιλογήν του καταδικασθέντος, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο.

4, Μπορεί να προβλεφθεί νομοθετικά επίταξη προσωπικών υπηρεσιών σε περίπτωση πολέμου ή επιστράτευσης ή για την αντιμετώπιση αναγκών της άμυνας της Xώρας ή επείγουσας κοινωνικής ανάγκης από θεομηνία ή ανάγκης που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία, καθώς και τα σχετικά με την προσφορά προσωπικής εργασίας στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης για την ικανοποίηση τοπικών αναγκών.

  1. Tο Kράτος μεριμνά και είναι υπεύθυνο για τον ασφαλή τρόπο της ασφάλισης των εργαζομένων.

 

Άρθρο 23: Συνδικαλιστική ελευθερία

  1. Tο Kράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών μ’ αυτή δικαιωμάτων εναντίον κάθε προσβολής τους.
  2. H απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις νόμιμα συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών γενικά συμφερόντων των εργαζομένων.

Οι εκλεγέντες συνδικαλιστές δεν μπορούν να είναι ταυτόχρονα στελέχη πολιτικού κόμματος και δεν μπορούν να καταλάβουν αιρετό ή  κατόπιν διορισμού πολιτικό αξίωμα ή πολιτική θέση πριν παρέλθουν τέσσερα χρόνια από την λήξη της συνδικαλιστικής θητείας τους.

Aπαγορεύεται η απεργία με οποιαδήποτε μορφή στους δικαστικούς λειτουργούς και σ’ αυτούς που υπηρετούν στα σώματα ασφαλείας. Tο δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, που η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Oι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του.

 

Άρθρο 24: Προστασία του περιβάλλοντος

  1. Η προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση του Κράτους. Για τη διαφύλαξή του το Κράτος έχει υποχρέωση να παίρνει ιδιαίτερα προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας.

Οι δασικές εκτάσεις ανήκουν κατά κυριότητα στους οικείους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου βαθμού, στα όρια των οποίων υπάγονται.

Οι αντίστοιχοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης είναι υπεύθυνοι για την προστασία των δασών από πυρκαϊές, καταπατήσεις και παράνομη υλοτομία.

  1. H χωροταξική αναδιάρθρωση της Xώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Kράτους, το οποίο υποχρεούται να εντάξει το σύνολο της χώρας σε ένα ενιαίο χωροταξικό οικιστικό σχέδιο, με σκοπό να προληφθεί η άναρχη δόμηση, η καταστροφή του περιβάλλοντος και η καταπάτηση δημόσιας περιουσίας.

Oι σχετικές τεχνικές επιλογές και σταθμίσεις γίνονται κατά τους κανόνες της επιστήμης. Η σύνταξη εθνικού κτηματολογίου συνιστά υποχρέωση του Κράτους.

  1. Για να αναγνωριστεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά, χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων.
  2. Μπορεί να προβλεφθεί η συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής.
  3. Oι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων εφαρμόζονται και στην αναμόρφωση των οικιστικών περιοχών που ήδη υπάρχουν. Oι ελεύθερες εκτάσεις, που προκύπτουν από την αναμόρφωση, διατίθενται για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων ή εκποιούνται για να καλυφθούν οι δαπάνες της πολεοδομικής αναμόρφωσης.
  4. Tα μνημεία, οι παραδοσιακές περιοχές και τα παραδοσιακά στοιχεία προστατεύονται από το Kράτος με πλήρη αποζημίωση των ιδιοκτητών σε περίπτωση περιορισμού ή απώλειας της αντίστοιχης ιδιοκτησίας.

 

Άρθρο 25: Αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, προστασία θεμελιωδών δικαιωμάτων

  1. Αιτία ύπαρξης του κράτους είναι η κοινωνία. Το κράτος ελέγχεται από την κοινωνία, η οποία συμμετέχει στη λήψη πολιτικών αποφάσεων κατά τους ορισμούς του παρόντος Συντάγματος και οφείλει να διασφαλίζει την ελευθερία, την κοινωνική ασφάλεια, την κοινωνική ειρήνη, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική δικαιοσύνη και την δίκαιη κατανομή του εθνικού εισοδήματος, μέσω της δίκαιης φορολογίας και εξασφάλισης της ελεύθερης επιχειρηματικότητας για όλους.
  2. H αναγνώριση και η προστασία των θεμελιωδών και απαράγραπτων δικαιωμάτων του ανθρώπου από το Κράτος αποβλέπει στην πραγμάτωση της κοινωνικής προόδου μέσα σε ελευθερία και δικαιοσύνη.
  3. H καταχρηστική άσκηση δικαιώματος δεν επιτρέπεται.
  4. Tο Kράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.
  5. Οι κάθε είδους αμοιβές στον δημόσιο τομέα ανεξαρτήτως αξιώματος, θέσης και ιδιότητας, αποτελούν, σύμφωνα με τους ορισμούς ειδικών νόμων, συνάρτηση του κατώτατου επιπέδου διαβίωσης, όπως αυτό θα ορίζεται νομοθετικά κατ΄ έτος. Το κατώτατο αυτό επίπεδο θα ισχύει υποχρεωτικά και για τον ιδιωτικό τομέα.

 

 

Σύνταξη της Πολιτείας

 

Άρθρο 26:  Διάκριση των εξουσιών

  1. H νομοθετική εξουσία ασκείται από το λαό μέσω δημοψηφισμάτων και τη Bουλή μέσω των νόμων. Ο Πρόεδρος του Κράτους επικυρώνει τους νόμους και εκδίδει τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα και τους νόμους Προεδρικά Διατάγματα
  2. H εκτελεστική εξουσία ασκείται από τον Πρόεδρο του Κράτους και την Kυβέρνηση.
  3. H ανεξάρτητη από τις δύο άλλες εξουσίες δικαστική εξουσία ασκείται από τα δικαστήρια, οι αποφάσεις, των οποίων εκτελούνται στο όνομα του Eλληνικού Λαού.

 

Άρθρο 27:  Μεταβολή στα όρια της Επικράτειας

  1. Καμία μείωση των ορίων της Επικράτειας δεν επιτρέπεται, εκτός των περιπτώσεων ειδικών συνθηκών και πάντα κατόπιν δημοψηφίσματος.

Αύξηση των ορίων της Επικράτειας μπορεί να γίνει με νόμο που ψηφίζεται από την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

  1. Χωρίς νόμο, που ψηφίζεται με την απόλυτη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν είναι δεκτή στην Ελληνική Επικράτεια ξένη στρατιωτική δύναμη ούτε μπορεί να διαμένει σ’ αυτήν ή να περάσει μέσα από αυτή.

 

Άρθρο 28:  Κανόνες του διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί

  1. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου, καθώς και οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Η εφαρμογή των κανόνων του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων στους αλλοδαπούς τελεί πάντοτε υπό τον όρο της αμοιβαιότητας.
  2. Για να εξυπηρετηθεί σπουδαίο εθνικό συμφέρον και να προαχθεί η συνεργασία με άλλα κράτη, μπορεί να αναγνωρισθούν, με συνθήκη ή συμφωνία, σε όργανα διεθνών οργανισμών αρμοδιότητες που προβλέπονται από το Σύνταγμα. Για την κύρωση αυτής της συνθήκη ή συμφωνίας απαιτείται δημοψήφισμα.
  3. Η Ελλάδα προβαίνει ελεύθερα, με νόμο που ψηφίζεται από την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών, σε περιορισμούς ως προς την άσκηση της εθνικής κυριαρχίας της, εφόσον αυτό υπαγορεύεται από σπουδαίο εθνικό συμφέρον, δεν θίγει τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις βάσεις του δημοκρατικού πολιτεύματος και γίνεται με βάση τις αρχές της ισότητας και με τον όρο της αμοιβαιότητας.

 

Άρθρο 29: Πολιτικά κόμματα

  1. Έλληνες πολίτες που έχουν το εκλογικό δικαίωμα μπορούν ελεύθερα να ιδρύουν και να συμμετέχουν σε πολιτικά κόμματα.
  2. Το κράτος οφείλει να αντιμετωπίζει ως ισότιμα όλα τα κόμματα και να διασφαλίζει την συμμετοχή όλων στην πολιτική ζωή, έτσι ώστε οι πολίτες να πληροφορούνται συνεχώς για τις θέσεις τους. Οφείλει δε να εξασφαλίζει την ισηγορία μεταξύ όλων των κομμάτων στα δημόσια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
  3. Τα κόμματα οφείλουν να τηρούν το παρόν Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Η εσωτερική οργάνωση και λειτουργία τους οφείλει να ακολουθεί τις δημοκρατικές αρχές. Ιδίως, οφείλουν να λειτουργούν βάσει καταστατικού εγκεκριμένο από τα μέλη τους, το οποίο θα κατατεθεί στον Άρειο Πάγο, να επιλέγουν υποχρεωτικά απευθείας από τα μέλη τους, δια ψηφοφορίας ή δια κληρώσεως, τους εκπροσώπους τους, τους υποψήφιους για το βουλευτικό ή για άλλα αιρετά αξιώματα και να αποφασίζουν για το πρόγραμμα και τις θέσεις τους με ψηφοφορία μεταξύ των μελών τους.

Τα μέλη των κομμάτων έχουν το δικαίωμα να προσφεύγουν στα αρμόδια δικαστήρια για την πιστή τήρηση του Συντάγματος, των νόμων και του καταστατικού τους, καθώς και κατά αποφάσεως διαγραφής τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ειδικού νόμου για τα πολιτικά κόμματα.

  1. Τα κόμματα είναι υποκείμενα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και οφείλουν να δίνουν λόγο δημόσια για την προέλευση των οικονομικών πόρων και της περιουσίας τους, το σύνολο δε των περιουσιακών τους στοιχείων τίθεται σε δημόσια θέα στο διαδίκτυο, καθώς επίσης οι χορηγίες που έγιναν προς αυτά, ονομαστικά και κατά ποσόν ή αξία και επιπλέον πλήρη κατάλογο των λειτουργικών και εκλογικών δαπανών τους.

Ο επίσημος έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων διενεργείται από ειδικό τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου η σύνθεση του οποίου προκύπτει κατόπιν κληρώσεως μεταξύ των μελών του δικαστηρίου αυτού.

Ο έλεγχος της προηγούμενης παραγράφου είναι δημόσιος ώστε να μπορεί να περιέλθει σε γνώση των πολιτών και δεν υπόκειται σε κανενός είδους απόρρητο.

Παράβαση των κανόνων διαφάνειας των οικονομικών των κομμάτων που ορίζονται ανωτέρω, επιφέρει τις κυρώσεις που προβλέπει ο ειδικός νόμος για τα πολιτικά κόμματα.

  1. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος στους δικαστικούς λειτουργούς και σε όσους υπηρετούν στις ένοπλες δυνάμεις και στα σώματα ασφαλείας. Απαγορεύονται απολύτως οι οποιασδήποτε μορφής εκδηλώσεις υπέρ ή κατά πολιτικού κόμματος, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, στους υπαλλήλους του Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημόσιων επιχειρήσεων ή επιχειρήσεων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή επιχειρήσεων η διοίκηση των οποίων ορίζεται άμεσα ή έμμεσα από το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχο.

 

 

Πρόεδρος της Δημοκρατίας

 

Άρθρο 30

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι ταυτόχρονα ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης και ο επικεφαλής της Εκτελεστικής Εξουσίας. Εκλέγεται απευθείας από το λαό, όπως ορίζει το άρθρο 32.
  2. Ομού μετά του Προέδρου εκλέγεται και Αντιπρόεδρος, οι αρμοδιότητες του οποίου ορίζονται στο άρθρο 34 του παρόντος.
  3. Τα αξιώματα του Προέδρου και του Αντιπροέδρου είναι ασυμβίβαστα με οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.

 

Άρθρο 31: Προσόντα εκλογιμότητας

Πρόεδρος της Δημοκρατίας καθώς και Αντιπρόεδρος  μπορεί να εκλεγεί μόνον γεννημένος Έλληνας πολίτης, έχει δε από πατέρα ή μητέρα ελληνική καταγωγή, διαθέτει μόνο ελληνική υπηκοότητα, έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του και έχει τη νόμιμη ικανότητα του εκλέγειν.

 

Άρθρο 32: Εκλογή

  1. Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκλέγεται εκείνος εκ των συνυποψηφίων που έλαβε την απόλυτη πλειοψηφία των πολιτών σε γενικές εκλογές.

Σε περίπτωση που κανείς υποψήφιος δεν συγκέντρωσε τον απόλυτο αριθμό των ψήφων, η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται μετά από μία εβδομάδα μεταξύ των δύο πρώτων που σχετικώς πλειοψήφησαν έναντι των υπολοίπων.

  1. Οι εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας διενεργείται δύο μήνες πριν τη λήξη της θητείας του απερχόμενου Προέδρου.

Η προεδρική περίοδος αρχίζει από την ορκωμοσία του Προέδρου και διαρκεί τέσσερα έτη.

  1. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας γίνεται σε κάθε περίπτωση για πλήρη θητεία.

Επανεκλογή του ίδιου προσώπου επιτρέπεται μια φορά μόνο.

Σε περίπτωση πολέμου, η προεδρική θητεία παρατείνεται έως τη λήξη του.

  1. Υποψήφιος Πρόεδρος είναι το πρόσωπο εκείνο που προτείνεται από δέκα (10) βουλευτές ή από είκοσι χιλιάδες (20.000) πολίτες.

 

Άρθρο 33: Έναρξη θητείας, όρκος, χορηγία

  1. Ο εκλεγείς Πρόεδρος της Δημοκρατίας αναλαμβάνει την άσκηση των καθηκόντων του από την επομένη της ημέρας που έληξε η θητεία του απερχόμενου Προέδρου.
  2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πριν αναλάβει την άσκηση των καθηκόντων του, δίνει ενώπιον της Βουλής τον ακόλουθο όρκο:

«Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να φυλάσσω το Σύνταγμα και του νόμους, να μεριμνώ για την πιστή τους τήρηση, να υπερασπίζω την εθνική ανεξαρτησία και την ακεραιότητα της Χώρας, να προστατεύω τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των Ελλήνων και να υπηρετώ το γενικό συμφέρον και την πρόοδο του Ελληνικού Λαού».

  1. Ειδικός νόμος ορίζει την αμοιβή που καταβάλλεται στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και στον Αντιπρόεδρο, καθώς και τη λειτουργία των υπηρεσιών που οργανώνονται για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

 

Άρθρο 34: Αναπλήρωση

  1. Σε περίπτωση οριστικής αδυναμίας του Προέδρου της Δημοκρατίας, να εκπληρώσει τα καθήκοντά του, καθώς επίσης και σε περίπτωση που ο Πρόεδρος παραιτηθεί, πεθάνει ή κηρυχθεί έκπτωτος κατά τις διατάξεις του Συντάγματος, τη θέση του αναλαμβάνει ο Αντιπρόεδρος.
  2. Τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν απουσιάζει στο εξωτερικό περισσότερο από δέκα ημέρες, αναπληρώνει ο Αντιπρόεδρος.
  3. Σε περίπτωση αδυναμίας και του Αντιπροέδρου να ασκήσει τα καθήκοντά του για τους ίδιους ανωτέρω λόγους, καθήκοντα Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι τη λήξη της θητείας του αδυνατούντος Προέδρου, αναλαμβάνει ο Πρόεδρος της Βουλής.

Στην τελευταία περίπτωση ο Πρόεδρος της Βουλής παύει αυτόματα να κατέχει το αξίωμα αυτό, καθώς και την ιδιότητα του βουλευτή, τη θέση του οποίου καταλαμβάνει ο πρώτος επιλαχών βουλευτής της περιφέρειάς του.

 

Άρθρα 35, 38, 39, 41, 46:  Καταργούνται.

 

Άρθρο 36: Διεθνής παραστάτης, διεθνείς συνθήκες

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκπροσωπεί διεθνώς το Κράτος, κηρύσσει πόλεμο, συνομολογεί συνθήκες ειρήνης, συμμαχίας, οικονομικής συνεργασίας και συμμετοχής σε διεθνείς οργανισμούς ή ενώσεις, και τις φέρνει στη Βουλή προς έγκριση με νόμο εντός μηνός από την ενέργεια ή την υπογραφή τους.
  2. Η κύρωση διεθνών συνθηκών δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης.

 

Άρθρο 37: Διορισμός Κυβέρνησης

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διορίζει και παύει τα μέλη της κυβέρνησης και συντονίζει και κατευθύνει τις ενέργειές της στα πλαίσια του παρόντος Συντάγματος και των νόμων.

 

Άρθρο 40: Σύγκληση της Βουλής, Αναστολή εργασιών

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δύναται να  συγκαλεί τη Βουλή εκτάκτως όταν συντρέχουν κατά την κρίση του ειδικές, εξαιρετικές ή επείγουσες περιστάσεις.

 

Άρθρο 42: Έκδοση και δημοσίευση των νόμων

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει και δημοσιεύει τους νόμους που έχουν ψηφιστεί από τη Βουλή μέσα σε ένα μήνα από την ψήφισή τους. Μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στο προηγούμενο εδάφιο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Βουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτήν, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής.
  2. Πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Βουλή εισάγεται στην Ολομέλειά της και, αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είτε το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του, είτε προσφεύγει στο λαό προκηρύσσοντας δημοψήφισμα για την έγκριση ή την απόρριψή του.

 

Άρθρο 43: Έκδοση διαταγμάτων

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους.
  2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου ψηφισμένου από την ολομέλεια της Βουλής και μέσα στα όριά της.

 

Άρθρο 44: Πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, δημοψηφίσματα, διαγγέλματα

  1. Σε έκτακτες περιπτώσεις εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να εκδίδει πράξεις νομοθετικού περιεχομένου. Οι πράξεις αυτές υποβάλλονται στη Βουλή για κύρωση, μέσα σε τριάντα ημέρες από την έκδοσή τους ή μέσα σε τριάντα ημέρες από τη σύγκληση της Βουλής σε σύνοδο. Αν δεν υποβληθούν στη Βουλή μέσα στις προαναφερόμενες προθεσμίες ή αν δεν εγκριθούν από αυτή μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους, παύουν να ισχύουν στο εξής.
  2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα κατά την άποψή του θέματα. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας με διάταγμα και για ψηφισμένα νομοσχέδια που ρυθμίζουν σοβαρό κατά την κρίση του ζήτημα.
  3. Δημοψήφισμα προκηρύσσεται υποχρεωτικά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν το ζητήσουν ενυπογράφως διακόσιες χιλιάδες (200.000) πολίτες για την περίπτωση αναθεώρησης του Συντάγματος και εκατό χιλιάδες (100.000) πολίτες για την περίπτωση θέσπισης ή τροποποίησης ή κατάργησης νόμου.
  4. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε εξαιρετικές περιστάσεις, που εκείνος κρίνει, μπορεί να απευθύνει προς το Λαό διαγγέλματα.

Υποχρεωτικά το πρώτο δεκαπενθήμερο κάθε Ιανουαρίου θα πρέπει να δίνει λόγο στο λαό με διάγγελμα για τα πεπραγμένα της προηγούμενου έτους, καθώς και να προαναγγέλλει  τα βασικά θέματα που αφορούν το πρόγραμμα του επόμενου έτους.

 

Άρθρο 45: Αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας και ασκεί τη διοίκησή τους. Απονέμει επίσης του βαθμούς σε όσους υπηρετούν σ’ αυτές, σύμφωνα με τις νόμιμες προϋποθέσεις απονομής.
  2. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας απονέμει τα προβλεπόμενα παράσημα.

 

Άρθρο 47: Χάρη και αμνηστία

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έχει το δικαίωμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Δικαιοσύνης και γνώμη συμβουλίου που συγκροτείται κατά πλειοψηφία από δικαστές, να χαρίζει, μετατρέπει ή μετριάζει τις ποινές που επιβάλλουν τα δικαστήρια, καθώς και να αίρει τις κάθε είδους νόμιμες συνέπειες ποινών που έχουν επιβληθεί και εκτιθεί.
  2. Αμνηστία παρέχεται μόνο για πολιτικά εγκλήματα, με νόμο που ψηφίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
  3. Αμνηστία για κοινά εγκλήματα δεν παρέχεται ούτε με νόμο.

 

Άρθρο 48: Κατάσταση πολιορκίας

(Η Πρωτοβουλία μας δεν έχει πρόταση επ’ αυτού)

 

Άρθρο 49: Ευθύνη, κατηγορία, δίκη

  1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας ευθύνεται, όπως οι απλοί πολίτες για κάθε πράξη, τόσο κατά την άσκηση των καθηκόντων του, όσο και εκτός αυτής, επιπρόσθετα δε για έσχατη προδοσία ή παραβίαση, με πρόθεση, του Συντάγματος.
  2. Αφότου παραπεμφθεί σε δίκη ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας για έσχατη προδοσία ή παραβίαση με πρόθεση του Συντάγματος, απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του και αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο.

 

Άρθρο 50: Τεκμήριο Αρμοδιότητας

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν έχει άλλες αρμοδιότητες παρά μόνο όσες του απονέμουν ρητά το Σύνταγμα και οι νόμοι που είναι σύμφωνοι μ’ αυτό.

 

Bουλή

 

Άρθρο 51: Εκλογή βουλευτών, εκλογικό δικαίωμα

  1. Ο αριθμός των βουλευτών ορίζεται με νόμο, δεν μπορεί όμως να είναι μικρότερος από διακόσιους ούτε μεγαλύτερος από τριακόσιους.
  2. Οι βουλευτές εκπροσωπούν το λαό.
  3. Οι βουλευτές εκλέγονται με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τους πολίτες που έχουν κατά νόμο εκλογικό δικαίωμα. Ο νόμος δεν μπορεί να περιορίσει το εκλογικό δικαίωμα παρά μόνο αν δεν έχει συμπληρωθεί το κατώτατο όριο ηλικίας ή για ανικανότητα δικαιοπραξίας ή ως συνέπεια αμετάκλητης ποινικής καταδίκης για ορισμένα εγκλήματα.
  4. Οι βουλευτικές εκλογές διενεργούνται ταυτόχρονα σε ολόκληρη την Ελληνική Επικράτεια καθώς και στο εξωτερικό για τους Έλληνες κατοίκους του εξωτερικού. Νόμος ρυθμίζει τα σχετικά με την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος από τους εκλογείς που βρίσκονται έξω από την Επικράτεια.

Ως προς τους εκλογείς αυτούς η αρχή της ταυτόχρονης διενέργειας των εκλογών δεν κωλύει την άσκηση του εκλογικού τους δικαιώματος με επιστολική ψήφο ή άλλο πρόσφορο μέσο, εφόσον η καταμέτρηση και η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων διενεργείται όποτε αυτό γίνεται και σε ολόκληρη την Επικράτεια.

  1. Η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική.

 

Άρθρο 52:  Ελεύθερη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης

Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργιών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Οι ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής ορίζονται στον ποινικό νόμο.

 

Άρθρο 53: Βουλευτική Περίοδος

  1. Οι βουλευτές εκλέγονται για τέσσερα συνεχή έτη που αρχίζουν από την ημέρα των γενικών εκλογών.

Απαγορεύεται η εκλογή του ιδίου προσώπου για περισσότερες από δύο θητείες.

  1. Ο μισός αριθμός των βουλευτών εκλέγεται στο μέσον της θητείας των υπολοίπων.
  2. Σε περίπτωση πολέμου η βουλευτική περίοδος παρατείνεται σε όλη τη διάρκειά του. Αν η Βουλή έχει διαλυθεί, η διενέργεια των εκλογών αναστέλλεται ωσότου τελειώσει ο πόλεμος, ανακαλείται δε αυτοδικαίως η Βουλή που έχει διαλυθεί έως το τέλος του.

 

Άρθρο 54: Εκλογικό σύστημα, εκλογικές περιφέρειες, βουλευτές Επικρατείας

  1. Πάγιο εκλογικό σύστημα για την εκλογή των βουλευτών είναι το σύστημα της απλής αναλογικής.
  2. Οι εκλογικές περιφέρειες ορίζονται με νόμο που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
  3. Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας που προκύπτει, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή, από τους εγγεγραμμένους στα οικεία δημοτολόγια. Τα αποτελέσματα της απογραφής θεωρείται ότι έχουν δημοσιευθεί με βάση τα στοιχεία της αρμόδιας υπηρεσίας μετά την πάροδο ενός έτους από την τελευταία ημέρα διεξαγωγής της.

 

Άρθρο 55: Προσόντα εκλογιμότητας

  1. Για να εκλεγεί κανείς βουλευτής απαιτείται να είναι Έλληνας πολίτης, να έχει τη νόμιμη ικανότητα να εκλέγει, να έχει συμπληρώσει το εικοστό πέμπτο έτος της ηλικίας του κατά την ημέρα της εκλογής και να έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή να έχει απαλλαγεί νόμιμα.
  2. Βουλευτής που στερήθηκε κάποιο από τα παραπάνω προσόντα εκπίπτει αυτοδικαίως από το βουλευτικό αξίωμα.

 

Άρθρο 56: Καταργείται.

 

Άρθρο 57:  Ασυμβίβαστα έργα

  1. Η ιδιότητα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με οποιοδήποτε άλλο δημόσιο αξίωμα ή θέση.
  2. Βουλευτής δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα και μέλος της κυβέρνησης.
  3. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών τους επιχείρησης, η οποία:

α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα.

β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων.

γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας.

δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας.

ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος. Μέτοχος επιχείρησης που εμπίπτει στους περιορισμούς της παραγράφου αυτής είναι όποιος κατέχει ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερο του ένα τοις εκατό. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Νόμος ορίζει τις δραστηριότητες που είναι συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, καθώς και τα σχετικά με τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα και τον τρόπο επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας. Οι δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του νομικού ή άλλου συμβούλου σε επιχειρήσεις των περιπτώσεων α’ έως δ’ της παραγράφου αυτής. Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων.

  1. Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων.

Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρόθεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή.

  1. Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό.
  2. Ειδικός νόμος ορίζει τον τρόπο με τον οποίο συνεχίζονται ή εκχωρούνται ή διαλύονται συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3 και έχουν αναληφθεί από βουλευτή ή από επιχείρηση στην οποία αυτός μετείχε πριν από την απόκτηση της βουλευτικής ιδιότητας ή με ασυμβίβαστη προς το αξίωμά του ιδιότητα.

 

Άρθρο 58: Δικαστικός έλεγχος εκλογών

Ο έλεγχος και η εκδίκαση των βουλευτικών εκλογών, κατά του κύρους των οποίων ασκούνται ενστάσεις που αναφέρονται είτε σε εκλογικές παραβάσεις σχετικές με την ενέργεια των εκλογών είτε σε έλλειψη των νόμιμων προσόντων, ανατίθεται στο Συνταγματικό Δικαστήριο.

 

Άρθρο 59: Όρκος

  1. Οι βουλευτές πριν αναλάβουν τα καθήκοντά τους δίνουν στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής και σε δημόσια συνεδρίαση τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας να είμαι πιστός στην Πατρίδα και το δημοκρατικό πολίτευμα, να υπακούω στο Σύνταγμα και τους νόμους και να εκπληρώνω ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».
  2. Αλλόθρησκοι ή ετερόδοξοι βουλευτές δίνουν τον ίδιο όρκο σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος.
  3. Βουλευτές που ανακηρύσσονται όταν η Βουλή απουσιάζει δίνουν τον όρκο στο Τμήμα της που λειτουργεί.

 

Άρθρο 60: Δικαίωμα ψήφου, παραίτηση από το αξίωμα

  1. Οι βουλευτές έχουν απεριόριστο το δικαίωμα της γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση και σε καμία περίπτωση δεν διαγράφονται από το κόμμα τους ούτε εξαναγκάζονται σε παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα εξ αυτού του λόγου.
  2. Η παραίτηση από το βουλευτικό αξίωμα είναι δικαίωμα του βουλευτή, συντελείται μόλις ο βουλευτής υποβάλει γραπτή δήλωση στον Πρόεδρο της Βουλής και δεν ανακαλείται.
  3. Ο βουλευτής δεν αναλαμβάνει θέση μέλους της κυβέρνησης για την περίοδο που έχει εκλεγεί ακόμα και αν παραιτηθεί από τη βουλευτική του ιδιότητα.

 

Άρθρο 61: Ανεύθυνο των βουλευτών

Οι βουλευτές δεν διώκονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο για αγορεύσεις, πολιτικές απόψεις ή ψήφο που διατύπωσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

 

Άρθρο 62: Ακαταδίωκτο των βουλευτών

Με την επιφύλαξη του προηγούμενου άρθρου οι βουλευτές υπάγονται στην δικαιοσύνη όπως οι υπόλοιποι πολίτες. Απαγορεύεται η θέσπιση οποιασδήποτε μορφής ασυλίας τους ή η εξάρτηση της δίωξής τους από άδεια, αναφορά, αίτηση, ή οποιαδήποτε άλλη πράξη της Βουλής ή οποιουδήποτε άλλου σώματος, ή αρχής.

 

Άρθρο 63: Αποζημίωση, ατέλειες, απουσίες

Οι βουλευτές λαμβάνουν για τις υπηρεσίες τους εύλογης αμοιβής, η οποία πρέπει να είναι ανάλογη προς το λειτούργημά τους και την οικονομική κατάσταση της χώρας, υποκείμενη πλήρως στη φορολογία εισοδήματος.

Κάθε φορά που βουλευτής απουσιάζει αδικαιολόγητα από τις συνεδριάσεις της βουλής παρακρατείται ανάλογο ποσοστό από την αμοιβή του.

Πέραν της ανωτέρω αμοιβής, η οποία καθορίζεται με νόμο και δημοσιοποιείται υποχρεωτικά στα ΜΜΕ και στην ιστοσελίδα της Βουλής, έτσι ώστε να λαμβάνουν γνώση αυτής οι πολίτες, οι βουλευτές δεν δικαιούνται άλλης παροχής και ιδία να προσλαμβάνουν συμβούλους ή υπαλλήλους με δαπάνες του δημοσίου, ούτε απολαμβάνουν οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο προνόμιο έναντι των υπολοίπων πολιτών. Η συμμετοχή σε επιτροπές της βουλής δεν αποτελεί αιτία επιπλέον αμοιβής των βουλευτών.

 

Άρθρο 64: Σύνοδος

  1. Η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως κάθε έτος την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου σε τακτική σύνοδο για τα ετήσια έργα της.
  2. Η διάρκεια της τακτικής συνόδου δεν μπορεί να είναι συντομότερη από οκτώ μήνες.

Η τακτική σύνοδος παρατείνεται υποχρεωτικά ώσπου να εγκριθεί ο απολογισμός και ο προϋπολογισμός του επομένου έτους ή να ψηφιστεί ο προβλεπόμενος για τα έσοδα και έξοδα ειδικός νόμος.

 

Άρθρο 65: Κανονισμός, προεδρείο

  1. Η Βουλή ορίζει τον τρόπο της ελεύθερης και δημοκρατικής λειτουργίας της με Κανονισμό, που ψηφίζεται ή τροποποιείται από την Ολομέλεια με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών και δημοσιεύεται με παραγγελία του Προέδρου της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  2. Η Βουλή εκλέγει από τα μέλη της τον Πρόεδρο και τα λοιπά μέλη του Προεδρείου, σύμφωνα με τους ορισμούς του Κανονισμού.
  3. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι εκλέγονται στην αρχή κάθε βουλευτικής περιόδου.

Η Βουλή μπορεί, ύστερα από πρόταση πενήντα βουλευτών, να εκφράσει μομφή κατά του Προέδρου της Βουλής ή μέλους του Προεδρείου, η οποία συνεπάγεται τη λήξη της θητείας του, κατά τους όρους του Κανονισμού της Βουλής.

  1. Ο Πρόεδρος της Βουλής διευθύνει τις εργασίες του Σώματος, μεριμνά για τη διασφάλιση της ανεμπόδιστης διεξαγωγής των εργασιών του, την κατοχύρωση της ελεύθερης γνώμης και έκφρασης των βουλευτών, και την τήρηση της τάξης. Ο Πρόεδρος μπορεί να λάβει και πειθαρχικά μέτρα σύμφωνα με όσα ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής εναντίον κάθε βουλευτή που παρεκτρέπεται.
  2. Με τον Κανονισμό μπορεί να συσταθεί στη Βουλή επιστημονική υπηρεσία για την υποβοήθηση του νομοθετικού της έργου.
  3. Ο Κανονισμός καθορίζει και την οργάνωση των υπηρεσιών της Βουλής υπό την εποπτεία του Προέδρου, καθώς και όλα όσα αφορούν το προσωπικό της. Οι πράξεις του Προέδρου που αφορούν την πρόσληψη και την υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Βουλής υπόκεινται σε προσφυγή ή αίτηση ακύρωσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

 

Άρθρο 66: Συνεδριάσεις

  1. Η Βουλή συνεδριάζει δημόσια στο Βουλευτήριο.
  2. Τα μέλη της κυβέρνησης έχουν ελεύθερη είσοδο στις συνεδριάσεις της Βουλής και ακούονται όποτε ζητήσουν το λόγο.
  3. Η Βουλή και οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να ζητήσουν την παρουσία του μέλους της κυβέρνησης που είναι αρμόδιος για τα θέματα που συζητούν. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές μπορούν να καλούν οποιοδήποτε πρόσωπο θεωρούν χρήσιμο για το έργο τους, ενημερώνοντας και τον αρμόδιο Υπουργό. Οι κοινοβουλευτικές επιτροπές συνεδριάζουν δημόσια, όπως ορίζεται στον Κανονισμό της Βουλής, μπορούν όμως να διασκεφτούν σε μυστική συνεδρίαση, ύστερα από αίτηση της Κυβέρνησης ή πέντε βουλευτών, αν το αποφασίσει η πλειοψηφία σε μυστική συνεδρίαση. Η κοινοβουλευτική επιτροπή αποφασίζει κατόπιν, αν πρέπει να επαναδιεξαχθεί η συζήτηση για το ίδιο θέμα σε δημόσια συνεδρίαση.

 

Άρθρο 67: Πλειοψηφία για τη λήψη απόφασης

Η Βουλή δεν μπορεί να αποφασίσει χωρίς την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών, που όμως ποτέ δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ήμισυ του όλου αριθμού των βουλευτών.

Σε περίπτωση ισοψηφίας επαναλαμβάνεται η ψηφοφορία και, ύστερα από νέα ισοψηφία, η πρόταση απορρίπτεται.

 

Άρθρο 68: Κοινοβουλευτικές και εξεταστικές επιτροπές

  1. Η Βουλή στις αρχές κάθε τακτικής συνόδου συνιστά από τα μέλη της διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές για να εξετάζουν και να επεξεργάζονται τα νομοσχέδια και τις προτάσεις νόμων που υποβάλλονται, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
  2. Η Βουλή συνιστά από τα μέλη της εξεταστικές επιτροπές, με απόφασή της που λαμβάνεται με πλειοψηφία των δύο πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, ύστερα από πρόταση του ενός πέμπτου του όλου αριθμού των βουλευτών.

Προκειμένου να συσταθούν εξεταστικές επιτροπές για ζητήματα που ανάγονται στην εξωτερική πολιτική και την εθνική άμυνα, απαιτείται απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Τα σχετικά με τη συγκρότηση και τη λειτουργία των επιτροπών αυτών καθορίζονται από τον Κανονισμό της Βουλής.

  1. Οι κοινοβουλευτικές και εξεταστικές επιτροπές, καθώς και τα Τμήματα της Βουλής, συνιστώνται ανάλογα με τη δύναμη των κομμάτων, των ομάδων και των ανεξαρτήτων, όπως ορίζει ο Κανονισμός.

 

Άρθρο 69: Αναφορές

Κανένας δεν εμφανίζεται στη Βουλή αυτόκλητος για να αναφέρει οτιδήποτε προφορικά ή εγγράφως. Οι αναφορές πολιτών παρουσιάζονται στη Βουλή εγγράφως από βουλευτή, ο οποίος μπορεί παράλληλα να κάνει και σχετική ερώτηση ή επερώτηση προς τον αρμόδιο υπουργό.

Η Βουλή υποχρεούται να αποστείλει τις αναφορές των πολιτών που της απευθύνονται στους αρμόδιους υπουργούς, οι οποίοι και υποχρεούνται να απαντήσουν εγγράφως στη Βουλή. Η σχετική δε απάντηση του υπουργού, αποστέλλεται από τη Βουλή και στον αναφερόμενο πολίτη.

Οι προτάσεις των πολιτών για ψήφιση ή αλλαγή νόμου καθώς και για  αναθεώρηση του Συντάγματος, κατόπιν λαϊκής πρωτοβουλίας, σύμφωνα με τους όρους του παρόντος Συντάγματος, παραδίδονται στον Πρόεδρο της Βουλής.

 

Άρθρο 70: Άσκηση νομοθετικού Έργου

  1. Η Βουλή ασκεί το νομοθετικό της έργο σε Ολομέλεια ή σε τμήματα σύμφωνα με τους ορισμούς του παρόντος Συντάγματος και τον Κανονισμό της.
  2. Ο κοινοβουλευτικός έλεγχος ασκείται από τη Βουλή σε Ολομέλεια, όπως ορίζει ο Κανονισμός. O Κανονισμός μπορεί να προβλέπει την άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου και από Τμήμα, καθώς και από τις διαρκείς κοινοβουλευτικές επιτροπές που συγκροτούνται και λειτουργούν κατά τη διάρκεια της συνόδου.

 

Άρθρο 71: Τμήμα διακοπής των εργασιών

Κατά τη διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, το νομοθετικό της έργο, εκτός από τα νομοθετήματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της Ολομέλειας, ασκείται από Τμήμα της που συγκροτείται και λειτουργεί σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

 

Άρθρο 72: Αρμοδιότητες

  1. Στην Ολομέλεια της Βουλής συζητούνται και ψηφίζονται ο Κανονισμός της, νομοσχέδια και προτάσεις εκτελεστικών του Συντάγματος νόμων για την άσκηση και προστασία των ατομικών δικαιωμάτων, νομοσχέδια και προτάσεις νόμων για την αυθεντική ερμηνεία νόμων, καθώς και για κάθε άλλο θέμα που σύμφωνα με ειδική πρόβλεψη του Συντάγματος ανατίθεται στην Ολομέλεια της Βουλής ή για τη ρύθμιση του οποίου απαιτείται ειδική πλειοψηφία.

Στην Ολομέλεια της Βουλής ψηφίζεται επίσης ο προϋπολογισμός και ο απολογισμός του Κράτους και της Βουλής.

  1. Η συζήτηση και ψήφιση όλων των άλλων νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμων μπορεί να γίνεται, κατά τη διάρκεια της συνόδου, από την αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή ή κατά την διάρκεια της διακοπής των εργασιών της Βουλής, από Τμήμα διακοπών, σύμφωνα με τον Κανονισμό της.

 

Άρθρο 73 :  Δικαίωμα πρότασης νόμων

Το δικαίωμα πρότασης νόμων ανήκει στη Βουλή,  στην Κυβέρνηση και στο λαό.

Πρόταση στη Βουλή για ψήφιση ή τροποποίηση νόμου από τους πολίτες είναι νόμιμη εφόσον περιλαμβάνει ακριβές σχέδιο νόμου μετά της αιτιολογικής του έκθεσης και συνοδεύεται από υπογραφές τριάντα χιλιάδων (30.000) πολιτών. Η εισαγωγή προς συζήτηση και ψήφιση στη Βουλή, γίνεται με την διαδικασία που προβλέπεται για τις προτάσεις νόμων της Κυβέρνησης και της Βουλής.

 

Άρθρο 74 :  Διαδικασία εισαγωγής για συζήτηση προτάσεων νόμων

  1. Κάθε πρόταση νόμου συνοδεύεται υποχρεωτικά από αιτιολογική έκθεση. Πριν εισαχθεί στη Βουλή, μπορεί να παραπεμφθεί για νομοτεχνική επεξεργασία στην επιστημονική υπηρεσία της Βουλής, όπως ορίζει ο Κανονισμός.
  2. Οι προτάσεις νόμων που κατατίθενται στη Βουλή παραπέμπονται στην οικεία κοινοβουλευτική επιτροπή. Αφού υποβληθεί η έκθεση ή περάσει άπρακτη η προθεσμία που είχε ταχθεί για την υποβολή της, εισάγονται στη Βουλή για συζήτηση, μετά παρέλευση τριών ημερών από τότε, εκτός αν ο προτείνων αρμόδιος Υπουργός τα έχει χαρακτηρίσει ως επείγοντα. Η συζήτηση αρχίζει ύστερα από προφορική εισήγηση του αρμόδιου Υπουργού και των εισηγητών της Επιτροπής.
  3. Δεν εισάγεται για συζήτηση πρόταση νόμου που αποσκοπεί στην τροποποίηση διάταξης νόμου, αν δεν έχει καταχωριστεί στην αιτιολογική έκθεση ολόκληρο το κείμενο της διάταξης που τροποποιείται, και στο κείμενο της πρότασης ολόκληρη η νέα διάταξη, όπως διαμορφώνεται με την τροποποίηση.
  4. Τροπολογίες ή προσθήκες σε προτάσεις νόμων, σχετικές ή άσχετες με το αντικείμενο που ρυθμίζεται, δεν επιτρέπονται να εισαχθούν, μετά την περάτωση της επεξεργασίας και ψήφισης στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή ή την πάροδο άπρακτης της ταχθείσας προθεσμίας ή της εισαγωγής με την διαδικασία του κατεπείγοντος, ούτε από βουλευτή ούτε από μέλος της κυβέρνησης.

 

Άρθρο 75 – Προτάσεις νόμων που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού

Κάθε πρόταση νόμου ή τροποποίηση νόμου που συνεπάγονται επιβάρυνση του προϋπολογισμού, δηλαδή πρόσθετη δαπάνη ή ελάττωση εσόδων του προϋπολογισμού δεν εισάγεται για συζήτηση, αν δε συνοδεύεται από ειδική έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που καθορίζει τη δαπάνη ή την ελάττωση εσόδων, καθώς και από γραπτή έγκριση του Υπουργού των Οικονομικών, η οποία παρέχεται μόνο σε περίπτωση απρόβλεπτης και άφευκτης ανάγκης ειδικά αιτιολογημένης.

 

Άρθρο 76 : Συζήτηση και ψήφιση προτάσεων νόμων

  1. Κάθε πρόταση νόμου συζητείται και ψηφίζεται μία μόνο φορά, καταρχήν, κατ’ άρθρο και στο σύνολο.
  2. Πρόταση νόμου που έπειτα από ειδική έκτακτη ψηφοφορία στη Βουλή αποφασιστεί ότι είναι κατεπείγουσα εισάγεται για ψήφιση, ύστερα από περιορισμένη συζήτηση σε μία συνεδρίαση, από την Ολομέλεια ή το αρμόδιο Τμήμα, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής.
  3. Η κωδικοποίηση διατάξεων που υπάρχουν με απλή ταξινόμησή τους, μπορεί να γίνει από την Ολομέλεια της Βουλής με ιδιαίτερο νόμο που τις κυρώνει στο σύνολό τους.

 

Άρθρο 77 : Αυθεντική ερμηνεία των νόμων

  1. Η αυθεντική ερμηνεία των νόμων ανήκει στη νομοθετική λειτουργία.
  2. Νόμος που δεν είναι πράγματι ερμηνευτικός ισχύει μόνο από τη δημοσίευσή του.

 

Άρθρο 78 : Νόμοι φορολογικού περιεχομένου

  1. Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται ούτε εισπράττεται χωρίς τυπικό νόμο που καθορίζει το υποκείμενο της φορολογίας και το εισόδημα, το είδος της περιουσίας, τις δαπάνες και τις συναλλαγές ή τις κατηγορίες τους, στις οποίες αναφέρεται ο φόρος.
  2. Φόρος ή άλλο οποιοδήποτε οικονομικό βάρος δεν μπορεί να επιβληθεί με νόμο αναδρομικής ισχύος.
  3. Το αντικείμενο της φορολογίας, ο φορολογικός συντελεστής, οι απαλλαγές ή εξαιρέσεις από τη φορολογία και η απονομή των συντάξεων δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται να επιβληθούν με εξουσιοδότηση νόμων πλαισίων εξισωτικές ή αντισταθμιστικές εισφορές ή δασμοί, καθώς και να ληφθούν οικονομικά μέτρα στο πλαίσιο των διεθνών σχέσεων της Χώρας με οικονομικούς οργανισμούς ή μέτρα που αποβλέπουν στην εξασφάλιση της συναλλαγματικής θέσης της Χώρας.

 

Άρθρο 79 : Προϋπολογισμός, απολογισμός, γενικός ισολογισμός

  1. Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδό της, εγκρίνει το απολογισμό του προηγούμενου έτους και ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος.
  2. Όλα τα έσοδα και έξοδα του Κράτους πρέπει να αναγράφονται στον ετήσιο απολογισμό και στον ετήσιο προϋπολογισμό ο οποίος πρέπει να είναι ισοσκελισμένος.
  3. Προσχέδιο του προϋπολογισμού κατατίθεται από τον Υπουργό Οικονομικών στην αρμόδια διαρκή κοινοβουλευτική επιτροπή την πρώτη Δευτέρα του Οκτωβρίου και συζητείται, όπως ορίζει ο Κανονισμός της Βουλής.
  4. Ο Υπουργός Οικονομικών οφείλει κατά τη διάρκεια του επόμενου οικονομικού έτους και εντός της τακτικής Συνόδου της Βουλής, να υποβάλει στη Βουλή απολογισμό για όλα τα έσοδα και τα έξοδα καθώς και την δημόσια περιουσία και τα δημόσια χρέη, συνοδευόμενη από ειδική έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  5. Στην περίπτωση αποκλίσεων του απολογισμού από τον σχετικό προϋπολογισμό, που δεν καλύπτονται από το άρθρο 75 του παρόντος Συντάγματος, η Βουλή αποφασίζει την έγκριση ή μη του απολογισμού με απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.

Αν δεν εγκριθεί ο απολογισμός, αυτόματα εκπίπτει του αξιώματός του ο Υπουργός των Οικονομικών. Καλείται δε ο Πρόεδρος της Χώρας να παράσχει εξηγήσεις σε έκτακτη συνεδρίαση της Βουλής κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό της. Η Βουλή με πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών αποφασίζει, εξ αυτού του λόγου,  για την έκπτωση του Προέδρου από το αξίωμά του.

 

Άρθρο 80 : Μισθός, σύνταξη, χορηγία, αμοιβή, νόμισμα

  1. Mισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Kράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο.
  2. Nόμος ορίζει τα σχετικά με την κοπή ή την έκδοση νομίσματος.

 

Κυβέρνηση

 

Άρθρο 81

  1. Την Κυβέρνηση αποτελεί το Υπουργικό Συμβούλιο που απαρτίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Αντιπρόεδρο και τους Υπουργούς, τους οποίους ορίζει ελεύθερα ο Πρόεδρος, με την επιφύλαξη της επόμένης παραγράφου.
  2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί μέλος της Κυβέρνησης, αν δεν συγκεντρώνει τα προσόντα που ορίζονται για τον βουλευτή και επιπλέον δεν έχει ασκήσει επάγγελμα στην Ελλάδα τουλάχιστον για μια πενταετία, διαθέτων και ανάλογη επαγγελματική ασφάλιση. Επίσης δεν πρέπει να έχει οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, ούτε να έχει διαπράξει βεβαιωμένη φοροδιαφυγή.

Τα παραπάνω προσόντα  ελέγχονται από ειδική κατά τον Κανονισμό επιτροπή τη Βουλής, η οποία εάν διαπιστώσει ότι τηρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις επικυρώνει τον διορισμό.

Σε περίπτωση μη έγκρισης του διορισμού, ο θιγόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο κατά της αποφάσεως της επιτροπής.

  1. Οποιαδήποτε επαγγελματική δραστηριότητα των μελών της Κυβέρνησης και του Προέδρου της Βουλής αναστέλλεται κατά τη διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων τους.
  2. Το αξίωμα του μέλους της Κυβέρνησης είναι ασυμβίβαστο προς οποιοδήποτε άλλο αξίωμα, θέση ή έργο.

 

Άρθρο 82

  1. Η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της Χώρας σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων.
  2. Ο Πρόεδρος εξασφαλίζει την ενότητα της Κυβέρνησης και κατευθύνει τις ενέργειές της, καθώς και των δημόσιων γενικά υπηρεσιών για την εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής μέσα στο πλαίσιο των νόμων.

 

Άρθρο 83

  1. Κάθε Υπουργός ασκεί τις αρμοδιότητες που ορίζει ο νόμος.
  2. Κατά την παράδοση του υπουργείου από τον έναν υπουργό στον άλλον, συντάσσεται δημόσιο πρωτόκολλο παράδοσης και παραλαβής το οποίο περιλαμβάνει και απολογισμό των πεπραγμένων του απερχόμενου υπουργού.

 

Άρθρο 84 – Εμπιστοσύνη της Βουλής, αρχή της δεδηλωμένης

(Καταργείται)

 

Άρθρο 85

Τα μέλη του Υπουργικού Συμβουλίου,  είναι συλλογικώς υπεύθυνα για τη γενική πολιτική της Κυβέρνησης και καθένα από αυτά για τις πράξεις ή παραλείψεις της αρμοδιότητάς του. Σε καμία περίπτωση η έγγραφη ή προφορική εντολή του Προέδρου της Κυβέρνησης δεν απαλλάσσει τους Υπουργούς  από την ευθύνη τους.

 

Άρθρο 86 – Δίωξη κατά μελών της Κυβέρνησης, Ειδικό Δικαστήριο

Η εκδίκαση ποινικών αδικημάτων που τελέσθηκαν από μέλη της κυβέρνησης κατά τη διάρκεια της θητείας τους, υπάγεται απευθείας στην τακτική δικαιοσύνη, όπως και των υπολοίπων πολιτών, ισχύει δε για το αξιόποινο των αδικημάτων αυτών ο χρόνος παραγραφής, ο προβλεπόμενος από τον αντίστοιχο ποινικό νόμο.

Απαγορεύεται η θέσπιση οποιασδήποτε μορφής ασυλίας των μελών της κυβέρνησης, για τελεσθέντα υπ’ αυτών ποινικά αδικήματα ή η εξάρτηση της δίωξής τους από οποιαδήποτε άδεια, αναφορά ή άλλη πράξη της Βουλής ή οποιουδήποτε άλλου σώματος ή οργάνου.

 

 

Δικαστική Εξουσία

 

Άρθρο 87

  1. Η δικαιοσύνη είναι απολύτως ανεξάρτητη από την Νομοθετική και την Εκτελεστική εξουσία, απονέμεται από δικαστήρια συγκροτούμενα από τακτικούς δικαστές που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία και κληρωτούς ενόρκους.
  2. Οι δικαστές και οι ένορκοι κατά την άσκηση των καθηκόντων τους υπόκεινται μόνο στο Σύνταγμα και στους νόμους, και σε καμία περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις που έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος.
  3. Η επιθεώρηση των τακτικών δικαστών ενεργείται από δικαστές ανώτερου βαθμού καθώς και από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, των δε εισαγγελέων από αρεοπαγίτες και εισαγγελείς ανώτερου βαθμού, σύμφωνα με τους ορισμούς του νόμου.
  4. Νόμος μπορεί να ορίσει την εκλογή προϊσταμένου της Εισαγγελίας κάθε νομού από το λαό.

 

Άρθρο 88

  1. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, έπειτα από πρόταση του δικαστικού συμβουλίου σύμφωνα με νόμο, ο οποίος νόμος ορίζει και τα προσόντα και τη διαδικασία της επιλογής τους και είναι ισόβιοι.

Οι ένορκοι διορίζονται με κλήρωση, μεταξύ των πολιτών που διαθέτουν τα νόμιμα προσόντα, χωρίς να επιτρέπεται κανενός είδους προεπιλογή.

  1. Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών καθορίζονται με νόμο που ψηφίζεται με την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών. Τα σχετικά με τη βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη και με την κατάστασή τους γενικά καθορίζονται με ειδικούς νόμους.

Οι ένορκοι αμείβονται για τις ημέρες απασχόλησής τους κατ’ αναλογία προς τις αποδοχές των αντίστοιχων δικαστών του Δικαστηρίου στο οποίο δικάζουν.

  1. Με νόμο μπορεί να προβλεφθεί εκπαιδευτική και δοκιμαστική περίοδος των δικαστικών λειτουργών, διάρκειας έως τριών ετών, πριν διοριστούν ως τακτικοί. Κατά την περίοδο αυτή μπορούν να ασκούν και καθήκοντα τακτικού δικαστή, όπως νόμος ορίζει.
  2. Οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν να παυθούν μόνο ύστερα από δικαστική απόφαση, εξαιτίας ποινικής καταδίκης ή για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα ή ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια.
  3. Οι δικαστικοί λειτουργοί, έως και το βαθμό του εφέτη ή του αντεισαγγελέα εφετών και τους αντίστοιχους με αυτούς βαθμούς, αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και όλοι όσοι έχουν βαθμούς ανώτερους από αυτούς ή τους αντίστοιχους με αυτούς αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εξηκοστό έβδομο έτος της ηλικίας τους. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως ημέρα που συμπληρώνεται το όριο αυτό η 30ή Ιουνίου του έτους της αποχώρησης του δικαστικού λειτουργού.
  4. Μετάταξη δικαστικών λειτουργών απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται η μετάταξη μεταξύ παρέδρων σε πρωτοδικεία και παρέδρων σε εισαγγελίες, ύστερα από αίτηση των μετατασσομένων, όπως νόμος ορίζει. Οι δικαστές των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων προάγονται στο βαθμό του Συμβούλου της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει.
  5. Στα προβλεπόμενα ειδικώς από το Σύνταγμα δικαστήρια ή συμβούλια, στα οποία μετέχουν μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, προεδρεύει όποιος από τα μέλη τους είναι ο αρχαιότερος στο βαθμό.

 

Άρθρο 89

  1. Το λειτούργημα του τακτικού δικαστή είναι ασυμβίβαστο με οποιοδήποτε δημόσιο αξίωμα θέση ή έργο.
  2. Απαγορεύεται στους δικαστικούς λειτουργούς να παρέχουν κάθε άλλη μισθωτή υπηρεσία καθώς και να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα.
  3. Η ανάθεση διοικητικών καθηκόντων σε δικαστικούς λειτουργούς απαγορεύεται. Καθήκοντα σχετικά με την εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών θεωρούνται δικαστικά. Επιτρέπεται η ανάθεση σε δικαστικούς λειτουργούς των καθηκόντων εκπροσώπησης της Χώρας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα.
  4. Επιτρέπεται η συγκρότηση ένωσης δικαστικών λειτουργών.

 

Άρθρο 90

  1. Οι προαγωγές, των τακτικών δικαστικών λειτουργών διενεργούνται με αντικειμενικά κριτήρια σύμφωνα με όσα ορίζει νόμος που ψηφίζεται με πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

Αντικειμενικά κριτήρια αποτελούν ιδίως τα πειθαρχικά παραπτώματα, η ταχύτητα έκδοσης δικαστικών αποφάσεων, το ποσοστό των εκδοθεισών αποφάσεων οι οποίες εξαφανίστηκαν από ανώτερα δικαστήρια. Αντίστοιχα κριτήρια για τους Εισαγγελείς είναι ιδίως τα πειθαρχικά παραπτώματα, η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα δίωξης του εγκλήματος και η τήρηση του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών Ελευθεριών.

Ο Πίνακας προαγωγών του προηγούμενου εδαφίου επικυρώνεται από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου και από μέλη του ιδίου δικαστηρίου που ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν τουλάχιστον δύο ετών υπηρεσία στο δικαστήριο αυτό. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο της πολιτικής και ποινικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Συμβουλίου της Επικρατείας και της διοικητικής δικαιοσύνης μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτά για τα θέματα που αφορούν τους δικαστικούς λειτουργούς των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και της Γενικής Επιτροπείας. Στο ανώτατο δικαστικό συμβούλιο του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετέχει και ο Γενικός Επίτροπος της Επικρατείας που υπηρετεί σε αυτό.

Ο Πίνακας προαγωγών αναρτάται δημόσια. Ο θιγόμενος μπορεί να προσβάλει τον πίνακα ενώπιον της Ολομελείας του οικείου ανωτάτου δικαστηρίου.

  1. Οι τακτικοί δικαστές τοποθετούνται στην έδρα του οικείου δικαστηρίου και δεν μετατίθενται, ούτε αποσπώνται, ούτε μετατάσσονται παρά μόνο με την συναίνεσή τους, ή εξαιτίας πειθαρχικού ή άλλου παραπτώματος.

Οι πολίτες της έδρας του δικαστηρίου όπου υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός μπορούν με τοπικό δημοψήφισμα να αποφασίσουν την απομάκρυνσή του από την έδρα. Η τύχη του συγκεκριμένου δικαστικού λειτουργού θα κριθεί από το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο.

  1. Η επιλογή στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου διενεργείται με κλήρωση μεταξύ των μελών του αντίστοιχου ανωτάτου δικαστηρίου. Ομοίως, η επιλογή στην θέση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου διενεργείται με κλήρωση μεταξύ των αντιεισαγγελέων του Αρείου Πάγου. Η θητεία των ανωτέρω είναι ετήσια.

 

Άρθρο 91

  1. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς λειτουργούς, από το βαθμό του αρεοπαγίτη ή αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πάνω, ή στους αντίστοιχους με αυτόν, ασκείται από Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει, το οποίο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας.
  2. Το Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Πρόεδρό του, από δύο αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου ή αρεοπαγίτες, δύο αντιπροέδρους ή συμβούλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου και δύο δικηγόρους παρ’ Αρείω Πάγω, ως μέλη. Τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με κλήρωση μεταξύ εκείνων που έχουν υπηρεσία τριών τουλάχιστον ετών στο οικείο ανώτατο δικαστήριο ή έχουν οριστεί δικηγόροι παρ’ Αρείω Πάγω από τριετίας και κάθε φορά που το Συμβούλιο καλείται να αποφασίσει για ενέργεια μέλους ανώτατου δικαστηρίου, εισαγγελέα ή επιτρόπου αποκλείονται από τη σύνθεσή του τα μέλη που ανήκουν στο οικείο δικαστήριο. Εφόσον πρόκειται για πειθαρχική δίωξη κατά μελών του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο Ανώτατο Πειθαρχικό Συμβούλιο προεδρεύει ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου.
  3. Η πειθαρχική εξουσία στους λοιπούς δικαστικούς λειτουργούς ασκείται σε πρώτο και δεύτερο βαθμό από συμβούλια που συγκροτούνται με κλήρωση κατά τα δύο τρίτα από τακτικούς δικαστές και κατά το ένα τρίτο με κλήρωση από δικηγόρους παρ’ Αρείω Πάγω υπηρετούντες στην έδρα του δικαστηρίου όπου υπηρετεί και ο δικαστικός λειτουργός, κατά τους ορισμούς του νόμου. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο το οποίο επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας.
  4. Οι κατά τις διατάξεις αυτού του άρθρου πειθαρχικές αποφάσεις δεν προσβάλλονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

 

Άρθρο 92

  1. Oι υπάλληλοι της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών μπορεί να παυθούν μόνο με δικαστική απόφαση εξαιτίας ποινικής καταδίκης, ή με απόφαση δικαστικού συμβουλίου για βαρύ πειθαρχικό παράπτωμα, ασθένεια ή αναπηρία ή υπηρεσιακή ανεπάρκεια που βεβαιώνονται, όπως νόμος ορίζει.
  2. Nόμος ορίζει τα προσόντα των υπαλλήλων της γραμματείας όλων των δικαστηρίων και των εισαγγελιών, καθώς και τα σχετικά με την κατάστασή τους γενικά.
  3. Oι προαγωγές, τοποθετήσεις, μεταθέσεις, αποσπάσεις και μετατάξεις των δικαστικών υπαλλήλων ενεργούνται ύστερα από σύμφωνη γνώμη υπηρεσιακών συμβουλίων που συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από δικαστικούς λειτουργούς και δικαστικούς υπαλλήλους, όπως νόμος ορίζει. Η πειθαρχική εξουσία στους δικαστικούς υπαλλήλους ασκείται από τους ιεραρχικά προϊσταμένους τους δικαστές ή εισαγγελείς ή επιτρόπους ή υπαλλήλους, καθώς και από υπηρεσιακό συμβούλιο, όπως νόμος ορίζει. Κατά των αποφάσεων που αφορούν μεταβολές της υπηρεσιακής κατάστασης των δικαστικών υπαλλήλων, καθώς και κατά των πειθαρχικών αποφάσεων των υπηρεσιακών συμβουλίων επιτρέπεται προσφυγή, όπως νόμος ορίζει.
  4. Oι υπάλληλοι των υποθηκοφυλακείων είναι δικαστικοί υπάλληλοι. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών είναι μόνιμοι εφόσον υπάρχουν οι σχετικές υπηρεσίες ή θέσεις. Oι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν αναλογική εφαρμογή και σε αυτούς.
  5. Oι συμβολαιογράφοι και οι άμισθοι φύλακες υποθηκών και μεταγραφών αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το εβδομηκοστό έτος της ηλικίας τους και οι λοιποί μόλις συμπληρώσουν το όριο που προβλέπει ο νόμος.

 

Άρθρο 93

  1. Τα δικαστήρια διακρίνονται σε διοικητικά, πολιτικά και ποινικά.
  2. Οι συνεδριάσεις κάθε δικαστηρίου είναι δημόσιες, εκτός αν το δικαστήριο κρίνει με απόφασή του ότι η δημοσιότητα πρόκειται να είναι επιβλαβής στα χρηστά ήθη ή ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι προστασίας της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής των διαδίκων.
  3. Κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και απαγγέλλεται σε δημόσια συνεδρίαση.

Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά.

  1. Τα δικαστήρια υποχρεωτικά αποφαίνονται στην απόφασή τους για την συνταγματικότητα του εφαρμοζόμενου στην κρινόμενη υπόθεση νόμου και υποχρεούνται να μην εφαρμόζουν νόμο που το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα. Εφόσον διαπιστώσουν αντισυνταγματικότητα του εφαρμοζόμενου νόμου ή αμφιβάλουν για την συνταγματικότητα του νόμου, υποχρεούνται να αναβάλουν την έκδοση της απόφασης και να παραπέμψουν στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο προκειμένου να κρίνει αμετάκλητα περί της συνταγματικότητας του νόμου.

 

Άρθρο 94

  1. Στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
  2. Στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας.
  3. Οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

 

Άρθρο 95

Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας ανήκουν:

α) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

β) Η επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα, συνοδευόμενα από πλήρη αιτιολογία.

 

Άρθρο 96

  1. Στα τακτικά ποινικά δικαστήρια ανήκει η τιμωρία των εγκλημάτων και η λήψη όλων των μέτρων που προβλέπουν οι ποινικοί νόμοι.
  2. Ειδικός νόμος ορίζει τα σχετικά με δικαστήρια ανηλίκων, στα οποία επιτρέπεται να μην εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 93 παράγραφος 2 και 97. Οι αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών μπορεί να μην απαγγέλλονται δημόσια.
  3. Ειδικοί νόμοι ορίζουν:

α) Τα σχετικά με τα στρατοδικεία, ναυτοδικεία και αεροδικεία, στην αρμοδιότητα των οποίων δεν μπορεί να υπαχθούν ιδιώτες.

β) Τα σχετικά με το δικαστήριο λειών.

  1. Τα δικαστήρια του στοιχείου α’ της προηγούμενης παραγράφου συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από μέλη του δικαστικού σώματος των ενόπλων δυνάμεων, που περιβάλλονται με τις εγγυήσεις λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας του άρθρου 87 παρ. 1 του Συντάγματος και από στρατοδίκες που κληρώνονται σύμφωνα με ειδικό νόμο. Για τις συνεδριάσεις και αποφάσεις των δικαστηρίων αυτών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93.

 

Άρθρο 97

  1. Τα κακουργήματα και τα πολιτικά εγκλήματα δικάζονται από μικτά ορκωτά δικαστήρια.
  2. Τα εγκλήματα δικαστών και δικηγόρων δικάζονται από αμιγή ορκωτά δικαστήρια συγκροτούμενα όπως προβλέπει ειδικός νόμος και προεδρευόμενα από τακτικό δικαστή, χωρίς δικαίωμα ψήφου.

 

Άρθρο 98

  1. Στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανήκουν:

α. Ο έλεγχος των οικονομικών των κομμάτων σύμφωνα με το άρθρο 29 του Συντάγματος.

β. Ο έλεγχος των οικονομικών και του πόθεν έσχες των μελών της κυβέρνησης, των βουλευτών και όσων κρατικών αξιωματούχων διαχειρίζονται δημόσιο χρήμα.

Ο έλεγχος της προηγούμενης παραγράφου είναι δημόσιος ώστε να μπορεί να περιέλθει σε γνώση των πολιτών και δεν υπόκειται σε κανενός είδους απόρρητο.

γ. Η ειδική έκθεση του άρθρου 79 του Συντάγματος.

δ. Ο έλεγχος των δαπανών του Κράτους, καθώς και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται με ειδική διάταξη νόμου στο καθεστώς αυτό.

ε. Ο έλεγχος συμβάσεων στις οποίες αντισυμβαλλόμενος είναι το Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο που εξομοιώνεται με το Δημόσιο από την άποψη αυτή. Εξαιρούνται εκείνες μόνο οι συμβάσεις τις οποίες προβλέπει ειδικός νόμος που ψηφίζεται από αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών.

στ. Ο έλεγχος των λογαριασμών των δημόσιων υπολόγων και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων, που υπάγονται στον προβλεπόμενο από το εδάφιο α’ έλεγχο.

  1. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας.

 

Άρθρο 99

Αγωγές κακοδικίας κατά δικαστικών λειτουργών δικάζονται από ειδικό δικαστήριο συγκροτούμενο από πέντε δικηγόρους με εικοσαετή τουλάχιστον θητεία, οι οποίοι επιλέγονται με κλήρωση από τους υπηρετούντες σε όλη την Επικράτεια δικηγόρους, πλην των δικηγόρων που είναι μέλη του δικηγορικού Συλλόγου όπου υπηρετεί ο δικαστικός λειτουργός.

Του δικαστηρίου προεδρεύει ο αρχαιότερος δικηγόρος.

 

Άρθρο 100

  1. Συνιστάται Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στο οποίο υπάγονται:

α) Ο έλεγχος της τυπικής και ουσιαστικής συνταγματικότητας των νόμων, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν παραπομπής από δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 4.

β) Η εκδίκαση ενστάσεων κατά του κύρους των προεδρικών και των βουλευτικών εκλογών.

γ) Ο έλεγχος της νομιμότητας της διαδικασίας προκήρυξης δημοψηφίσματος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, καθώς και ο έλεγχος  του κύρους και των αποτελεσμάτων δημοψηφίσματος.

δ) Η κρίση για τα ασυμβίβαστα ή την έκπτωση βουλευτή ή μέλους της κυβέρνησης.

ε) Η άρση της αμφισβήτησης για το χαρακτηρισμό κανόνων του διεθνούς δικαίου ως γενικά παραδεγμένων.

  1. Tο δικαστήριο της προηγούμενης παραγράφου συγκροτείται από πέντε τακτικούς δικαστές των τριών ανωτάτων δικαστηρίων της χώρας, πέντε τακτικούς καθηγητές των νομικών σχολών της χώρας και πέντε δικηγόρους με εικοσαετή θητεία εξ όλων των δικηγορικών συλλόγων της χώρας κατόπιν κληρώσεως όλων αυτών και προεδρεύει ο αρχαιότερος των δικαστών. Μαζί με τα ανωτέρω τακτικά μέλη επιλέγονται με τον ίδιο τρόπο και ισάριθμα αναπληρωματικά μέλη.

Η διάρκεια της θητείας των μελών του ανωτέρω δικαστηρίου είναι τριετής.

Κατά τη διάρκεια της θητείας του, οι τακτικοί δικαστές μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου δεν μπορούν να ασκήσουν τα καθήκοντά τους στο δικαστήριο που υπηρετούν.

  1. Η οργάνωση και λειτουργία του δικαστηρίου καθώς και τα σχετικά με τη διαδικασία σ’ αυτό ορίζονται με ειδικό νόμο.
  2. Οι αποφάσεις του δικαστηρίου είναι αμετάκλητες.

Διάταξη νόμου, που κηρύσσεται αντισυνταγματική, είναι ανίσχυρη από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης ή από το χρόνο που ορίζεται με την απόφαση.

 

Άρθρο 100Α

[Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους καταργείται.]

 

Διoίκηση

 

Άρθρο 101

  1. Η διοίκηση του Κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα.

Οι μορφές διοίκησης του Κράτους είναι η κεντρική διοίκηση, η τοπική αυτοδιοίκηση και η ειδική διοίκηση.

  1. Η διοίκηση του Κράτους οφείλει να τηρεί το Σύνταγμα, τους νόμους και τις δικαστικές αποφάσεις και να υπηρετεί τους πολίτες.

 

Άρθρο 101A

Όπου κρίνεται αναγκαία η συγκρότηση και λειτουργία ανεξάρτητης αρχής, τα μέλη της διορίζονται με κλήρωση που διενεργεί το Προεδρείο της Βουλής, εξ εκείνων των υποψηφίων που συγκεντρώνουν τα απαραίτητα για την συγκεκριμένη περίπτωση νόμιμα προσόντα.

Τα μέλη αυτά διορίζονται πάντα για ορισμένη υπό του νόμου προβλεπόμενη θητεία και διέπονται από προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία.

 

Άρθρο 102

  1. Η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου, δευτέρου και τρίτου βαθμού. Υπέρ των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης συντρέχει τεκμήριο αρμοδιότητας για τη διοίκηση των τοπικών υποθέσεων. Με νόμο μπορεί να ανατίθεται στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η άσκηση αρμοδιοτήτων που συνιστούν αποστολή του Κράτους.
  2. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια.

Από τους οικονομικούς πόρους που αποδίδει η περιοχή εκάστου οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης παρακρατείται πρώτα από τον οικείο οργανισμό το προβλεπόμενο από τον νόμο ποσοστό, το δε υπόλοιπο αποδίδεται στην κεντρική διοίκηση.

Με ειδικό νόμο μπορεί να ανατεθεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης η συλλογή δημοσίων εσόδων.

  1. Οι αρχές των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εκλέγονται με καθολική και μυστική ψηφοφορία, από τους Έλληνες πολίτες, με δύο ξεχωριστά ψηφοδέλτια, ένα για τον Δήμαρχο, Νομάρχη ή Περιφερειάρχη κατά περίπτωση, οι οποίοι εκλέγονται με απόλυτη πλειοψηφία και ένα για τα αντίστοιχα συμβούλια για τα οποία ισχύει η εκλογή τους με το σύστημα της απλής αναλογικής. Σε περίπτωση που υποψήφιος δήμαρχος, νομάρχης ή περιφερειάρχης αντίστοιχα, δεν συγκέντρωσει απόλυτη πλειοψηφία, η εκλογή επαναλαμβάνεται την επόμενη Κυριακή μεταξύ των δύο σχετικώς πλειοψηφισάντων.

Με ενυπόγραφη πρόταση πολιτών που εκπροσωπούν το 5% του εκλογικού σώματος, προκηρύσσεται υποχρεωτικά τοπικό δημοψήφισμα για οποιοδήποτε τοπικό θέμα.

Νόμος μπορεί να προβλέψει την εκλογή από το λαό  αιρετού επικεφαλής της Αστυνομίας και εισαγγελίας κάθε νομού.

  1. Οι σχέσεις Κεντρικής Διοίκησης και Τοπικής Αυτοδιοίκησης καθορίζονται με νόμο που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των δύο τρίτων του όλου αριθμού των βουλευτών.
  2. Για την εκτέλεση έργων ή την παροχή υπηρεσιών ή την άσκηση αρμοδιοτήτων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης δύνανται σύνδεσμοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης να συνεργάζονται μεταξύ τους και να διοικούνται για τους σκοπούς αυτούς από αιρετά όργανα.
  3. Το Κράτος ασκεί στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης εποπτεία που συνίσταται αποκλειστικά σε έλεγχο νομιμότητας και δεν επιτρέπεται να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους.
  4. Τα αιρετά όργανα τοπικής αυτοδιοίκησης λογοδοτούν δημόσια ενώπιον των πολιτών και εκπίπτουν αυτοδικαίως του αξιώματός των σε περίπτωση ποινικής καταδίκης τους για τα αδικήματα που προβλέπει ο νόμος.

 

Άρθρο 103

  1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της βούλησης του Κράτους και υπηρετούν τους πολίτες, οφείλουν δε πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο, σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της αξιοκρατίας.
  2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.
  3. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις κρίνονται ανάλογα με την αποδοτικότητά τους και την αξιολόγηση των πολιτών σύμφωνα με τους όρους ειδικού νόμου και αναλόγως εξελίσσονται ιεραρχικά και μισθολογικά.
  4. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή και στους υπαλλήλους της Βουλής.
  5. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο, στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και στη Βουλή, γίνεται κατόπιν διαγωνισμού ή κλήρωσης, σύμφωνα με τον αντίστοιχο νόμο και πάντα υπό τον έλεγχο ειδικής ανεξάρτητης αρχής .

 

Άρθρο 104

  1. Κανένας από τους υπαλλήλους που αναφέρονται στο προηγούμενο άρθρο δεν μπορεί να διοριστεί σε άλλη θέση δημόσιας υπηρεσίας ή οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημόσιας επιχείρησης ή οργανισμού κοινής ωφέλειας.
  2. Δεν απαιτείται προηγούμενη άδεια για να εισαχθούν σε δίκη δημόσιοι υπάλληλοι, καθώς και υπάλληλοι οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης ή άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

 

Άρθρο 105 – Καθεστώς του Αγίου Όρους

(Η Πρωτοβουλία μας δεν έχει διαμορφώσει την πρόταση επί του ζητήματος αυτού)

 

Άρθρο 106 – Κράτος και εθνική οικονομία

(καταργείται)

 

Άρθρο 107 – Προστασία κεφαλαίων εξωτερικού και ειδική οικονομική νομοθεσία

(καταργείται)

 

Άρθρο 108 – Απόδημος ελληνισμός

  1. Το Κράτος μεριμνά για τη ζωή του απόδημου ελληνισμού και τη διατήρηση των δεσμών του με τη μητέρα Πατρίδα. Επίσης μεριμνά για την παιδεία και την κοινωνική και επαγγελματική προαγωγή των Ελλήνων που εργάζονται έξω από την Επικράτεια.

Οι Έλληνες κάτοικοι του εξωτερικού συμμετέχουν και ψηφίζουν στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές, σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 51 παράγραφος 4.

  1. Συγκροτείται με ειδικό νόμο Συμβούλιο Απόδημου Ελληνισμού, με την ισότιμη συμμετοχή Ελλήνων της διασποράς, που έχει ως αποστολή του την έκφραση όλων των δυνάμεων του απανταχού ελληνισμού.

 

Άρθρο 109 – Διαθήκη, κωδίκελλος, δωρεά υπέρ του Δημοσίου, μητρώο κληροδοτημάτων

(καταργείται)

 

Άρθρο 110 – Αναθεώρηση του Συντάγματος

  1. Οι διατάξεις του Συντάγματος υπόκεινται σε αναθεώρηση.
  2. Η διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος άρχεται είτε με απόφαση της Βουλής που λαμβάνεται με πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της, ύστερα από πρόταση πενήντα (50) τουλάχιστον βουλευτών, είτε υποχρεωτικά ύστερα από υπογραφές διακοσίων χιλιάδων (200.000) πολιτών.
  3. Σε κάθε περίπτωση η πρόταση θα περιλαμβάνει τις αναθεωρητέες διατάξεις, συγκεκριμένο σχέδιο αναθεώρησης και αιτιολογική έκθεση.
  4. Τόσο η απόφαση της Βουλής, όσο και η πρόταση των πολιτών της παραγράφου 2, τίθενται υποχρεωτικά σε δημοψήφισμα προς έγκριση από το λαό.

 

Άρθρο 111 – Συντακτικές Πράξεις & Ψηφίσματα

Κάθε διάταξη νόμου ή διοικητικής πράξης με κανονιστικό χαρακτήρα, που είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, καταργείται από την έναρξη της ισχύος του.

 

Άρθρο 112 – Έκδοση νόμου που προβλέπεται από το Σύνταγμα

Σε θέματα που για τη ρύθμισή τους προβλέπεται ρητά από διατάξεις του Συντάγματος η έκδοση νόμου, οι κατά περίπτωση νόμοι ή διοικητικές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, που υπάρχουν κατά την έναρξη της ισχύος του, εξακολουθούν να ισχύουν ώσπου να εκδοθεί ο νόμος που προβλέπεται κατά περίπτωση, εκτός αν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του Συντάγματος.

 

Άρθρο 113 – Ισχύς προσωρινού Κανονισμού της Βουλής

Ο υπάρχων Κανονισμός της Βουλής εξακολουθεί  να ισχύει έως την έναρξη της ισχύος του νέου Κανονισμού της Βουλής, εκτός εκείνων των διατάξεων που είναι αντίθετες με το παρόν Σύνταγμα.

 

Άρθρο 114 – Εκλογή πρώτου Προέδρου Δημοκρατίας, προσωρινός Πρόεδρος

Η εκλογή του πρώτου Προέδρου της Δημοκρατίας πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο μέσα σε δύο μήνες από τη δημοσίευση του Συντάγματος, ομού μετά της εκλογής της πρώτης Βουλής.

 

Άρθρο 115 – Ειδικά Δικαστήρια που προβλέπει το Σύνταγμα

Ο νόμος που προβλέπεται στο άρθρο 100 παρ. 3 πρέπει να εκδοθεί το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την εκλογή της νέας Βουλής. Έως ότου εκδοθεί αυτός ο νόμος και αρχίσει να λειτουργεί το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, εξακολουθούν να ισχύουν οι ρυθμίσεις του προηγούμενου Συντάγματος σε ότι αφορά την λειτουργία και τις αρμοδιότητες του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου.

 

Άρθρο 116 – Θετικά μέτρα για την προώθηση της ισότητας ανδρών – γυναικών

Δεν αποτελεί διάκριση λόγω φύλου η λήψη θετικών μέτρων για την προώθηση της ισότητας μεταξύ ανδρών και γυναικών. Το Κράτος μεριμνά για την άρση των ανισοτήτων που υφίστανται στην πράξη, ιδίως σε βάρος των γυναικών.

 

Άρθρο 117 – Αγροτική ιδιοκτησία, δάση, απαλλοτριώσεις, οικιστικές περιοχές

  1. Δημόσια ή ιδιωτικά δάση και δασικές εκτάσεις που καταστράφηκαν ή καταστρέφονται από πυρκαγιά ή που με άλλο τρόπο αποψιλώθηκαν ή αποψιλώνονται δεν αποβάλλουν για το λόγο αυτό το χαρακτήρα που είχαν πριν καταστραφούν, κηρύσσονται υποχρεωτικά αναδασωτέες και αποκλείεται να διατεθούν για άλλο προορισμό.
  2. H αναγκαστική απαλλοτρίωση δασών ή δασικών εκτάσεων που ανήκουν σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου επιτρέπεται μόνο υπέρ του Δημοσίου σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 17, για λόγους δημόσιας ωφέλειας διατηρείται πάντως η μορφή τους αμετάβλητη ως δασική.
  3. Με νόμο είναι δυνατόν να μεταφερθούν δημόσια δάση στην κυριότητα οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

 

Άρθρο 118 – Ανώτατοι Δικαστικοί λειτουργοί

Μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών από την εκλογή της πρώτης Βουλής θα πρέπει να ψηφιστεί νέος οργανισμός δικαστηρίων ο οποίος θα εναρμονίζεται με το παρόν Σύνταγμα και θα γίνουν όλες οι προβλεπόμενες αλλαγές στη συγκρότηση της Δικαιοσύνης.

 

Άρθρο 119 – Ψηφιακή άμεση δημοκρατία

  1. Το Κράτος υποχρεούται να μεριμνήσει, ώστε με την βοήθεια των νέων ψηφιακών τεχνολογιών, να κάνει πράξη το πανάρχαιο όραμα του Ελληνισμού για Άμεση Δημοκρατία, τοποθετώντας την Ελλάδα στην πρωτοπορία του παγκόσμιου πολιτισμού, με τη συμμετοχή των πολιτών άμεσα τόσο στην ψήφιση σημαντικών νόμων όσο και στη διεξαγωγή δημοψηφισμάτων.
  2. Το αργότερο εντός δύο ετών από την δημοσίευση του παρόντος Συντάγματος, θα πρέπει η κυβέρνηση να εισάγει προς ψήφιση νόμο με το οποίο θα ρυθμίζονται τα σχετικά θέματα για να αρχίσει δοκιμαστικά η υλοποίηση της Ψηφιακής Άμεσης Δημοκρατίας.

 

Άρθρο 120 – Ακροτελεύτια διάταξη

  1. Ο σεβασμός στο Σύνταγμα και τους νόμους που συμφωνούν με αυτό και η αφοσίωση στην Πατρίδα και τη Δημοκρατία αποτελούν θεμελιώδη υποχρέωση όλων των Ελλήνων.
  2. Ο σφετερισμός, με οποιονδήποτε τρόπο, της λαϊκής κυριαρχίας και των εξουσιών που απορρέουν από αυτή διώκεται μόλις αποκατασταθεί η νόμιμη εξουσία, οπότε αρχίζει και η παραγραφή του εγκλήματος.
  3. Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

  1. Όπως οι περισσότεροι Έλληνες πολίτες, είμαι και εγώ πάρα πολύ θυμωμένος με την παρούσα οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάστασηστην Ελλάδα.Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρώ τη σημερινή Κυβέρνηση μοναδικό υπεύθυνο.
    Έτσι, σε ηλικία 76 ετών αποφάσισα να κάνω μια προσπάθεια για τη διόρθωση της κατάστασης, ελπίζοντας ότι δεν θα θεωρηθώ τρελός ή “Ξερόλας”.
    Προτού συνεχίσω, να παρουσιάσω τις απόψεις μου, οφείλω να εξηγήσω ότι :
    • Θεωρώ τον εαυτό μου “Φιλελεύθερο”, με την πραγματική έννοια του όρου.Δηλαδήείμαι αντίθετος σε συντηρητικές όπωςκαι σε ακραίες πολιτικές απόψεις.
    • Θεωρώ αποτυχημένη και επικίνδυνη τη σημερινή Κυβέρνηση και, όπως πολλοί άλλοι, συνήθως ψηφίζω με τη φιλοσοφία “το μη χείρον βέλτιστο”.
    Η εμπειρία μου από την επί 13 χρόνια διαμονή μου στον Καναδά, τη χώρα που θεωρείται υπόδειγμα Δημοκρατίας, καθώς και η (λόγω του επαγγέλματός μου)σημαντική εμπειρία ως προς τον τρόπο σκέψης τωνΕλλήνων πολιτικών και του τρόπου λειτουργίαςτης Ελληνικής Δημόσιας Διοίκησης, μου δίνει τη δυνατότητα να κάνω αρκετά αντικειμενική αξιολόγηση.
    Κατά την άποψή μου, ταδύο βασικάπροβλήματα της Ελλάδος είναι ηέλλειψηδημοκρατικών θεσμών και ηάκρως κομματικοποιημένη, διαλυμένη και ανεπαρκής Δημόσια Διοίκηση, υποτακτικό όργανο τις εκάστοτε Κυβέρνησης, εφόσον οι τοποθετήσεις σε διευθυντικές θέσεις και οι προαγωγές ΔΕΝ γίνονται αξιοκρατικά, αλλά με κομματικά κριτήρια.
    Αναμενόμενο αποτέλεσμα αυτών των προβλημάτων είναι η πρωτοφανήςδιαφθορά σε όλο το εύρος της δημόσιας καιτης ιδιωτικής ζωής, όπου στον τομέα αυτό είμαστε σχεδόν διεθνείς πρωταθλητές,η απερίγραπτη καθημερινή ταλαιπωρία των πολιτώνκαι φυσικά η ανυπαρξία εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα.
    Το σημερινό Σύνταγμα καθιστά τοπολίτευμά μας “ψευτοδημοκρατία”.Αυτό οφείλεται στο ότι δεν υπάρχει ανεξαρτησία των τριών πυλώνων της Δημοκρατίας,που είναι η Νομοθετική Εξουσία, η Εκτελεστική Εξουσία και η Δικαιοσύνη.
    Ενδεικτικά αναφέρεται ότι :
    • Μέλη της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή Βουλευτές, είναι συγχρόνως και μέλη της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή μέλη της Κυβέρνησης.
    • Οι Δικαστές ορίζονται από την Κυβέρνηση, δηλαδή από την Εκτελεστική Εξουσία.
    Το ότι το Σύνταγμά μας είναι αυτό που είναι δεν είναι τυχαίο. Όλα τα κόμματα και οι πολιτικοί επιθυμούν να έχουν όσο το δυνατόν περισσότερη εξουσία και όσο το δυνατόν λιγότερο έλεγχο.
    Έτσι, τα κόμματα και οι πολιτικοί μας, μέσω της έλλειψης δημοκρατικών θεσμών, που να τους ελέγχουν, νέμονται την εξουσία και μάλιστα με καθαρά συνδικαλιστική νοοτροπία.
    Πρόσφατα, ξαφνικά η Κυβέρνηση επανέφερε το θέμα της αναθεώρησης του Συντάγματος και η αρμόδια Επιτροπή, προκειμένου να συγκεντρώσει απόψεις πολιτών για το θέμα αυτό, δημιούργησε σχετικό ερωτηματολόγιο, καθώς και ιστότοπο, μέσω των οποίων οι πολίτες, μέχρι τέλους Μαρτίου του τρέχοντος έτους, μπορούννα δηλώσουν την άποψή τους ως προς τιςαπαιτούμενες αλλαγές και συμπληρώσεις του Συντάγματος.
    Φυσικά, δεν είναι τυχαίο ότι, δεν υπήρξε ουσιαστική διαφημιστική καμπάνια, από την Κυβέρνηση, ώστε να δραστηριοποιηθούν οι πολίτες,ούτε ιδιαίτερη ενημέρωση για το τι αλλαγές απαιτούνταικαι για ποιο λόγο. Τα δε κόμματα της Αντιπολίτευσης, χωρίς να πάρουν θέση ως προς συγκεκριμένες απαιτούμενες θεσμικές αλλαγές, αρκέστηκαννα κατηγορήσουν την Κυβέρνηση ότι επανέφερε το θέμα της αναθεώρησης με μοναδικό στόχο τον αποπροσανατολισμό των πολιτών από τα τρέχονταπροβλήματα.
    Τα τελευταία χρόνια, με πρωτοβουλία πολιτών, έχει δημιουργηθεί η “Πρωτοβουλίαγια τη Ριζική Αναθεώρηση Συντάγματος”. Κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να πληροφορηθεί σχετικά, μέσω του ιστοτόπου http://www.neosyntagma.net, και μπορεί να πάρει μέρος σ’ αυτή την προσπάθεια, αν το επιθυμεί.
    Οι κυριότερες προτάσεις της Πρωτοβουλίαςείναι οι ακόλουθες:
    • Σαφής διάκριση των εξουσιών.
    • Ασυμβίβαστο μεταξύ των θέσεων Βουλευτή και Υπουργού.
    • Κατάργηση της ασυλίας και των περισσοτέρων προνομίων των Βουλευτών.
    • Κατάργηση των διατάξεων περί ευθύνης Υπουργών.
    • Να μην μπορεί να εκλεγεί κάποιος Βουλευτής για περισσότερες από δύο θητείες.
    • Να ιδρυθεί Συνταγματικό Δικαστήριο με αρμοδιότητα την αξιολόγηση κάθε νόμου και διατάξεως, προ της παρουσίασής τους για ψήφιση από τη Βουλή.
    • Κατάργηση της διάταξης σύμφωνα με την οποία η ηγεσία των δικαστηρίων διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση.
    • Επέκταση και ενίσχυση του θεσμού των ενόρκων.
    • Να είναι υποχρεωτική η πραγματοποίηση δημοψηφίσματος για αλλαγή του Συντάγματος, με σαφή ενημέρωση των πολιτών για τις προτεινόμενες αλλαγές.
    • Μετατροπή του πολιτεύματος σε αυτό της Προεδρικής Δημοκρατίας.
    Στην ανυπαρξία Δημοκρατικού Συντάγματος προστίθεται και η ύπαρξη πανάκριβης (κυρίως λόγω διαφθοράς) και απελπιστικά αναποτελεσματικής Δημόσιας Διοίκησης, άκρως κομματικοποιημένης, διαλυμένης και ανεπαρκούς, υποτακτικό όργανο τις εκάστοτε Κυβέρνησης, εφόσον τα διευθυντικά της στελέχη επιλέγονται με κομματικά κριτήρια, αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζουν οι Υπουργοί και οι προσλήψεις και οι προαγωγές γίνονται με κομματικά και άλλα μη αξιοκρατικά κριτήρια.
    Φυσικά, μόνο ένας ηλίθιος θα πίστευε ότι οι πολιτικοί μας δεν γνωρίζουν το τι αλλαγές πρέπει να γίνουν στο Σύνταγμα και στη Δημόσια Διοίκηση.
    Το ερώτημα είναι αν τα κόμματακαι οι πολιτικοί είναι δυνατόν να πιεστούν να αποδεχτούν ότι το κράτος δεν είναι τσιφλίκι τους. Εμείς, οι σκεπτόμενοι πολίτες πρέπει να τους αναγκάσουμε να κάνουν τις απαιτούμενες αλλαγές και ο μόνος τρόπος είναι η επανάσταση.
    Φυσικά όχι επανάσταση βίαιη, αλλά ειρηνική, διότι βίαιη επανάσταση συμφέρει μόνο τα πολιτικά άκρα.
    Λόγω δε του ότι, ανέκαθεν το εκπαιδευτικό μας σύστημα στόχευε στη δημιουργία “Πατριωτών” (με τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τον πατριωτισμό το κάθε κόμμα) και όχι στη δημιουργία νομοταγών δημοκρατικών πολιτών, υπάρχει τεράστια έλλειψη γνώσης για τα πλεονεκτήματα της πραγματικής Δημοκρατίας στον απλό πολίτη, όπως και για το πως η σωστή Δημοκρατία προφυλάσσει τον πολίτη από αυθαιρεσίες της εξουσίας.
    Κατά την άποψή μου, η “Πρωτοβουλίαγια τη Ριζική Αναθεώρηση Συντάγματος” θα μπορούσε να εξελιχθεί σε οργανισμό που, με συστηματικό τρόπο, να οργανώνει πανελλαδικά σεμινάριακαι ομιλίες για την κοινωνική επιμόρφωση των πολιτών και τις απαιτούμενες θεσμικές αλλαγές. Μόνο αν πειστούν οι πολίτες για τις απαιτούμενες αλλαγές θα υπάρξει πίεση των πολιτικών.
    Θα πρέπει όμως να εξασφαλιστεί ότι ηπροσπάθεια αυτή “δεν θα καπελωθεί” από κάποιο κόμμα.
    Τέλος, εξαιρετικά σημαντική θα ήταν η άμεση και συντονισμένη δραστηριοποίησησημαντικού αριθμού μη κομματικοποιημένων ατόμων της πνευματικήςμας ηγεσίας, με στόχοαφενός μεν την επιμόρφωση των πολιτών,όσον αφοράτα θετικά της Δημοκρατίας (έναντι των άκρων) και την ανάγκη συγκεκριμένων θεσμικών αλλαγών, και αφετέρου την πίεση κομμάτων και πολιτικών για την υλοποίησή τους.
    Ας σηκωθούμε λοιπόν όλοι από τον καναπέ μας και ας κάνουμε την όποια προσπάθειαμπορούμε, προκειμένου να αλλάξουμε την κατάσταση και να σώσουμε την πατρίδα μας.Οι λύκοι (και όχι μόνο οι “γκρίζοι”) καιροφυλακτούν.
    Ερρίκος Σίνας

… περισσότερα

Το θεσμικό αδιέξοδο και η αναγκαιότητα για νέο Σύνταγμα

Αν ζούσε σήμερα ο Νίτσε θα διαμήνυε με περισσή σιγουριά πως «ο θεός των Ελλήνων έχει πεθάνει». Δυστυχώς, ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης έχει υποστεί πολιτικό έμφραγμα του μυοκαρδίου, την ίδια στιγμή που οι όποιες προσπάθειες επίτευξης ενός μεταρρυθμιστικού “bypass” φαντάζουν ατελέσφορες μπροστά στον εκκωφαντικό ήχο του επιθανάτιου ρόγχου της ελληνικής οικονομίας.

Η ίδια η καθημερινή πρακτική επιβεβαιώνει άλλωστε πως ο κρατικός μηχανισμός είναι ανήμπορος να διευθετήσει ζητήματα στοιχειώδους κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων δομών, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την προώθηση της μηχανοργάνωσης, την αξιολόγηση των κρατικών λειτουργών και την ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου. Όποια πέτρα κι αν σηκώσει κανείς θα διαπιστώσει πως «κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας», σε μια μεταφορά της σαιξπηρικής τραγωδίας στο θέατρο της σύγχρονης Ελλάδας, με πρωταγωνιστή το ίδιο το πολιτικό της σύστημα.

Ανατρέχοντας κανείς στην ελληνική συνταγματική ιστορία διαπιστώνει -δίχως την παραμικρή δυσκολία- πως από το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 έως και την τελευταία αναθεώρηση του 2008, ο θεμέλιος λίθος του δημοκρατικού μας πολιτεύματος εμπεριέχει ουκ ολίγες αναχρονιστικές διατάξεις και περιορισμούς που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές του τόπου. Ενδεικτικά, η θεμελίωση ενός ιδιότυπου καθεστώτος ασυλίας του πολιτικού προσωπικού μέσω των σκανδαλωδών διατυπώσεων των άρθρων 62 και 86 Σ., αποδεικνύει με τον πλέον εξόφθαλμο τρόπο πως το πολιτικό σύστημα της χώρας κινείται -κι επισήμως- εκτός κράτους δικαίου. Συγχρόνως, η αρχή διάκρισης των λειτουργιών -όπως προβλέπεται από το άρθρο 26 Σ.- υπονομεύεται ευθέως και κατ’ εξακολούθηση από τις εν λόγω διατάξεις, καθώς νομοθετική και εκτελεστική εξουσία υφαρπάζουν τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα της δικαστικής, εδραιώνοντας ουσιαστικά το ακαταδίωκτο των πολιτικών από την τακτική δικαιοσύνη.

Σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό πεδίο, στο οποίο κάθε βήμα προς τα εμπρός ενδέχεται να βυθιστεί μέσα στην κινούμενη άμμο των μικροκομματικών επιδιώξεων, είναι άξιο απορίας το εξής· ποιος θα είναι εκείνος ο ανιδιοτελής φορέας που θα εγγυηθεί και θα υπαγορεύσει τις συνταγματικές προτεραιότητες ενός ολόκληρου έθνους; Σίγουρα όχι το πολιτικό προσωπικό κατά μόνας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποκλειστικά και μόνον από τη Βουλή θα αποτελούσε δίχως αμφιβολία ταφόπλακα στην όποια σοβαρή προσπάθεια για μεταρρυθμιστική αναμόρφωση της χώρας. Κατά το στάδιο λοιπόν της προπαρασκευής ενός νέου Καταστατικού Χάρτη, οι αναγκαίες προεργασίες οφείλουν να λάβουν χώρα υπό την αδέσμευτη σκέπη ενός θεσμού εγνωσμένου κύρους και κορυφαίας κοινωνικής ευθύνης, όπως μεταξύ άλλων η Ακαδημία Αθηνών και η Ένωση Δικαστών. Το προϊόν ενός τέτοιου πρωτόγνωρου εγχειρήματος στα πολιτικά χρονικά της χώρας θα αποτελούσε αδιαμφισβήτητα κορυφαία έκφραση της συνταγματικά κατοχυρωμένης από το άρθρο 1 Σ. αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Μόνον λοιπόν μια τέτοια υπερεθνική πρωτοβουλία εκ μέρους πολιτικού προσωπικού, επιστημόνων, πνευματικών ανθρώπων και αρίστων ολκής θα ήταν σε θέση να κομίσει μια σύγχρονη πρόταση επαναπροσδιορισμού του δημόσιου βίου κι επανιεράρχησης των κοινωνικών προτεραιοτήτων, ικανής να συνθέσει ένα νέο εθνικό αφήγημα για τον τόπο. Αλλά προπάντων θα ωθούσε σύσσωμο το πολιτικό σύστημα προς την ολιστική αυτοΐασή του, μέσω της έκτακτης προσφυγής στη συντακτική κι όχι στην αναθεωρητική διαδικασία· διότι ποια κυβερνητική πλειοψηφία, ποιος πολιτικός αρχηγός ή βουλευτής θα τολμούσε να καταψηφίσει ένα σχέδιο Συντάγματος που έχει προκύψει από Συντακτική Βουλή κι έχει ωριμάσει μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, διαθέτοντας ως εκ τούτου την απόλυτη νομιμοποίηση;

Για να τρέξει λοιπόν ανεμπόδιστα το νερό στον μύλο των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων απαιτείται αυτή η υπερκομματική και διευρυμένη συνεργασία μεταξύ κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών παραγόντων για την εκπόνηση νέου Συντάγματος. Με άλλα λόγια, πριν από οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια χρειαζόμαστε την μεταφορά του «παιχνιδιού» σε καινούργιο γήπεδο με βασικό παίκτη ένα νέο θεσμικό πλαίσιο· ένα εξ’ υπαρχής νέο κοινωνικό συμβόλαιο προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της παρούσας ιστορικής συγκυρίας, το οποίο και θα αναγάγει την κοινωνική ευημερία των «πολλών» σε αναγκαία προϋπόθεση ως προς τη λήψη πολιτικών αποφάσεων εκ μέρους των «ολίγων».

Προκειμένου λοιπόν να οικοδομηθεί κράτος δικαίου, η ελληνική κοινωνία διερχόμενη δια πυρός και ύδατος καλείται αυτή τη φορά να αντιμετωπίσει την επικείμενη καταστροφή όχι ως συμφορά ή εφιάλτη, αλλά ως μια μοναδική ευκαιρία για αλλαγή σελίδας. Άλλωστε, όπως έλεγε κι ένας εκ των κορυφαίων διανοητικών εκπροσώπων της γενιάς του ’30, ο Γεώργιος Θεοτοκάς, «μπορεί τώρα να είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι, μέσα στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής· κανείς να μην περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα, καμιά ελπίδα να μην χαράζει πουθενά· η στιγμή αυτή βέβαια είναι μια θαυμάσια στιγμή».

Αρκεί να τολμήσουμε την πολυπόθητη φυγή προς τα εμπρός, εγκαταλείποντας ό,τι μας κρατάει δέσμιους μιας κοινωνίας που παραπαίει μέσα στο χτες. Αντέχουμε;

Αλέξανδρος Χαρατσής, Δικηγόρος, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στο Ναυτικό Δίκαιο, Υπ. Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου της Ενέργειας

Επιστολή του Δημ.Α.Σιδερή προς την ΠΡΣΑ.

Κάθε πλήρες σύστημα επεξεργασίας σημάτων έχει είσοδο, έξοδο και μηχανισμό που αφενός μεταφράζει τα σήματα εισόδου σε σήματα εξόδου και αφετέρου ταλαντώνεται, έτσι που παράγει σήματακαι απλώς με το πέρασμα του χρόνου. Τέτοιο σύστημα είναι και η ανθρώπινη «ψυχή», είτε θνητή είτε αθάνατη θεωρείται. Ο Πλάτων είχε διαπιστώσει τα τρία στοιχεία, ως γνωστικό, βουλητικό και συναισθηματικό. Παραδόξως, η περιοδικότητά του συστήματος δεν είχε παρατηρηθεί, ώσπου την πρόσεξαν ο Έγελος και ο Μαρξ, που μίλησαν για μια έλιξη με «θέση», «αντίθεση», «σύνθεση», ενώ ο VanderPol περιέγραψε τους νόμους της ταλάντωσης χάλασης, που διαθέτει και αυτοματισμό (περιοδικότητα) σαν την έλιξη και διεγερσιμότητα. Το συναίσθημα και η βούλησή μας λοιπόν διεγείρονται και από εξωγενή ερεθίσματα και αυτόματα σαν ταλάντωση. Όσα περιέγραψα ισχύουν σε όλα τα ζώα. Ο άνθρωπος όμως διαθέτει και δευτεροβάθμια νόηση. Το γνωστικό της στοιχείο αντιστοιχεί στη συνείδηση της ψυχολογίας και το συναισθηματικό και βουλητικό (θυμικό) στο υποσυνείδητο της ψυχανάλυσης. Χάρη στη δευτεροβάθμια νόησή του ο άνθρωπος ενεργεί όχι μόνο από κάποιες αιτίες από το παρελθόν, όπως όλα τα ζώα, αλλά και για κάποιους σκοπούς στο μέλλον. Οι περισσότεροι από εμάς ενεργούμε με βάση τις αιτίες. Οι όποιοι σκοποί μας είναι βραχυπρόθεσμοι. Θαυμάζομε άτομα που μπορούν να ονειρεύονται για το μέλλον, και τους θεωρούμε ηγέτες. Πώς ενεργούν αυτοί; Αρχίζουν από ένα όνειρο. Όνειρα πλάθομε όλοι μας. Τα όνειρα, ως άλογες επιθυμίες, έρχονται μόνα τους είτε από εξωτερικά ερεθίσματα είτε αυτόματα. «Όποιος πεινά, ψωμιά θωρεί». Τα θαυμαστά άτομα που λέγαμε, επιλέγουν κάποια από τα όνειρά τους απορρίπτοντας τα υπόλοιπα. Η προσοχή τους εστιάζεται στο όνειρο, οξύνει τις αισθήσεις τους που το παρατηρούν και αρχίζουν να το διαμορφώνουν σε ρεαλιστικό σχέδιο. Κάνουν ενεργητική έρευνα για να συμπληρωθούν τα κομμάτια που λείπουν από το παζλ του ονείρου, για να γίνει ολοκληρωμένο σχέδιο. Και αρχίζει τότε η επιδίωξη της υλοποίησής του. Τα παραπάνω έχουν ισχύ όχι μόνο στα άτομα, αλλά και στην κοινωνία. Καθένας έχει διαφορετικές ανάγκες,επιθυμίες, σκοπούς, κίνητρα. Στο πλήθος όλων όμως υπάρχουν κάποια κοινά, αντιστοιχώντας στον «κοινό νου και κοινή βούληση», που μπορεί να μην διαθέτεικανένας μόνος του. Όσοι τυχαίνει να έχουν ηγετικές ικανότητες έχουν σχέδια που πλησιάζουν τον κοινό σκοπό όλων και αυτούς ακολουθεί ο λαός. Η σειρά ακολουθεί τυπικά μια μεθοδολογία. Πρώτο στάδιο είναι ο σχηματισμός του αντικειμενικού στόχου, του σχεδίου που λέγαμε. Αυτό πρέπει να είναι τόσο λεπτομερές, που να περιλαμβάνει και κριτήρια της επιτυχίας του. Θα ακολουθήσει ο προγραμματισμός, με ποιες διαδικασίες θα επιτευχθεί ο στόχος και στη συνέχεια με ποιες διαδικασίες θα αξιολογηθεί αν πέτυχε. Στο σημείο αυτό τελειώνει το επιτελικό μέρος ερήμην του αντικειμένου του και αρχίζει το εκτελεστικό. Εφαρμόζεται το πρόγραμμα για την επίτευξη του στόχου και στη συνέχεια για την αξιολόγησή του. Φυσικά, επιτελικό και εκτελεστικό μέρος δεν διαχωρίζονται πλήρως. Για να είναι υλοποιήσιμο το σχέδιο, οφείλει να εστιάζεται όπου διασταυρώνονται ανάγκες, διαθέσιμοι πόροι, υπάρχουσα τεχνογνωσία. Τέτοιοι στόχοι για την Ελλάδα θα μπορούσαν να είναι π.χ. η εκμετάλλευση του φυσικού ενεργειακού πλούτου της, ανέμων, ήλιου, κυμάτων, στις στεριές και στα 3000 νησιά μας (τα περισσότερα σήμερα ακατοίκητα), αλλά και της γεωγραφικής ανομοιομορφίας της χώρας μας που μας επιτρέπει να καλλιεργούμε ποικιλία φυτών, ζώων, στεριανών και θαλασσινών. Τεχνογνωσία υπάρχει επαρκής, που αυτή τη στιγμή διαρρέει στο εξωτερικό. Για τον προγραμματισμό θα απαιτηθούν κεφάλαιο και εργασία. Αν για το κεφάλαιο δεν μπορεί να υπάρξει συμφέρων δανεισμός, θα χρειασθεί να εκδοθεί πλαστικό ή χάρτινο «κουπόνι» ανταλλάξιμο, όχι με Ευρώ, δολάριο ή άλλο νόμισμα, αλλά με το προϊόν της ανάπτυξης. Όσο για την εργασία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι θα γίνουν μεγάλες θυσίες τόσο των εργαζομένων, όσο και των επενδυτώνπου θα πρέπει όλοι να δεχθούν το «κουπόνι» ως τεκμήριο δανεισμού. Η αξιολόγηση θα ακολουθήσει, με εξαργύρωσή των «κουπονιών» αν οι στόχοι πέτυχαν ή επιστροφή τους από επενδυτές και εργαζόμενους που δεν ικανοποίησαν τα προδιαγεγραμμένα κριτήρια. Η επιβολή των δυσβάστακτων παραπάνω μέτρων μπορεί να γίνει είτε από μια δικτατορία ή από μια δημοκρατία. Η δικτατορία έχει το μειονέκτημα ότι είναι χωρίς έξοδο. «ΚΑΛΟΝ ΧΩΡΙΟΝ Η ΤΥΡΑΝΝΙΣ, ΑΛΛ΄ ΟΥΚ ΕΧΕΙ ΑΠΟΒΑΣΙΝ», είπε ο Σόλων όταν του πρότειναν να γίνει τύραννος. Η δημοκρατία μπορεί να είναι εξίσου αμείλικτη όσο μια δικτατορία, αλλά, επειδή στηρίζεται στην έγκριση του λαού, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει με αυστηρή επίβλεψη (αξιολόγηση) μάλλον παρά με βία. Στην Ελλάδα οι δικτατορίες είχαν κακή έκβαση με εθνικές συμφορές, έστω και αν για βραχύ διάστημα είχαν επιμέρους επιτυχίες. Δημοκρατία δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, μετά την αρχαιοελληνική περίοδο. Η μετάβαση από την τρέχουσα ολιγαρχία (respublica),που καταχρηστικά ονομάζομε «προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, σε δημοκρατία είναι δύσκολη, κυρίως από αντίθεση των πολιτικών, ντόπιων και ξένων. Τα μεταβατικά πολιτικά στάδια περιλαμβάνουν τα ίδια βήματα που αναφέραμε: Ένα πολιτικό όνειρο του καθενός που συζητώντας ολοένα περισσότερο καταλήγει σε κοινό πολιτικό σχέδιο, που σημαίνει πρώτιστα ευρέως αποδεκτό Σύνταγμα. Προγραμματισμός για την υλοποίηση του σχεδίου. Πυροδότης μπορεί να είναι η αποχή. Λευκή ψήφος σημαίνει ότι δεν μας κάνει κανένας από τους πολιτικούς. Αποχή σημαίνει ότι απορρίπτομε το σύστημα. Απόρριψη του συστήματος χωρίς προΰπαρξησχεδίου σημαίνει αναρχία, δικτατορία, εμφύλιο και ό,τι απρόβλεπτο μπορεί κανένας να σκεφτεί. Μια αποχή σαφώς πάνω από 50% κάνει συνειδητό σε όλους, συμπαρασύροντάς τους, ότι η «επανίδρυση του κράτους», που υποσχέθηκε ένας πολιτικός μας χωρίς να την επιχειρήσει, είναι αναπόδραστη ανάγκη. Θα ακολουθήσει κλιμακούμενη πίεση, αντιπαράθεση επιχειρημάτων, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια, απεργίες, άλλες κλιμακούμενες πράξεις. Η αντιμετώπιση τέτοιων εκδηλώσεων με κρατική βία πολλαπλασιάζει τη βία, με υλικές καταστροφές, βλάβες προσώπων, θερμή βία. Ο ρόλος του ηγέτη είναι μεγάλος. Όχι μόνο ταυτίζει τη βούλησή του με τον κοινό σκοπό, αλλά και διαθέτει τη φιλοδοξία να ηγείται. Οι περισσότεροι πολιτικοί διαθέτουν μόνο το τελευταίο και, όταν αποκτήσουν εξουσία, δεν ξέρουν παρά μόνον όσα χρειάζονται για να επανεκλεγούν. Ανάμεσα στο πλήθος, κατά κανόνα αναδεικνύονται οι πραγματικοί ηγέτες. Κινδυνεύουν να γίνουν μάρτυρες:P.Lumumba, M.L.King, O.Palme, Ρ. Φερραίος, Ν.Μανδηλαράς κλπ. Υπάρχουν όμως και τα επιτυχημένα παραδείγματα: G.Washington,В.Ле́нин,M.Gandhi,N.Mandelaκλπ. Οι κοινοί θνητοί μπορούμε αυτή τη στιγμή τουλάχιστον να προβάλουμε συζητώντας τα όνειρα/σχέδιά μας («τι να κάνουμε;») μάλλον παρά να γκρινιάζουμε αντίκρυ στην τηλεόραση και να αναρωτιόμαστε ποιος φταίει και πώς να τιμωρηθεί

Δημ. Α, Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Η πρωτοβουλία μας με την 2η ανοικτή επιστολή για ένα νέο Σύνταγμα, (#Σύνταγμα πολιτών ) την οποία εξέδωσε μαζί με άλλες οργανώσεις πολιτών, είχε προειδοποιήσει από τον Δεκέμβριο 2016 μεταξύ άλλων ότι « η διενέργεια δημόσιου διαλόγου για το Σύνταγμα θα είναι προσχηματική εάν δεν πληροί τις στοιχειώδεις αρχές της ελεύθερης συμμετοχής των ενημερωμένων πολιτών, της ισηγορίας, του μη περιορισμού των συνταγματικών θεμάτων προς συζήτηση, της δημόσιας πρόσβασης στα δεδομένα, της διαφάνειας, της αντικειμενικής καταγραφής των απόψεων από ανεξάρτητη αρχή και της λογοδοσίας.»

Ήδη ο διάλογος  μέσα από την  ιστοσελίδα της Επιτροπής διαλόγου για το Σύνταγμα (http://www.syntagma-dialogos.gov.gr ), που ξεκίνησε πρόσφατα :

Α. Διενεργείται χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση των πολιτών εντός ασφυκτικής προθεσμίας που λήγει την 1η Απριλίου 2017 με αποτέλεσμα οι πολίτες να μην γνωρίζουν καν ότι καλούνται να καταθέσουν τις προτάσεις τους για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Β. Ακόμη και εάν θεωρηθεί υπό τις παραπάνω συνθήκες μη ενημέρωσης ότι πληρούται το κριτήριο της ελεύθερης συμμετοχής, είναι προβληματική η ύπαρξη του κριτηρίου της ισηγορίας, όχι μόνο διότι στην ιστοσελίδα υπάρχει μέχρι στιγμής επιλεκτική ανάρτηση συνταγματικών προτάσεων, άρθρων και βιβλίων, αλλά και διότι στα σχετικά ερωτηματολόγια υπάρχει κλειστός αριθμός απαντήσεων χωρίς δυνατότητα να προσθέσει ο πολίτης άλλη πρόταση εάν δεν τον εκφράζουν οι προβλεπόμενες παρά μόνο ως σχόλιο στο τέλος κάθε ενότητας.

Γ. Ερωτηματικά γεννά επίσης και η απουσία από τα ερωτηματολόγια σοβαρών ζητημάτων που απασχολούν τους πολίτες, όπως τα προνόμια των βουλευτών, ο έλεγχος των ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ, η δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, ο έλεγχος των οικονομικών τους αλλά και το ίδιο το πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, ενώ εξαγγέλλεται η ανάγκη συμμετοχής των πολιτών στην αλλαγή του Συντάγματος, δεν περιλαμβάνεται στις ενότητες του διαλόγου η αλλαγή του άρ. 110 που αποκλείει τους πολίτες από την αναθεώρηση του Συντάγματος και ορίζει ότι η αναθεώρηση είναι προνόμιο της Βουλής.

Η Πρωτοβουλία  θεωρεί ότι μόνον οι πολίτες μπορούν να εγγυηθούν την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και γι’ αυτό επιμένει να τους καλεί να συμμετάσχουν μαζικά στον δημόσιο διάλογο. Προειδοποιεί ωστόσο, ότι δεν θα διστάσει να καταγγείλει κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθεί προς ίδιον πολιτικό όφελος η συμμετοχή ή η απουσία των πολιτών.

 

 

Ξεκίνησε κ επίσημα ο δημόσιος διάλογος μέσα από την ιστοσελίδα της επιτροπής

http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/

ΣΧΟΛΙΟ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

“Επισημαίνουμε ότι η διενέργεια δημόσιου διαλόγου για το Σύνταγμα θα είναι προσχηματική εάν δεν πληροί τις στοιχειώδεις αρχές της ελεύθερης συμμετοχής των ενημερωμένων πολιτών, της ισηγορίας, του μη περιορισμού των συνταγματικών θεμάτων προς συζήτηση, της δημόσιας πρόσβασης στα δεδομένα, της διαφάνειας, της αντικειμενικής καταγραφής των απόψεων από ανεξάρτητη αρχή και της λογοδοσίας.”

Η ποιότητα μίας δημοκρατίας (III)

Το τρίτο και τελευταίο μέρος μίας εισαγωγής στην ενδιαφέρουσα θεωρία σχετικά με την ποιότητα μίας δημοκρατίας των Morlino και Diamond.

Ελευθερία, Ισότητα και Ικανότητα Ανταπόκρισης

Η ελευθερία μπορούμε να πούμε ότι αποτελείται από τρείς τύπους δικαιωμάτων, τα πολιτικά, τα ατομικά και τα κοινωνικά (ή κοινωνικοοικονομικά) δικαιώματα. Τα πολιτικά δικαιώματα συμπεριλαμβάνουν το δικαίωμα της ψήφου, της υποψηφιότητας για μία θέση, της υποστήριξης και της οργάνωσης ενός πολιτικού κόμματος. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να εξασφαλίσουν μία ενεργή πολιτική συμμετοχή, πολιτικό ανταγωνισμό και έτσι την κάθετη λογοδοσία.

Τα βασικά ατομικά δικαιώματα περιλαμβάνουν την ατομική ελευθερία και ασφάλεια, το απόρρητο της προσωπικής ζωής, την ελευθερία σκέψης, έκφρασης και πληροφόρησης, την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της συνάθροισης, συνεργασίας και οργάνωσης (στην οποία συμπεριλαμβάνεται το δικαίωμα της δημιουργίας και συμμετοχής σε εμπορικές ενώσεις και πολιτικά κόμματα), την ελευθερία στην μετακίνηση και του τόπου κατοικίας, καθώς και το δικαίωμα σε νομική υπεράσπιση και δίκαιη δίκη. Υπάρχει επίσης ένας αριθμός δικαιωμάτων τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «ατομικά οικονομικά δικαιώματα», τα οποία συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την επιχειρηματικότητα, αλλά επίσης δικαιώματα τα οποία συνδέονται με την εργασία, το δικαίωμα σε μία δίκαιη αμοιβή και άδεια, καθώς και το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η διασφάλιση των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων έχει ως θεσμικές προϋποθέσεις τη δικαιοσύνη και την οριζόντια λογοδοσία, οι οποίες εξετάστηκαν προηγουμένως και σε σχέση πάντα με τη συμμετοχή, τον ανταγωνισμό και την κάθετη λογοδοσία. Πρώτος και σημαντικότερος από τους παραπάνω θεσμούς είναι η ανεξάρτητη, ικανή και συνταγματικά κατοχυρωμένη δικαστική αρχή, μαζί με ένα ευρύτερο δικαστικό σύστημα (και κουλτούρα) τα οποία θα εγγυούνται το κράτος δικαίου. Τέλος, αν όπως είπε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, «η επαγρύπνηση είναι το αιώνιο τίμημα της ελευθερίας», τότε οι ίδιοι οι πολίτες – οργανωμένοι εκτός του κράτους σε μία κοινωνία των πολιτών και επικουρούμενοι από θεσμούς όπως τα ΜΜΕ – πρέπει να ενδιαφέρονται και να είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και την πιστότητα των εκλογικών διαδικασιών.

Ισότητα. Πολλές από τις προηγούμενες διαστάσεις υπονοούν ή απαιτούν – και η ίδια η λέξη δημοκρατία το  προϋποθέτει – την πολιτική και νομική ισότητα όλων των πολιτών. Μία καλή δημοκρατία εξασφαλίζει πως κάθε πολίτης και ομάδα πολιτών έχει τα ίδια δικαιώματα και νομικές εξασφαλίσεις, καθώς επίσης ουσιαστική και σε λογικό βαθμό άμεση πρόσβαση στη δικαιοσύνη αλλά και την εξουσία. Μία ισχυρή απαγόρευση της μεροληψίας οφείλει να ελέγχει όλες τις προσπάθειες διάκρισης λόγω φύλου, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, πολιτικού προσανατολισμού και άλλων άσχετων συνθηκών.

Η ισότητα είναι ένα ιδεώδες το οποίο δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί απολύτως, ακόμα και σε στενά πολιτικούς όρους. Όπως παρατηρεί ο Dietrich Rueschemeyer, άτομα και ομάδες με καλύτερη εκπαίδευση, ευκολότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και μεγαλύτερους πόρους θα έχουν αναπόφευκτα μεγαλύτερη ισχύ στην διαμόρφωση του δημόσιου διαλόγου και των προτιμήσεων, καθώς και στον καθορισμό των επιλογών των ηγετών και των πολιτικών τους αποφάσεων. Παρόλο το ότι η δημοκρατία δεν απαιτεί ένα συγκεκριμένο σύνολο βασικών κοινωνικών ή οικονομικών πολιτικών επιλογών, στην πράξη προϋποθέτει έναν βαθμό πολιτικής ισότητας ο οποίος είναι ουσιαστικά αδύνατος αν οι οικονομικές ανισότητες γίνουν ιδιαίτερα ακραίες. Μία λύση της οποίας η αποδοχή αυξάνεται – αν οι νέες δημοκρατίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενδεικτικά – είναι ο περιορισμός των ανισοτήτων με την ανακήρυξη συγκεκριμένων αγαθών (όπως η υγεία, η εκπαίδευση, ένα ελάχιστο εισόδημα και άλλα) ως «κοινωνικά» δικαιώματα. Το πρόβλημα εδώ είναι πως, σε αντίθεση με τα «πρωταρχικά πολιτικά και ατομικά δικαιώματα» (“first generation”), τα οποία μπορούν να εξασφαλισθούν με «αρνητικό» τρόπο από το κράτος, το οποίο αφήνει τους πολίτες ελεύθερους και μένει εντός των ορίων του νόμου, τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα επιβαρύνουν την διακυβέρνηση με βαρύτατες θετικές οικονομικές απαιτήσεις προκειμένου να επιτευχθούν οι δαπανηροί αυτοί υλικοί στόχοι.

Πέρα από την πολιτική βούληση, η κύρια προϋπόθεση για την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για την χρηματοδότηση των κοινωνικών πολιτικών και οι σοφά σχεδιασμένες στρατηγικές προκειμένου να επιτευχθούν πολιτικές ισότητας χωρίς να εμποδίζεται η ελευθερία και η αποδοτικότητα οι οποίες υποστηρίζουν την ευμάρεια πρωταρχικά. Η αποδοτικότητα απαιτεί οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται όσο το δυνατόν περισσότερο προς επενδύσεις βασικών υποδομών και κυρίως το ανθρώπινο κεφάλαιο (δημόσια υγεία και εκπαίδευση), τα οποία θα αυξήσουν σταδιακά την παραγωγικότητα των χαμηλών οικονομικών στρωμάτων. Αυτό με την σειρά του απαιτεί τον έλεγχο της διαφθοράς και ως εκ τούτου ισχυρά ιδρύματα και μηχανισμούς οριζόντιας λογοδοσίας.

Όπως σημειώνει ο Rueschemeyer, το κλειδί της προώθησης λογικών μέτρων ενδυνάμωσης της ισότητας, ήταν ιστορικά οι αυτόνομες ομάδες και κόμματα τα οποία εκπροσωπούσαν οικονομικά ασθενείς τάξεις και ομάδες χαμηλού κύρους. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρές και συνασπισμένες εμπορικές ενώσεις έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της επέκτασης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Είναι επίσης κρίσιμο να είναι σε θέση το νομικό σύστημα να προστατεύει τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα των υποδεέστερων και ευάλωτων ομάδων, να οργανώνονται, συναθροίζονται, διαμαρτύρονται, επηρεάζουν, υποστηρίζουν και ψηφίζουν σύμφωνα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους.

Η ανταποκρισιμότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κάθετη λογοδοσία (και έτσι με την συμμετοχή και τον ανταγωνισμό) και με την σειρά της επηρεάζει τον βαθμό που οι πολίτες νιώθουν ικανοποιημένοι από την δημοκρατία. Όπως εξηγεί ο G. Bingham Powell Jr., οι δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι ‘ανταποκρίσιμες’ όταν οι δημοκρατικές διεργασίες τις αναγκάζουν να «επιλέγουν και να υλοποιούν πολιτικές οι οποίες είναι επιθυμητές από τους πολίτες». Ο Powell διακρίνει τρία κρίσιμα στοιχεία στην αλυσίδα της δημοκρατικής ανταποκρισιμότητας. Πρώτον, οι επιλογές δομούνται με έναν τρόπο που να εκφράζουν τις διαφορετικές και πολυεπίπεδες προτιμήσεις των πολιτών σε συνεκτικούς, εθνικούς πολιτικούς σχεδιασμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται από ανταγωνιστικά μεταξύ τους πολιτικά κόμματα. Δεύτερον, οι εκλογικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος μετουσιώνονται (με διαφορετικό τρόπο για κάθε χώρα) σε μία κυβέρνηση. Και τρίτον, οι εκλεγμένοι πολιτικοί (και όσοι διορίζονται από αυτούς) οφείλουν να ‘μεταφράσουν’ τις πολιτικές προτιμήσεις και τις δεσμεύσεις σε πραγματικές αποφάσεις και εφαρμοζόμενες πολιτικές.

Παρόλα αυτά, στον πραγματικό κόσμο η ανταποκρισιμότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη ως διεργασία και δύσκολο να αποτιμηθεί. Ακόμα και πολίτες με υψηλή εκπαίδευση δεν είναι πάντα σε θέση να εκτιμήσουν το συμφέρον τους όταν οι πολιτικές επιλογές απαιτούν ειδικές γνώσεις και ικανότητες για να κατανοηθούν. Όπως εξηγεί ο Powell, όταν τα θέματα των εκλογικών εκστρατειών αφορούν πολλαπλές διαστάσεις, είναι δύσκολο για το κόμμα που θα επικρατήσει να έχει μία ξεκάθαρη εικόνα για το ποια είναι η εντολή που έχει από τους ψηφοφόρους του.

Οι συνθήκες που ευνοούν την ανταποκρισιμότητα είναι παρόμοιες με εκείνες που υποστηρίζουν την κάθετη λογοδοσία, δηλαδή κυρίως μία ισχυρή κοινωνία των πολιτών και ένα λειτουργικό κομματικό σύστημα. Βοηθά επίσης μία κυβέρνηση η οποία είναι σε θέση να μεταφράσει τις επιλογές των πολιτών (όταν αυτές είναι πλέον ξεκάθαρες) σε πολιτικές αποφάσεις και πρακτικές. Κάτι τέτοιο απαιτεί, σύμφωνα πάντα με τον Powell, μία ισχυρή και έντιμη κρατική γραφειοκρατία. Η ισχυρή οριζόντια λογοδοσία δεν μπορεί παρά να είναι επίσης ένας θετικός παράγοντας.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις κατηγορίες αντικειμενικών ορίων όσο αφορά την ανταποκρισιμότητα. Οι πολιτικοί ηγέτες προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την δική τους αυτονομία και να διαμορφώσουν την αντίληψη των πολιτών σχετικά με τα συμφέροντα τους με τρόπους και μέσα που σκοπό έχουν να τους χειραγωγήσουν ή καταλήγουν να είναι ακόμα και δημαγωγικά. Η υπεύθυνη διακυβέρνηση – σε αντίθεση με την αμιγώς ανταποκρίσιμη – απαιτεί να θέτει κάποιος προτεραιότητες και να προχωρά σε δύσκολες επιλογές. Ακόμα και οι πλέον δημοκρατικοί και αφοσιωμένοι ηγέτες δεν είναι σε θέση να ικανοποιούν τους πάντες. Τέλος, η παγκοσμιοποίηση θέτει τους δικούς της περιορισμούς στην λαϊκή κυριαρχία. Κάποιοι από αυτούς είναι προϊόν υπερεθνικών κυβερνητικών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ άλλοι, κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, προέρχονται από οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα κτλ.

Το σύστημα των δημοκρατικών ποιοτήτων

Έχουμε ήδη παρουσιάσει οκτώ διαφορετικές διαστάσεις της ποιότητας μίας δημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για οκτώ διαφορετικές «ποιότητες» της δημοκρατίας και να εξετάσουμε τον βαθμό ανάπτυξης κάθε μίας ξεχωριστά. Όπως όμως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, οι διαφορετικές αυτές διαστάσεις αλληλοεπιδρούν ισχυρά μεταξύ τους και ενδυναμώνουν η μία την άλλη, αποτελώντας εν τέλει ένα σύστημα. Παρόλο που είναι δυνατό να ορίσουμε διαφορετικούς τύπους δημοκρατιών χαμηλής ποιότητας, οι οποίες παρουσιάζουν ελλείμματα σε διαφορετικές διαστάσεις, οι διαστάσεις αυτές είναι στενά συνδεδεμένες και τείνουν να κινούνται μαζί, είτε προς μία κατεύθυνση δημοκρατικής προόδου είτε προς έναν δημοκρατικό εκφυλισμό. Όπου συναντάμε δημοκρατίες ιδιαίτερα αδύναμες σε κάποιες διαστάσεις, όπως για παράδειγμα την ελευθερία και το κράτος δικαίου, τείνουν να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ανεπάρκειες και στις άλλες διαστάσεις.

Η διασύνδεση και η αλληλοεπικάλυψη των παραπάνω διαστάσεων είναι τόσο πυκνή που συχνά είναι δύσκολο να ορίσουμε που σταματά κάποια από αυτές και που ξεκινά κάποια άλλη. Χωρίς εκτεταμένη προστασία και διεύρυνση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, πολλοί πολίτες δεν θα είναι σε θέση να συμμετέχουν στις πολιτικές διεργασίες, τόσο εντός της εκλογικής αρένας όσο και εκτός αυτής. Έτσι, σε αυτή την περίπτωση, η κάθετη λογοδοσία εξασθενεί σημαντικά. Για να αποφύγουμε τους παραπάνω κινδύνους δεν αρκεί μόνο η προστασία έναντι οποιασδήποτε εκλογικής νοθείας και φαινομένων βίας ή εκφοβισμού κατά την διάρκεια των εκλογών, αλλά επίσης η αποφυγή λιγότερο εμφανών απομειώσεων των εκλογικών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα η ισότιμη, σε κάποιο βαθμό, πρόσβαση στην χρηματοδότηση και τα ΜΜΕ. Αν λόγω των συσσωρευμένων και άδικων προνομίων που το κυβερνών κόμμα έχει στην διάθεση του, οι ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να εκφράσουν την δυσαρέσκεια τους για τους πολιτικούς που κυβερνούν σε πολιτική υποστήριξη της αντιπολίτευσης, ή αν οποιοδήποτε κόμμα (που κυβερνά ή όχι) είναι σε θέση να επιβληθεί στους αντιπάλους του και να περιορίσει την διάδοση των προτάσεων τους μέσω υπέρογκων χρηματοδοτήσεων και προνομιακής πρόσβασης στα ΜΜΕ, η εκλογική διάσταση της κάθετης λογοδοσίας χάνει την λειτουργικότητα και ισχύ της. Έτσι, αν οι πολίτες δεν είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τους αντιπροσώπους τους μέσω των εκλογών και να επιλέγουν ως κυβέρνηση μία αντιπολίτευση της οποίας τις πολιτικές προτιμούν, ένας σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα της ανταποκρισιμότητας έχει διαρραγεί.

Τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι κρίσιμα στοιχεία όσο αφορά την ενεργή συμμετοχή των πολιτών και τον ανταγωνισμό των κομμάτων, των ειδικών συμφερόντων και άλλων οργανισμών. Τα παραπάνω οδηγούν σε αύξηση της ισχύος της κάθετης λογοδοσίας και της ικανότητας ανταπόκρισης των κυβερνόντων. Είναι επίσης απαραίτητα για την καλή λειτουργία της οριζόντιας λογοδοσίας, αφού οι κρατικές υπηρεσίες μέσω των οποίων υλοποιούνται, γίνονται περισσότερο ενεργητικές και αποτελεσματικές όταν ενισχύονται και δέχονται πληροφορίες από οργανισμούς της κάθετης λογοδοσίας, όπως είναι τα ΜΜΕ, οι ΜΚΟ και άλλοι φορείς της κοινωνίας των πολιτών.

Τίποτα από αυτά δεν είναι δυνατόν χωρίς κράτος δικαίου, στο οποίο ένα αμερόληπτο δικαστικό σώμα επιβεβαιώνει τα δικαιώματα των πολιτών και απαγορεύει και τιμωρεί κάθε προσπάθεια παραβίασης των θεσμικών μηχανισμών που αφορούν τόσο την οριζόντια όσο και την κάθετη λογοδοσία. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να διατηρηθεί και δεν μπορούμε να προλάβουμε και να περιορίσουμε την κατάχρηση εξουσίας χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς οριζόντιας λογοδοσίας. Ταυτόχρονα, οι μηχανισμοί αυτοί εξασφαλίζουν πως οι ανταγωνιστικές εκλογικές διαδικασίες και οι μηχανισμοί κάθετης λογοδοσίας δεν θα αποδυναμωθούν ή παρακαμφθούν. Την ίδια στιγμή, οι ενεργοί πολίτες, ψηφίζοντας στις εκλογές και δραστηριοποιούμενοι με μια πληθώρα τρόπων εντός της κοινωνίας των πολιτών, αποτελούν την τελευταία γραμμή άμυνας ενάντια σε προσπάθειες αποδυνάμωσης του κράτους δικαίου και των πρακτικών χρηστής διακυβέρνησης.

Είναι αλήθεια πως όλα τα καλά δεν μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα και χωρίς προβλήματα. Για παράδειγμα, μία κυβέρνηση που ανταποκρίνεται ιδιαίτερα επιτυχημένα στις επιθυμίες της πλειοψηφίας μπορεί να μπει στον πειρασμό να μην λάβει υπόψη της θέματα τα οποία αφορούν μία μειονότητα ή ακόμα και να προχωρήσει στην στέρηση κάποιων δικαιωμάτων της. Η μεγιστοποίηση των διαδικαστικών διαστάσεων της λαϊκής κυριαρχίας (συμμετοχή, ανταγωνισμός και κάθετη λογοδοσία) μπορεί κάποιες φορές να αποδειχθεί κακή για την ελευθερία και την ισότητα. Έτσι μια δημοκρατία υψηλής ποιότητας δεν πετυχαίνει πάντα την υψηλότερη βαθμολογία για κάθε διάσταση της δημοκρατικής ποιότητας, αλλά αντίθετα παρουσιάζει μία ισορροπία δημοκρατικών αρετών οι οποίες βρίσκονται σε δυναμική σχέση μεταξύ τους. ‘Όπως έχει σημειώσει ο Guillermo O’Donnell, οι πολυαρχίες (ή αντίστοιχα οι ποιοτικές και ισχυρές δημοκρατίες) «αποτελούν την πολύπλοκη σύνθεση τριών ιστορικών ρευμάτων και παραδόσεων, της δημοκρατίας, του φιλελευθερισμού και του ρεπουμπλικανισμού». Υπό αυτό το πρίσμα, οι πολίτες και οι οργανώσεις τους συμμετέχουν και ανταγωνίζονται προκειμένου να επιλέξουν και να αντικαταστήσουν τους ηγέτες τους, καθώς επίσης να τους αναγκάσουν να ανταποκριθούν στις επιθυμίες τους. Αυτό αποτελεί το δημοκρατικό στοιχείο. Το φιλελεύθερο στοιχείο προστατεύει τα δικαιώματα των ατόμων κα των ομάδων μέσω του νόμου, με το ρεπουμπλικανικό (διαμέσου μη-αιρετών οργάνων οριζόντιας λογοδοσίας) να επιβάλλει την κυριαρχία του νόμου και να εξασφαλίζει το ότι οι δημόσιοι λειτουργοί εργάζονται υπέρ του δημόσιου συμφέροντος. Οι καλές δημοκρατίες εξισορροπούν και ενσωματώνουν τις τρεις διαφορετικές αυτές παραδόσεις. Επιπλέον, καταφέρνουν το παραπάνω με τον δικό τους μοναδικό συνδυασμό και θεσμικό σχεδιασμό, υπενθυμίζοντας μας πως η δημοκρατική ποιότητα είναι μία μη αυστηρά ορισμένη και πλουραλιστική ιδέα, η οποία διαμορφώνεται από τις κανονιστικές επιλογές της κάθε κοινωνίας.

Φυσικά παραμένουν επίμονα φιλοσοφικά και εμπειρικά ερωτήματα. Θα έχει ως αποτέλεσμα μία υψηλής ποιότητας δημοκρατία, αντίστοιχα υψηλής ποιότητας αποτελέσματα και την ικανοποίηση των πολιτών; Θα μπορούσε μία βελτίωση στην ποιότητα της δημοκρατίας να αναστρέψει την, σε πολλές χώρες, αύξουσα δυσαρέσκεια των δημοκρατικών πολιτών; Μία κυβέρνηση θα μπορούσε να πετυχαίνει υψηλές αποδόσεις στις οκτώ διαστάσεις της δημοκρατίας και παρόλα αυτά να μην ικανοποιεί πλήρως τους περισσότερους από τους πολίτες. Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για μία πληθώρα λόγων. Πρώτον, όπως σημειώσαμε και παραπάνω, οι πολίτες δεν μπορούν να ξέρουν πάντα ποια θα είναι τα αποτελέσματα των επιλεγμένων πολιτικών αποφάσεων, ακόμα και αυτών που όλοι συμφωνούν πως πρέπει να επιλεχθούν, όπως είναι η οικονομική ευμάρεια και σταθερότητα ή η ελαχιστοποίηση της ανεργίας. Δεύτερο, ζούμε σε μία εποχή και περιοχές που τα νέα και οι πληροφορίες φτάνουν στους πολίτες με πρωτοφανή ταχύτητα και έντονο ανταγωνισμό για επικοινωνιακή επικράτηση, δημιουργώντας μία ροπή προς τον εντυπωσιασμό και την αρνητική αποτύπωση στα ΜΜΕ. Έτσι οι αδυναμίες και οι αποτυχίες της δημοκρατίας εμφανίζονται περισσότερο συχνά και με πιο σκανδαλώδες τρόπο από ό,τι θα συνέβαινε μερικά χρόνια πριν. Τρίτον, όπως έχουμε ήδη τονίσει, η ανταποκρισιμότητα σε μία δημοκρατία είναι εγγενώς πολύπλοκη και πολυδιάστατη. Με την πληθώρα των διαφορετικών συμφερόντων εντός μίας κοινωνίας, ικανά να εκφράζονται με τόσους διαφορετικούς τρόπους, είναι αδύνατο σε μία κυβέρνηση να ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις και επιθυμίες. Η δημοκρατία έχει σχέση με τον ανταγωνισμό και την επιλογή, έτσι οι χαμένοι αναμένεται να είναι δυσαρεστημένοι, τουλάχιστον προσωρινά.

Ωστόσο, συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως τουλάχιστον ένας μέρος της παρούσας απογοήτευσης σχετικά με την δημοκρατία αφορά διαδικασίες και θεσμούς. Προέρχεται όχι μόνο από την αύξηση των δεδομένων και των πληροφοριών σχετικά με τις αστοχίες της δημοκρατίας, αλλά επίσης από τις αυξημένες προσδοκίες των πολιτών από την δημοκρατία όσο αφορά θεμελιώδη και διαδικαστικά θέματα, καθώς επίσης και την ευστοχία των αποτελεσμάτων της. Πιστεύουμε ότι αρμόζει στους δημοκρατικούς πολίτες, οι οποίοι είναι όλο και περισσότερο ενημερωμένοι και συνειδητοποιημένοι, να απαιτούν περισσότερους τρόπους συμμετοχής, μεγαλύτερη λογοδοσία, διαφάνεια και ανταγωνιστικότητα, ένα ισχυρότερο κράτος δικαίου, περισσότερη ελευθερία και ισότητα και περισσότερο ανταποκρίσιμη διακυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, πιστεύουμε πως η μακρά ιστορική εξέλιξη της δημοκρατίας είναι ενδεικτική του ότι, αν οι πολίτες υποστηρίξουν με ουσιαστικό τρόπο την επιθυμία για μία δημοκρατία υψηλότερης ποιότητας, αυτό σταδιακά – αν και ποτέ πλήρως – θα επιτευχθεί.”

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος

Η ποιότητα της δημοκρατίας (II)

“Οι παραπάνω ορισμοί της ποιότητας (δείτε την προηγούμενη ανάρτηση ‘Η ποιότητα της δημοκρατίας – Ι’) σημαίνουν πως μία ποιοτική δημοκρατία εξασφαλίζει στους πολίτες επαρκή ελευθερία, πολιτική ισότητα και έλεγχο επί των δημόσιων πολιτικών και του πολιτικού προσωπικού, μέσω της θεσμοθετημένης και έννομης λειτουργίας σταθερών θεσμών και ιδρυμάτων. Ένα τέτοιο καθεστώς θα ικανοποιεί τις προσδοκίες των πολιτών όσο αφορά την διακυβέρνηση (ποιότητα σύμφωνα με το αποτέλεσμα), θα επιτρέπει σε πολίτες, οργανώσεις και κοινότητες να απολαμβάνουν εκτενείς ελευθερίες και πολιτική ισότητα (ποιότητα σχετική με το περιεχόμενο) και θα παρέχει ένα γενικό πλαίσιο μέσω του οποίου το σύνολο των πολιτών θα είναι σε θέση να ελέγχει και να κρίνει την απόδοση της κυβέρνησης μέσω μηχανισμών όπως οι εκλογές, ενώ τα κυβερνητικά όργανα και οι κρατικοί λειτουργοί μπορούν να ελέγξουν ο ένας τον άλλο, τόσο νομικά όσο και συνταγματικά (ποιότητα σχετική με την διαδικασία).

Έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό μας και χωρίς να ξεχνάμε πως δεν υπάρχει απόλυτα αντικειμενικός τρόπος να εξετάσουμε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο προκειμένου να μετρήσουμε την δημοκρατική του ποιότητα, ορίζουμε οκτώ διαστάσεις (στοιχεία) στις οποίες οι διάφορες δημοκρατίες μπορούν να διαφοροποιούνται όσο αφορά την ποιότητα τους. Το κράτος δικαίου (rule of law), η συμμετοχή, ο ανταγωνισμός και η κάθετη μαζί με την οριζόντια λογοδοσία είναι διαστάσεις που σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά κυρίως αποτελούν μέρη της διαδικασίας, αφού αναφέρονται περισσότερο σε κανόνες και πρακτικές. Οι επόμενες δύο διαστάσεις είναι θεμελιώδεις: σεβασμός των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και σταδιακή αλλά και συνεχής μετάβαση σε πολιτικά πλαίσια μεγαλύτερης πολιτικής (και άρα κοινωνικής και οικονομικής) ισότητας. Η ανταποκρισιμότητα (responsiveness) αποτελεί την τελευταία διάσταση και γεφυρώνει την διαδικασία και το ουσιώδες μέσω της μέτρησης του πόσο λίγο, ή πολύ, οι δημόσιες πολιτικές (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι νόμοι, τα ιδρύματα και τα έξοδα) ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις και τις απαιτήσεις των πολιτών, όπως αυτές διαμορφώνονται μέσω των πολιτικών διεργασιών.

Κάθε μία από τις παραπάνω διαστάσεις μπορεί να διαφέρει στην μορφή μέσω της οποίας υλοποιείται θεσμικά, καθώς και στον βαθμό ανάπτυξης της. Η κατανόηση και η ερμηνεία αυτών των διαφορών απαιτούν δείκτες οι οποίοι αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο και σε ποιον βαθμό η κάθε διάσταση είναι παρούσα σε διαφορετικές χώρες αλλά και διαφορετικά μοντέλα μίας καλής δημοκρατίας. Τα αποτελέσματα των εμπειρικών δεδομένων θα καταστήσουν επίσης εφικτή την ανίχνευση των τάσεων της ποιότητας μίας δημοκρατίας, σε διαφορετικές χώρες και σε βάθος χρόνου, περιλαμβάνοντας επίσης την αποδοτικότητα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

Η πολυδιάστατη φύση του πλαισίου μας, και η αύξηση του αριθμού των δημοκρατιών οι οποίες αξιολογούνται, μας δίνουν μία πολύπλευρη αίσθηση της δημοκρατικής ποιότητας. Όπως θα εξηγήσουμε στην συνέχεια, δεν υπάρχουν μόνο ισχυροί δεσμοί, αλλά επίσης ανταγωνιστικοί μηχανισμοί ή ακόμα και εντάσεις μεταξύ των διάφορων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας. Έτσι, οι δημοκρατίες θα διαφέρουν μεταξύ τους στους κανονιστικούς συντελεστές βαρύτητας τους οποίους οι ίδιες θέτουν στις παραπάνω διαστάσεις (για παράδειγμα ελευθερία εναντίον ανταποκρισιμότητας). Δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να εξαχθεί ένα μοναδικό πλαίσιο δημοκρατικής ποιότητας, το οποίος να είναι σωστό και αληθές για όλες τις κοινωνίες.

Πλέον είμαστε σε θέση να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα τις οκτώ διαστάσεις της δημοκρατικής ποιότητας υπό τρία διαφορετικά πρίσματα: τον εμπειρικό ορισμό, τις συνθήκες που απαιτούνται προκειμένου η διάσταση να αναπτυχθεί και να ακμάσει, καθώς και τα μέσα με τα οποία συνήθως υπονομεύεται. Θα ξεκινήσουμε με τις πέντε διαδικαστικές διαστάσεις (procedural dimensions).

Κράτος δικαίου (rule of law). Όπως μας εξηγεί ο Guillermo O’Donnell, σε ένα κράτος δικαίου όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, κάτι το οποίο ισχύει για όλους με έναν δίκαιο και σταθερό τρόπο και εξασφαλίζεται από ένα δικαστικό σώμα. Οι νόμοι είναι σαφείς, γνωστοί σε όλους, καθολικοί, σταθεροί και χωρίς αναδρομική ισχύ. Ο O’Donnell ισχυρίζεται πως αυτό το οποίο κάνει το κράτος δικαίου μία απόλυτα αναγκαία δημοκρατική αρχή είναι ότι το νομικό σύστημα υπερασπίζεται τα πολιτικά δικαιώματα και τις διαδικασίες της δημοκρατίας, διατηρεί και υποστηρίζει τα ατομικά δικαιώματα και ενισχύει την εξουσία άλλων θεσμών οριζόντιας λογοδοσίας, οι οποίοι με την σειρά τους εξασφαλίζουν την νομιμότητα και την καταλληλόλητα των επιλογών όσων έχουν εκλεχθεί.

Το κράτος δικαίου είναι η βάση στην οποία στηρίζεται οποιαδήποτε άλλη διάσταση της δημοκρατικής ποιότητας. Στις ημέρες μας, είναι σίγουρο πως υπάρχουν στον κόσμο πολλές δεκάδες «ανελεύθερες δημοκρατίες», στις οποίες οι ανταγωνιστικές εκλογές και η λαϊκή συμμετοχή συνυπάρχουν με σημαντικές παραβιάσεις του νόμου και κατάχρηση εξουσίας. Έτσι, η έντονη ανελευθερία των καθεστώτων αυτών αναιρεί οποιονδήποτε δημοκρατικό χαρακτήρα. Ένα ασθενές κράτος δικαίου έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της συμμετοχής των πολιτών που ανήκουν στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, οι προσωπικές ελευθερίες δεν εξασφαλίζονται, οι ομάδες πολιτών δεν είναι σε θέση να οργανωθούν και να διαδώσουν τις θέσεις τους, όσοι διαθέτουν οικονομική ισχύ και οι καλά δικτυωμένοι απολαμβάνουν αδικαιολόγητα προνόμια, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσιών είναι ανεξέλεγκτες, ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι άδικος, οι ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να ελέγχουν τους εκλεγμένους και η γενικότερη ανταποκρισιμότητα, ως σημαντικό στοιχείο της δημοκρατίας, αποδυναμώνεται σε υψηλό βαθμό.

Οι περισσότερο σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη ενός κράτος δικαίου είναι οι εξής: διάδοση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αξιών τόσο ανάμεσα στους πολίτες όσο και μεταξύ των ελίτ, ισχυρή γραφειοκρατική παράδοση επάρκειας και αμεροληψίας, καθώς και επαρκή θεσμικά και οικονομικά μέσα. Οι παραπάνω συνθήκες είναι σπάνιες και ιδιαίτερα δύσκολο να δημιουργηθούν από το μηδέν, κάτι το οποίο δικαιολογεί το ισχνό κράτους δικαίου σε πολλές νεοπαγείς δημοκρατίες αλλά και σε αρκετές από τις παλαιότερες. Η καλύτερη προσέγγιση είναι ίσως η σταδιακή ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας, ισχύος και των εξουσιών της δικαστικής εξουσίας. Παρόλα αυτά, οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα, καμία οικονομική και εκπαιδευτική υποστήριξη (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε γενναίας εξωτερικής βοήθειας) δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει θετικά αν οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες δεν επιδείξουν πολιτική βούληση αλλά και τον απαραίτητο αυτοπεριορισμό. Αυτό, με την σειρά του, προϋποθέτει μία δραστήρια και καλά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, καθώς και τα απαραίτητα πολιτικά εργαλεία του δημοκρατικού ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι πολίτες να είναι σε θέση να απομακρύνουν τους πολιτικούς που αντιδρούν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Συμμετοχή. Κανένα καθεστώς δεν μπορεί να είναι δημοκρατικό αν δεν αναγνωρίζει σε όλους τους ενήλικες πολίτες του ουσιαστικά δικαιώματα σχετικά με την πολιτική συμμετοχή, στα οποία να συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα και το δικαίωμα να είναι οι ίδιοι υποψήφιοι. Όμως, μία καλή δημοκρατία θα πρέπει να εξασφαλίζει πως όλοι οι πολίτες μπορούν όντως να ασκήσουν τα παραπάνω δικαιώματα, προκειμένου να είναι σε θέση να επηρεάσουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Να είναι δηλαδή σε θέση να ψηφίσουν, οργανωθούν, συμμετέχουν σε συνελεύσεις, διαμαρτυρηθούν και να ασκήσουν πιέσεις υπέρ των συμφερόντων τους. Όσο αφορά την συμμετοχή, η δημοκρατική ποιότητα είναι υψηλή όταν μπορούμε να παρατηρήσουμε εκτεταμένη συμμετοχή των πολιτών, όχι μόνο μέσω των εκλογών αλλά και στην λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Επίσης οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τις πολιτικές που ακολουθούνται, να απολαμβάνουν μηχανισμούς ανοικτής επικοινωνίας, να έχουν την δυνατότητα να απαιτούν λογοδοσία από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους και την ευχέρεια να παρακολουθούν την συμπεριφορά των κρατικών λειτουργών μέσω της άμεσης και αδιαμεσολάβητης εμπλοκή τους στα πολιτικά ζητήματα σε τοπικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η συμμετοχή είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική ισότητα. Ακόμα και αν τα τυπικά δικαιώματα συμμετοχής ενός πολίτη τηρούνται, ανισότητες στους πολιτικούς πόρους μπορούν να εμποδίσουν άτομα από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα να ασκήσουν αυτά τους τα δικαιώματα. Έτσι, μία θεμελιώδης συνθήκη για ευρεία συμμετοχή σε μία καλή δημοκρατία είναι η μεγάλη έκταση της βασικής εκπαίδευσης και η εξάλειψη του αναλφαβητισμού, καθώς και μία ελάχιστη γνώση των δομών διακυβέρνησης και των πολιτικών ζητημάτων. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική, ως μία απαραίτητη συνθήκη, μία πολιτική κουλτούρα η οποία δίνει αξία στην συμμετοχή και την ίση αξία και αξιοπρέπεια του κάθε πολίτη. Το τελευταίο σημαίνει επίσης ανοχή στις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές και άρα την αποδοχή από ομάδες πολιτών και μεμονωμένα άτομα των ίσων έννομων δικαιωμάτων τόσο των μικρότερων κομμάτων όσο και των αντιπάλων τους.

Ανταγωνισμός. Προκειμένου να είμαστε σε θέση να μιλάμε για δημοκρατία, ένα πολιτικό σύστημα θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τακτικές, ελεύθερες και δίκαιες εκλογικές αναμετρήσεις, μεταξύ διαφορετικών πολιτικών κομμάτων. Βέβαια, οι δημοκρατίες διαφέρουν αρκετά όσο αφορά τον βαθμό του εκλογικού ανταγωνισμού και στοιχεία όπως η ανοικτή πρόσβαση στην εκλογική αρένα για νέες πολιτικές δυνάμεις, η ευκολία με την οποία οι εν ενεργεία πολιτικοί μπορούν να ηττηθούν και οι ίσες ευκαιρίες ανταγωνιστικών κομμάτων στην πρόσβαση των ΜΜΕ και στην οικονομική επιχορήγηση. Ανάλογα του εκλογικού συστήματος, οι δημοκρατίες μπορούν να διαφέρουν σημαντικά στον βαθμό εναλλαγής των πολιτικών προσώπων. Έτσι, αντιμετωπίζουμε μία κατάσταση ανταγωνιστικών μεταξύ τους διαστάσεων, στην οποία θα πρέπει να επιλέξουμε ποια από αυτές θα υποστηρίξουμε προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο της αυξημένης συμμετοχής. Τα εκλογικά συστήματα που βασίζονται στην αναλογική αντιπροσώπευση (απλή αναλογική) πετυχαίνουν σε ένα στοιχείο του εκλογικού ανταγωνισμού – εύκολη πρόσβαση στην εκλογική διαδικασία και το κοινοβούλιο για περισσότερα πολιτικά κόμματα – αλλά μόνο σε αντιδιαστολή με ένα άλλο στοιχείο του ανταγωνισμού που είναι η ευκολία στην εναλλαγή των πολιτικών δυνάμεων ή της αποτελεσματικότητας της εκλογικής διαδικασίας, αφού η παρουσία μεγάλου αριθμού κομμάτων, με σχετικά ορισμένη την εκλογική τους επιρροή, τείνει να παράγει μία σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού οι οποίες εμφανίζουν μία αξιοσημείωτη σταθερότητα όσο αφορά την σύνθεση των πολιτικών κομμάτων στο πέρας των ετών. Δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός και εκ των προτέρων τρόπος να αποφανθούμε για το ποιο σύστημα παράγει μία περισσότερο ποιοτική δημοκρατία (παρά το ότι ο Arend Lijphard θεωρεί πως τα αναλογικά εκλογικά συστήματα έχουν καλύτερες επιδόσεις στην ικανοποίηση άλλων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας, όπως είναι η δικαιότερη αντιπροσώπευση των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων).

Μία προϋπόθεση για ουσιώδη ανταγωνισμό είναι το νομικό και συνταγματικό πλαίσιο. Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η χρηματοδότηση των κομμάτων και των εκστρατειών τους είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την εκλογική τους επιτυχία. Έτσι, νεότερα κόμματα αλλά και υποψήφιοι δεν μπορούν να τους ανταγωνιστούν με ουσιαστικό τρόπο αν δεν υπάρχει μία δίκαιη αντιμετώπιση των παραπάνω. Ενώ υπάρχει έντονος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα νόμων οι οποίοι περιορίζουν τα έξοδα των πολιτικών εκστρατειών (σε έναν μεγάλο βαθμό επειδή εύκολα μπορούν να παρακαμφθούν), ένα ελάχιστο όριο δημόσιας χρηματοδότησης για τα σημαντικά κόμματα και ισχυρές απαιτήσεις σχετικά με την πλήρη και γρήγορη γνωστοποίηση όλων των δωρεών σε κόμματα και πολιτικές εκστρατείες φαίνονται να προωθούν μία ικανοποιητικότερη εκλογική δικαιοσύνη και ανταγωνισμό. Στα καθαρά πλειοψηφικά συστήματα (first-past-the-post), που ο νικητής παίρνει τα πάντα, ο τρόπος με τον οποίο ορίζονται οι εκλογικές περιφέρειες παίζει μεγάλο ρόλο στον εκλογικό ανταγωνισμό. Όπου τα πολιτικά σώματα έχουν το δικαίωμα να ορίσουν τις εκλογικές περιφέρειες με κριτήριο τα συμφέροντα τους (όπως συμβαίνει στις Η.Π.Α.), αναμένεται να το κάνουν με ένα τρόπο ο οποίος θα προωθεί τα μεγάλα κόμματα και τους εν ενεργεία πολιτικούς. Φυσικά, ο εκλογικός ανταγωνισμός εξαρτάται επίσης από την δίκαιη πρόσβαση στα ΜΜΕ, των πλουραλισμό της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης (αλλά και των απόψεων), μία διασπορά των οικονομικών πόρων στην κοινωνία και τον σεβασμό των πολιτικών δικαιωμάτων από μία ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Υπάρχει επίσης μία σημαντική διασύνδεση με την οριζόντια λογοδοσία, αφού το μόνο και πλέον ισχυρό σώμα, το οποίο μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία και την αμεροληψία (και έτσι τον ανταγωνισμό) μίας εκλογικής αναμέτρησης δεν μπορεί παρά να είναι μία ισχυρή και ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή.

Κάθετη λογοδοσία. Η λογοδοσία αποτελεί την υποχρέωση των εκλεγμένων πολιτικών να απαντούν σε ερωτήσεις σχετικά με τις πολιτικές αποφάσεις που πήραν, τόσο στους πολίτες όσο και σε συνταγματικά σώματα. Ο Andreas Schedler προτείνει τρεις κύριες λειτουργίες της λογοδοσίας: πληροφόρηση, αιτιολόγηση και τιμωρία (ή επανόρθωση). Τα παραπάνω περιγράφουν σε αδρές γραμμές τα στάδια μέσω των οποίων οι πολίτες ενημερώνονται για τις πολιτικές αποφάσεις, ακούν τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις από τους πολιτικούς αρχηγούς και αποφασίζουν για το αν θα τιμωρήσουν (συχνότερα με το να τους απομακρύνουν από την θέση τους) ή θα επιβραβεύσουν τους τελευταίους.

Αυτού του είδους η λογοδοσία ονομάζεται κάθετη αφού μοιάζει να διατρέχει «προς τα επάνω» το πολιτικό σύστημα, δηλαδή από τους πολίτες προς τους πολιτικούς. Όπως αναφέρει ο Philippe C. Schmitter, στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι αντιπρόσωποι (εκλεγμένοι και μη) παίζουν έναν κρίσιμο διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των πολιτών και όσων διαθέτουν εξουσία. Ο πολιτικός ανταγωνισμός και η συμμετοχή των πολιτών αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της κάθετης λογοδοσίας. Το ίδιο ισχύει για το γενικότερο πολιτικό ενδιαφέρον των πολιτών, την πληροφόρηση που λαμβάνουν και το ποσοστό συμμετοχής τους στις εκλογικές αναμετρήσεις. Την ίδια στιγμή, η κάθετη λογοδοσία απαιτεί πολιτικό ανταγωνισμό και κατανομή της ισχύος τα οποία να είναι αρκετά δίκαια ώστε να επιτρέπουν γνήσιες εναλλακτικές επιλογές σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα είναι σε θέση να παράγουν αλλαγές στις ακολουθούμενες πολιτικές ή τουλάχιστον, σοβαρές πιθανότητες για κάτι τέτοιο. Η εν σε εξελίξει διαδικασία ελέγχου, θέσης των ερωτημάτων και απαίτηση για κρίση μέσω της δράσης ομάδων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΜΕ, ομάδες ειδικών συμφερόντων, δεξαμενών σκέψης κ.α.) απαιτεί ελευθερία των παραπάνω ομάδων να λειτουργούν καθώς και ένα κράτος δικαίου το οποίο τις προστατεύει από εκφοβισμούς και αντίποινα.

Οριζόντια λογοδοσία. Η δημοκρατική ποιότητα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι διεργασίες μέσω των οποίων η κάθετη λογοδοσία λειτουργεί, απαιτεί επίσης δημόσιους λειτουργούς οι οποίοι συμπεριφέρονται με ορθό τρόπο και σύμφωνα με το νόμο, καθώς επίσης και να ελέγχονται για το αντίθετο, όχι μόνο από τους ψηφοφόρους, αλλά και από άλλους λειτουργούς και κρατικούς οργανισμούς οι οποίοι κατέχουν τις γνώσεις αλλά και την δικαιοδοσία για να παίξουν έναν τέτοιο ελεγκτικό ρόλο. Έτσι ονομάζουμε οριζόντια λογοδοσία την διαδικασία στην οποία ένα μέλος οποιουδήποτε επιπέδου διακυβέρνησης ελέγχεται από ένα άλλο μέλος, με μία λογική περισσότερο παράλληλου ελέγχου παρά ως μέρος μιας τυπικής σχέσης «εντολών και υπακοής» σε αυτές. Παραδείγματα οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ειδικά σώματα ελέγχου τα οποία ορίζονται από το κοινοβούλιο, τα δικαστήρια, δημόσιες ακροάσεις, επιτροπές πάταξης της διαφθοράς, μία κεντρική τράπεζα, μία ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή, ένας συνήγορος του πολίτη ή διαμεσολαβητής μεταξύ του πολίτη και του κράτους ή ποικίλα άλλα σώματα των οποίων η αποστολή είναι να ελέγχουν εξονυχιστικά και να περιορίζουν την ισχύ αυτών που κυβερνούν.

Η δύναμη της οριζόντιας λογοδοσίας στηρίζεται περισσότερο από όλα στο νομικό σύστημα, το οποίο οφείλει να στηρίζει με τους κατάλληλους πόρους την εργασία που απαιτείται για τον έλεγχο και τις ισορροπίες από άλλες δημόσιες οντότητες οι οποίες είναι ανεξάρτητες από την κυβέρνηση και δεν βρίσκονται σε μία ανταγωνιστική σχέση με αυτή. Οι θεσμοί και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν τα ίδια ένα σύστημα, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν οι θεσμικές του δυνατότητες, η εκπαίδευση αλλά και η ηγεσία του αποδεικνύονται ταυτόχρονα ικανές, δραστήριες αλλά και υπεύθυνες. Όπως ο νόμος, έτσι και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας μπορούν να αποτελέσουν όπλο ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους, χάνοντας όμως έτσι την αξιοπιστία και φερεγγυότητα τους εντός του θεσμικού πλαισίου το οποίο συναποτελούν.”

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος

Η ποιότητα της δημοκρατίας (I)

Μιλώντας για δημοκρατία και προκειμένου να εξετάσουμε το μοναδικό όσο και πολυσύνθετο αυτό φαινόμενο με την σοβαρότητα και την προσοχή που του (και μας) αξίζει, είναι απόλυτα χρήσιμο και αναγκαίο να προσπαθήσουμε να βάλουμε σε μια απλή αλλά ταυτόχρονα ισχυρή βάση, ένα πλαίσιο αναφοράς, το τι είναι η δημοκρατία και το πως μπορεί να αποτιμηθεί η ποιότητα της.

Ακόμα και αν κάποιος προσεγγίσει την παραπάνω εργασία με ένα μη ριζοσπαστικό ή ακόμα και συντηρητικό τρόπο, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν και κυρίως η αναγκαιότητα που αναδύεται για περισσότερη δημοκρατία.

Μία ενδιαφέρουσα προσπάθεια να οριοθετηθούν και καταγραφούν τα παραπάνω είναι και η εργασία των Leonardo Morlino και Larry Diamond την οποία θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε περιληπτικά σε αυτό αλλά και σε επόμενα κείμενα.

Μία εισαγωγή στην ποιότητα της δημοκρατίας

Με την επικράτηση της δημοκρατίας τις τελευταίες δεκαετίες, το μεγάλο ερώτημα μεταξύ των ακαδημαϊκών, των πολιτικών και των ακτιβιστών μετατοπίζεται από το πως συνέβη η μετάβαση αυτή στο ποια είναι τα χαρακτηριστικά των νέων δημοκρατικών καθεστώτων. Πως μπορούμε να αποτιμήσουμε – και αν χρειάζεται να βελτιώσουμε – την ποιότητα μίας δημοκρατικής διακυβέρνησης; Από αυτή την θεωρητική τάση, τις μεθοδολογικές καινοτομίες και την εμπειρική έρευνα πηγάζουν οι ακόλουθες αντιλήψεις:

1) Η εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι ηθικά ορθή, ίσως ακόμα και απολύτως επιβεβλημένη

2) Μεταρρυθμίσεις υπέρ της βελτίωσης της δημοκρατίας είναι απαραίτητες αν επιθυμούμε αυτή να επιτύχει ευρύτερη και διαρκή αποδοχή, μέσω της οποίας θα καταφέρει να εδραιωθεί και

3) Ακόμα και όσες δημοκρατίες έχουν μακρά ιστορία είναι απαραίτητο να προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα τους επιτρέπουν να επιλύουν τα συσσωρευμένα από τον χρόνο προβλήματα και να αντιμετωπίζουν έτσι την λαϊκή δυσαρέσκεια και απογοήτευση.

Στην προσπάθεια αποτίμησης μίας δημοκρατίας υπάρχει τεράστιος χώρος για αντιπαραθέσεις. Καταρχάς, ποιος μπορεί να εκτιμήσει αν μία δημοκρατία είναι «καλή» ή «υψηλής ποιότητας»; Μπορεί να υπάρξει μία παγκόσμια συμφωνία όσο αφορά τα παραπάνω; Πως η προσπάθεια μας να εξετάσουμε την ποιότητα της δημοκρατίας, θα μπορούσε να αποφύγει τα πατερναλιστικά μοντέλα στα οποία οι παλαιότερες δημοκρατίες φαντάζουν ως ισχυρά μοντέλα τα οποία δεν χρήζουν επανεξέτασης; Με ποιον τρόπο η εκτίμηση της ποιότητας μίας δημοκρατίας θα μπορούσε να είναι χρήσιμη σε πολιτικούς αναμορφωτές, ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και όλους όσους επιθυμούν να βρουν πρακτικούς τρόπους να βελτιώσουν την δημοκρατία; Αυτές είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις οι οποίες απασχολούν αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο μελέτης.

Θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα στοιχεία ποιότητας μίας δημοκρατίας (ελευθερία, κράτος δικαίου, κάθετη λογοδοσία, ικανότητα απόκρισης, ισότητα) καθώς και την σχέση που έχουν με τα υπόλοιπα στοιχεία, πιθανούς δείκτες για την μέτρηση των στοιχείων ποιότητας, τον προσδιορισμό των μηχανισμών με τους οποίους το κάθε στοιχείο μπορεί να υπονομεύεται στον πραγματικό κόσμο και την πρόταση (όπου αυτό είναι δυνατόν) πολιτικών πρακτικών. Το πλήρες πλαίσιο περιλαμβάνει οκτώ στοιχεία, τα πέντε που αναφέρθηκαν παραπάνω, συν το επίπεδο συμμετοχής, την ύπαρξη ανταγωνισμού και την οριζόντια λογοδοσία. Άλλοι δείκτες – στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνουν την διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της αντιπροσώπευσης. Οι διαφορετικές πλευρές μιας ποιοτικής δημοκρατίας αλληλοκαλύπτονται, αλλά, παρόλα αυτά, επιλέξαμε τις τελευταίες δύο ως μέλη των βασικών μας στοιχείων.

Προσπαθήσαμε επίσης να προσδιορίσουμε μερικούς από τους τρόπους με τους οποίους τα στοιχεία μιας ποιοτικής δημοκρατίας όχι μόνο επικαλύπτονται αλλά και αλληλεξαρτώνται, σχηματίζοντας ένα σύστημα στο οποίο η βελτίωση ενός στοιχείου (όπως για παράδειγμα της συμμετοχής) μπορεί να έχει επωφελή αποτελέσματα σε άλλα (όπως η ισότητα και η λογοδοσία). Παρόλα αυτά, την ίδια στιγμή, μπορούν να υπάρξουν ανταγωνιστικές τάσεις (trade-offs) μεταξύ των στοιχείων ποιότητας μιας δημοκρατίας, κάτι το οποίο κάνει αδύνατη την μεγιστοποίηση όλων των στοιχείων ταυτόχρονα.  Με αυτή την λογική, κάθε δημοκρατική χώρα θα πρέπει να προχωρήσει σε ιδιαίτερες (σύμφωνες με τα μοναδικά χαρακτηριστικά της) και προσανατολισμένες σε συγκεκριμένες αξίες επιλογές σχετικά με το είδος της δημοκρατίας το οποίο επιθυμεί να δημιουργηθεί.

Το να μιλάμε για μία «καλή» ή «ποιοτική» δημοκρατία προϋποθέτει να γνωρίζουμε τι είναι μια δημοκρατία. Έτσι, κατ’ ελάχιστον, μια δημοκρατία απαιτεί:

1) καθολικό δικαίωμα ψήφου όλων των ενηλίκων

2) τακτικές, ελεύθερες, ανταγωνιστικές και δίκαιες εκλογές

3) περισσότερα από ένα σημαντικά κόμματα και

4) εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης

Αν οι εκλογές είναι πραγματικά ελεύθερες και δίκαιες, θα πρέπει να υπάρχει ένας βαθμός ατομικών και πολιτικών ελευθεριών πέρα από την εκλογική διαδικασία, ο οποίος θα επιτρέπει στους πολίτες να οργανώνονται και να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και συμφέροντα. Αν μία χώρα ικανοποιεί τις παραπάνω προϋποθέσεις, επιπρόσθετη εμπειρική ανάλυση μπορεί να απαντήσει στο κατά πόσο επιτυγχάνει τους τρεις βασικούς σκοπούς μίας ιδανικής δημοκρατίας, δηλαδή τον σεβασμό και την διεύρυνση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την λαϊκή κυριαρχία (έλεγχος επί των ακολουθούμενων πολιτικών, καθώς και επί των πολιτικών που τις επιλέγουν) και την πολιτική ισότητα (στα παραπάνω δικαιώματα και ισχύ), καθώς και άλλα ευρύτερα χαρακτηριστικά μίας χρηστής διακυβέρνησης (όπως η διαφάνεια, η νομιμοφροσύνη και η αρχή της αρμοδιότητας). Επιπρόσθετα του ορισμού της «δημοκρατίας», οφείλουμε να ορίσουμε με ξεκάθαρο τρόπο την «ποιότητα». Μία έρευνα της χρήσης του όρου στα πεδία της βιομηχανικής παραγωγής και του μάρκετινγκ μας δίνει τρεις διαφορετικές έννοιες της ποιότητας, κάθε μία με διαφορετικές συνεπαγωγές όσο αφορά την εμπειρική έρευνα.

Διαδικασία: ένα «ποιοτικό» προϊόν είναι αποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης, ακριβούς και ελεγχόμενης διαδικασίας, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με λεπτομερείς και επαναλαμβανόμενες μεθόδους και χρονικά διαστήματα.

Περιεχόμενο: η ποιότητα ενυπάρχει στα δομικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος , όπως είναι ο σχεδιασμός του, τα υλικά από τα οποία αποτελείται και η λειτουργία του.

Αποτέλεσμα: η ποιότητα ενός υλικού ή μίας υπηρεσίας είναι έμμεσα συνδεδεμένη με τον βαθμό ικανοποίησης του πελάτη, ανεξάρτητα από τον τρόπο που παράγεται ή το πραγματικό του περιεχόμενο.”

Έχουμε λοιπόν μία εύληπτη και μάλλον συντηρητική εισαγωγή η οποία περιγράφει τα απολύτως απαραίτητα στοιχεία μίας δημοκρατίας (και τα οποία προφανώς από μόνα τους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την λαϊκή κυριαρχία), καθώς και μία πρώτη προσέγγιση όσο αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αποτιμήσουμε γενικότερα την ποιότητα.

Στο επόμενο κείμενο θα δούμε αναλυτικότερα το πως οι Morlino και Diamond εξετάζουν την ποιότητα μίας δημοκρατίας.

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος