Η Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ

Επίκαιρη ανάγκη η Ριζική Συνταγματική Αλλαγή από τον Λαό [απόφαση της Ολομέλειας της 28-9-2015 της «Π»] Τον Ιανουάριο του 2012 ένας μικρός αριθμός πολιτών συγκροτήσαμε την «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» σαν ώριμη συνέχεια και μετεξέλιξη της λαϊκής αγανάκτησης που είχε ξεσπάσει το καλοκαίρι του 2011 ενάντια στο πολιτικό σύστημα... Κάντε κλικ εδώ για να την διαβάσετε
Πατώντας το παραπάνω εικονίδιο θα μπείτε σε ιστοσελίδα με όλα τα άρθρα του ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Συντάγματος. Σε κάθε άρθρο έχει ενσωματωθεί η ΠΡΟΤΑΣΗ της Πρωτοβουλίας μας. Κάτω από κάθε άρθρο γράφετε τα σχόλιά σας ή προτάσεις αλλαγής του. Ο στόχος είναι να διαμορφωθεί το προσχέδιο ενός νέου Συντάγματος. _______________
 Σχολιασμός άρθρων ισχύοντος Συντάγματος

livestream κανάλι της Πρωτοβουλίας

Το θεσμικό αδιέξοδο και η αναγκαιότητα για νέο Σύνταγμα

Αν ζούσε σήμερα ο Νίτσε θα διαμήνυε με περισσή σιγουριά πως «ο θεός των Ελλήνων έχει πεθάνει». Δυστυχώς, ο μεγάλος ασθενής της Ευρώπης έχει υποστεί πολιτικό έμφραγμα του μυοκαρδίου, την ίδια στιγμή που οι όποιες προσπάθειες επίτευξης ενός μεταρρυθμιστικού “bypass” φαντάζουν ατελέσφορες μπροστά στον εκκωφαντικό ήχο του επιθανάτιου ρόγχου της ελληνικής οικονομίας.

Η ίδια η καθημερινή πρακτική επιβεβαιώνει άλλωστε πως ο κρατικός μηχανισμός είναι ανήμπορος να διευθετήσει ζητήματα στοιχειώδους κοινωνικής αναγκαιότητας, όπως τον εκσυγχρονισμό των δημοσίων δομών, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την προώθηση της μηχανοργάνωσης, την αξιολόγηση των κρατικών λειτουργών και την ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού πανεπιστημίου. Όποια πέτρα κι αν σηκώσει κανείς θα διαπιστώσει πως «κάτι σάπιο υπάρχει στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας», σε μια μεταφορά της σαιξπηρικής τραγωδίας στο θέατρο της σύγχρονης Ελλάδας, με πρωταγωνιστή το ίδιο το πολιτικό της σύστημα.

Ανατρέχοντας κανείς στην ελληνική συνταγματική ιστορία διαπιστώνει -δίχως την παραμικρή δυσκολία- πως από το οθωνικό Σύνταγμα του 1844 έως και την τελευταία αναθεώρηση του 2008, ο θεμέλιος λίθος του δημοκρατικού μας πολιτεύματος εμπεριέχει ουκ ολίγες αναχρονιστικές διατάξεις και περιορισμούς που παραπέμπουν σε σκοτεινές εποχές του τόπου. Ενδεικτικά, η θεμελίωση ενός ιδιότυπου καθεστώτος ασυλίας του πολιτικού προσωπικού μέσω των σκανδαλωδών διατυπώσεων των άρθρων 62 και 86 Σ., αποδεικνύει με τον πλέον εξόφθαλμο τρόπο πως το πολιτικό σύστημα της χώρας κινείται -κι επισήμως- εκτός κράτους δικαίου. Συγχρόνως, η αρχή διάκρισης των λειτουργιών -όπως προβλέπεται από το άρθρο 26 Σ.- υπονομεύεται ευθέως και κατ’ εξακολούθηση από τις εν λόγω διατάξεις, καθώς νομοθετική και εκτελεστική εξουσία υφαρπάζουν τη δικαιοδοτική αρμοδιότητα της δικαστικής, εδραιώνοντας ουσιαστικά το ακαταδίωκτο των πολιτικών από την τακτική δικαιοσύνη.

Σε ένα τόσο ρευστό πολιτικό πεδίο, στο οποίο κάθε βήμα προς τα εμπρός ενδέχεται να βυθιστεί μέσα στην κινούμενη άμμο των μικροκομματικών επιδιώξεων, είναι άξιο απορίας το εξής· ποιος θα είναι εκείνος ο ανιδιοτελής φορέας που θα εγγυηθεί και θα υπαγορεύσει τις συνταγματικές προτεραιότητες ενός ολόκληρου έθνους; Σίγουρα όχι το πολιτικό προσωπικό κατά μόνας. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποκλειστικά και μόνον από τη Βουλή θα αποτελούσε δίχως αμφιβολία ταφόπλακα στην όποια σοβαρή προσπάθεια για μεταρρυθμιστική αναμόρφωση της χώρας. Κατά το στάδιο λοιπόν της προπαρασκευής ενός νέου Καταστατικού Χάρτη, οι αναγκαίες προεργασίες οφείλουν να λάβουν χώρα υπό την αδέσμευτη σκέπη ενός θεσμού εγνωσμένου κύρους και κορυφαίας κοινωνικής ευθύνης, όπως μεταξύ άλλων η Ακαδημία Αθηνών και η Ένωση Δικαστών. Το προϊόν ενός τέτοιου πρωτόγνωρου εγχειρήματος στα πολιτικά χρονικά της χώρας θα αποτελούσε αδιαμφισβήτητα κορυφαία έκφραση της συνταγματικά κατοχυρωμένης από το άρθρο 1 Σ. αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Μόνον λοιπόν μια τέτοια υπερεθνική πρωτοβουλία εκ μέρους πολιτικού προσωπικού, επιστημόνων, πνευματικών ανθρώπων και αρίστων ολκής θα ήταν σε θέση να κομίσει μια σύγχρονη πρόταση επαναπροσδιορισμού του δημόσιου βίου κι επανιεράρχησης των κοινωνικών προτεραιοτήτων, ικανής να συνθέσει ένα νέο εθνικό αφήγημα για τον τόπο. Αλλά προπάντων θα ωθούσε σύσσωμο το πολιτικό σύστημα προς την ολιστική αυτοΐασή του, μέσω της έκτακτης προσφυγής στη συντακτική κι όχι στην αναθεωρητική διαδικασία· διότι ποια κυβερνητική πλειοψηφία, ποιος πολιτικός αρχηγός ή βουλευτής θα τολμούσε να καταψηφίσει ένα σχέδιο Συντάγματος που έχει προκύψει από Συντακτική Βουλή κι έχει ωριμάσει μέσα στους κόλπους της κοινωνίας, διαθέτοντας ως εκ τούτου την απόλυτη νομιμοποίηση;

Για να τρέξει λοιπόν ανεμπόδιστα το νερό στον μύλο των κρίσιμων μεταρρυθμίσεων απαιτείται αυτή η υπερκομματική και διευρυμένη συνεργασία μεταξύ κοινοβουλευτικών και εξωκοινοβουλευτικών παραγόντων για την εκπόνηση νέου Συντάγματος. Με άλλα λόγια, πριν από οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια χρειαζόμαστε την μεταφορά του «παιχνιδιού» σε καινούργιο γήπεδο με βασικό παίκτη ένα νέο θεσμικό πλαίσιο· ένα εξ’ υπαρχής νέο κοινωνικό συμβόλαιο προσαρμοσμένο στις απαιτήσεις της παρούσας ιστορικής συγκυρίας, το οποίο και θα αναγάγει την κοινωνική ευημερία των «πολλών» σε αναγκαία προϋπόθεση ως προς τη λήψη πολιτικών αποφάσεων εκ μέρους των «ολίγων».

Προκειμένου λοιπόν να οικοδομηθεί κράτος δικαίου, η ελληνική κοινωνία διερχόμενη δια πυρός και ύδατος καλείται αυτή τη φορά να αντιμετωπίσει την επικείμενη καταστροφή όχι ως συμφορά ή εφιάλτη, αλλά ως μια μοναδική ευκαιρία για αλλαγή σελίδας. Άλλωστε, όπως έλεγε κι ένας εκ των κορυφαίων διανοητικών εκπροσώπων της γενιάς του ’30, ο Γεώργιος Θεοτοκάς, «μπορεί τώρα να είμαστε τσακισμένοι, μαραμένοι, χαμένοι, μέσα στον κυκεώνα της σύγχρονης ζωής· κανείς να μην περιμένει κάτι καλό από την Ελλάδα, καμιά ελπίδα να μην χαράζει πουθενά· η στιγμή αυτή βέβαια είναι μια θαυμάσια στιγμή».

Αρκεί να τολμήσουμε την πολυπόθητη φυγή προς τα εμπρός, εγκαταλείποντας ό,τι μας κρατάει δέσμιους μιας κοινωνίας που παραπαίει μέσα στο χτες. Αντέχουμε;

Αλέξανδρος Χαρατσής, Δικηγόρος, Μεταπτυχιακό Δίπλωμα στο Ναυτικό Δίκαιο, Υπ. Διδάκτωρ Διεθνούς Δικαίου της Ενέργειας

Επιστολή του Δημ.Α.Σιδερή προς την ΠΡΣΑ.

Κάθε πλήρες σύστημα επεξεργασίας σημάτων έχει είσοδο, έξοδο και μηχανισμό που αφενός μεταφράζει τα σήματα εισόδου σε σήματα εξόδου και αφετέρου ταλαντώνεται, έτσι που παράγει σήματακαι απλώς με το πέρασμα του χρόνου. Τέτοιο σύστημα είναι και η ανθρώπινη «ψυχή», είτε θνητή είτε αθάνατη θεωρείται. Ο Πλάτων είχε διαπιστώσει τα τρία στοιχεία, ως γνωστικό, βουλητικό και συναισθηματικό. Παραδόξως, η περιοδικότητά του συστήματος δεν είχε παρατηρηθεί, ώσπου την πρόσεξαν ο Έγελος και ο Μαρξ, που μίλησαν για μια έλιξη με «θέση», «αντίθεση», «σύνθεση», ενώ ο VanderPol περιέγραψε τους νόμους της ταλάντωσης χάλασης, που διαθέτει και αυτοματισμό (περιοδικότητα) σαν την έλιξη και διεγερσιμότητα. Το συναίσθημα και η βούλησή μας λοιπόν διεγείρονται και από εξωγενή ερεθίσματα και αυτόματα σαν ταλάντωση. Όσα περιέγραψα ισχύουν σε όλα τα ζώα. Ο άνθρωπος όμως διαθέτει και δευτεροβάθμια νόηση. Το γνωστικό της στοιχείο αντιστοιχεί στη συνείδηση της ψυχολογίας και το συναισθηματικό και βουλητικό (θυμικό) στο υποσυνείδητο της ψυχανάλυσης. Χάρη στη δευτεροβάθμια νόησή του ο άνθρωπος ενεργεί όχι μόνο από κάποιες αιτίες από το παρελθόν, όπως όλα τα ζώα, αλλά και για κάποιους σκοπούς στο μέλλον. Οι περισσότεροι από εμάς ενεργούμε με βάση τις αιτίες. Οι όποιοι σκοποί μας είναι βραχυπρόθεσμοι. Θαυμάζομε άτομα που μπορούν να ονειρεύονται για το μέλλον, και τους θεωρούμε ηγέτες. Πώς ενεργούν αυτοί; Αρχίζουν από ένα όνειρο. Όνειρα πλάθομε όλοι μας. Τα όνειρα, ως άλογες επιθυμίες, έρχονται μόνα τους είτε από εξωτερικά ερεθίσματα είτε αυτόματα. «Όποιος πεινά, ψωμιά θωρεί». Τα θαυμαστά άτομα που λέγαμε, επιλέγουν κάποια από τα όνειρά τους απορρίπτοντας τα υπόλοιπα. Η προσοχή τους εστιάζεται στο όνειρο, οξύνει τις αισθήσεις τους που το παρατηρούν και αρχίζουν να το διαμορφώνουν σε ρεαλιστικό σχέδιο. Κάνουν ενεργητική έρευνα για να συμπληρωθούν τα κομμάτια που λείπουν από το παζλ του ονείρου, για να γίνει ολοκληρωμένο σχέδιο. Και αρχίζει τότε η επιδίωξη της υλοποίησής του. Τα παραπάνω έχουν ισχύ όχι μόνο στα άτομα, αλλά και στην κοινωνία. Καθένας έχει διαφορετικές ανάγκες,επιθυμίες, σκοπούς, κίνητρα. Στο πλήθος όλων όμως υπάρχουν κάποια κοινά, αντιστοιχώντας στον «κοινό νου και κοινή βούληση», που μπορεί να μην διαθέτεικανένας μόνος του. Όσοι τυχαίνει να έχουν ηγετικές ικανότητες έχουν σχέδια που πλησιάζουν τον κοινό σκοπό όλων και αυτούς ακολουθεί ο λαός. Η σειρά ακολουθεί τυπικά μια μεθοδολογία. Πρώτο στάδιο είναι ο σχηματισμός του αντικειμενικού στόχου, του σχεδίου που λέγαμε. Αυτό πρέπει να είναι τόσο λεπτομερές, που να περιλαμβάνει και κριτήρια της επιτυχίας του. Θα ακολουθήσει ο προγραμματισμός, με ποιες διαδικασίες θα επιτευχθεί ο στόχος και στη συνέχεια με ποιες διαδικασίες θα αξιολογηθεί αν πέτυχε. Στο σημείο αυτό τελειώνει το επιτελικό μέρος ερήμην του αντικειμένου του και αρχίζει το εκτελεστικό. Εφαρμόζεται το πρόγραμμα για την επίτευξη του στόχου και στη συνέχεια για την αξιολόγησή του. Φυσικά, επιτελικό και εκτελεστικό μέρος δεν διαχωρίζονται πλήρως. Για να είναι υλοποιήσιμο το σχέδιο, οφείλει να εστιάζεται όπου διασταυρώνονται ανάγκες, διαθέσιμοι πόροι, υπάρχουσα τεχνογνωσία. Τέτοιοι στόχοι για την Ελλάδα θα μπορούσαν να είναι π.χ. η εκμετάλλευση του φυσικού ενεργειακού πλούτου της, ανέμων, ήλιου, κυμάτων, στις στεριές και στα 3000 νησιά μας (τα περισσότερα σήμερα ακατοίκητα), αλλά και της γεωγραφικής ανομοιομορφίας της χώρας μας που μας επιτρέπει να καλλιεργούμε ποικιλία φυτών, ζώων, στεριανών και θαλασσινών. Τεχνογνωσία υπάρχει επαρκής, που αυτή τη στιγμή διαρρέει στο εξωτερικό. Για τον προγραμματισμό θα απαιτηθούν κεφάλαιο και εργασία. Αν για το κεφάλαιο δεν μπορεί να υπάρξει συμφέρων δανεισμός, θα χρειασθεί να εκδοθεί πλαστικό ή χάρτινο «κουπόνι» ανταλλάξιμο, όχι με Ευρώ, δολάριο ή άλλο νόμισμα, αλλά με το προϊόν της ανάπτυξης. Όσο για την εργασία, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό ότι θα γίνουν μεγάλες θυσίες τόσο των εργαζομένων, όσο και των επενδυτώνπου θα πρέπει όλοι να δεχθούν το «κουπόνι» ως τεκμήριο δανεισμού. Η αξιολόγηση θα ακολουθήσει, με εξαργύρωσή των «κουπονιών» αν οι στόχοι πέτυχαν ή επιστροφή τους από επενδυτές και εργαζόμενους που δεν ικανοποίησαν τα προδιαγεγραμμένα κριτήρια. Η επιβολή των δυσβάστακτων παραπάνω μέτρων μπορεί να γίνει είτε από μια δικτατορία ή από μια δημοκρατία. Η δικτατορία έχει το μειονέκτημα ότι είναι χωρίς έξοδο. «ΚΑΛΟΝ ΧΩΡΙΟΝ Η ΤΥΡΑΝΝΙΣ, ΑΛΛ΄ ΟΥΚ ΕΧΕΙ ΑΠΟΒΑΣΙΝ», είπε ο Σόλων όταν του πρότειναν να γίνει τύραννος. Η δημοκρατία μπορεί να είναι εξίσου αμείλικτη όσο μια δικτατορία, αλλά, επειδή στηρίζεται στην έγκριση του λαού, έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει με αυστηρή επίβλεψη (αξιολόγηση) μάλλον παρά με βία. Στην Ελλάδα οι δικτατορίες είχαν κακή έκβαση με εθνικές συμφορές, έστω και αν για βραχύ διάστημα είχαν επιμέρους επιτυχίες. Δημοκρατία δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, μετά την αρχαιοελληνική περίοδο. Η μετάβαση από την τρέχουσα ολιγαρχία (respublica),που καταχρηστικά ονομάζομε «προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία, σε δημοκρατία είναι δύσκολη, κυρίως από αντίθεση των πολιτικών, ντόπιων και ξένων. Τα μεταβατικά πολιτικά στάδια περιλαμβάνουν τα ίδια βήματα που αναφέραμε: Ένα πολιτικό όνειρο του καθενός που συζητώντας ολοένα περισσότερο καταλήγει σε κοινό πολιτικό σχέδιο, που σημαίνει πρώτιστα ευρέως αποδεκτό Σύνταγμα. Προγραμματισμός για την υλοποίηση του σχεδίου. Πυροδότης μπορεί να είναι η αποχή. Λευκή ψήφος σημαίνει ότι δεν μας κάνει κανένας από τους πολιτικούς. Αποχή σημαίνει ότι απορρίπτομε το σύστημα. Απόρριψη του συστήματος χωρίς προΰπαρξησχεδίου σημαίνει αναρχία, δικτατορία, εμφύλιο και ό,τι απρόβλεπτο μπορεί κανένας να σκεφτεί. Μια αποχή σαφώς πάνω από 50% κάνει συνειδητό σε όλους, συμπαρασύροντάς τους, ότι η «επανίδρυση του κράτους», που υποσχέθηκε ένας πολιτικός μας χωρίς να την επιχειρήσει, είναι αναπόδραστη ανάγκη. Θα ακολουθήσει κλιμακούμενη πίεση, αντιπαράθεση επιχειρημάτων, διαδηλώσεις, συλλαλητήρια, απεργίες, άλλες κλιμακούμενες πράξεις. Η αντιμετώπιση τέτοιων εκδηλώσεων με κρατική βία πολλαπλασιάζει τη βία, με υλικές καταστροφές, βλάβες προσώπων, θερμή βία. Ο ρόλος του ηγέτη είναι μεγάλος. Όχι μόνο ταυτίζει τη βούλησή του με τον κοινό σκοπό, αλλά και διαθέτει τη φιλοδοξία να ηγείται. Οι περισσότεροι πολιτικοί διαθέτουν μόνο το τελευταίο και, όταν αποκτήσουν εξουσία, δεν ξέρουν παρά μόνον όσα χρειάζονται για να επανεκλεγούν. Ανάμεσα στο πλήθος, κατά κανόνα αναδεικνύονται οι πραγματικοί ηγέτες. Κινδυνεύουν να γίνουν μάρτυρες:P.Lumumba, M.L.King, O.Palme, Ρ. Φερραίος, Ν.Μανδηλαράς κλπ. Υπάρχουν όμως και τα επιτυχημένα παραδείγματα: G.Washington,В.Ле́нин,M.Gandhi,N.Mandelaκλπ. Οι κοινοί θνητοί μπορούμε αυτή τη στιγμή τουλάχιστον να προβάλουμε συζητώντας τα όνειρα/σχέδιά μας («τι να κάνουμε;») μάλλον παρά να γκρινιάζουμε αντίκρυ στην τηλεόραση και να αναρωτιόμαστε ποιος φταίει και πώς να τιμωρηθεί

Δημ. Α, Σιδερής, ομ. καθηγητής καρδιολογίας, dimitris.sideris@gmail.com

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

Η πρωτοβουλία μας με την 2η ανοικτή επιστολή για ένα νέο Σύνταγμα, (#Σύνταγμα πολιτών ) την οποία εξέδωσε μαζί με άλλες οργανώσεις πολιτών, είχε προειδοποιήσει από τον Δεκέμβριο 2016 μεταξύ άλλων ότι « η διενέργεια δημόσιου διαλόγου για το Σύνταγμα θα είναι προσχηματική εάν δεν πληροί τις στοιχειώδεις αρχές της ελεύθερης συμμετοχής των ενημερωμένων πολιτών, της ισηγορίας, του μη περιορισμού των συνταγματικών θεμάτων προς συζήτηση, της δημόσιας πρόσβασης στα δεδομένα, της διαφάνειας, της αντικειμενικής καταγραφής των απόψεων από ανεξάρτητη αρχή και της λογοδοσίας.»

Ήδη ο διάλογος  μέσα από την  ιστοσελίδα της Επιτροπής διαλόγου για το Σύνταγμα (http://www.syntagma-dialogos.gov.gr ), που ξεκίνησε πρόσφατα :

Α. Διενεργείται χωρίς καμία προηγούμενη ενημέρωση των πολιτών εντός ασφυκτικής προθεσμίας που λήγει την 1η Απριλίου 2017 με αποτέλεσμα οι πολίτες να μην γνωρίζουν καν ότι καλούνται να καταθέσουν τις προτάσεις τους για την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Β. Ακόμη και εάν θεωρηθεί υπό τις παραπάνω συνθήκες μη ενημέρωσης ότι πληρούται το κριτήριο της ελεύθερης συμμετοχής, είναι προβληματική η ύπαρξη του κριτηρίου της ισηγορίας, όχι μόνο διότι στην ιστοσελίδα υπάρχει μέχρι στιγμής επιλεκτική ανάρτηση συνταγματικών προτάσεων, άρθρων και βιβλίων, αλλά και διότι στα σχετικά ερωτηματολόγια υπάρχει κλειστός αριθμός απαντήσεων χωρίς δυνατότητα να προσθέσει ο πολίτης άλλη πρόταση εάν δεν τον εκφράζουν οι προβλεπόμενες παρά μόνο ως σχόλιο στο τέλος κάθε ενότητας.

Γ. Ερωτηματικά γεννά επίσης και η απουσία από τα ερωτηματολόγια σοβαρών ζητημάτων που απασχολούν τους πολίτες, όπως τα προνόμια των βουλευτών, ο έλεγχος των ΠΟΘΕΝ ΕΣΧΕΣ, η δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, ο έλεγχος των οικονομικών τους αλλά και το ίδιο το πολίτευμα της προεδρευομένης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάζει το γεγονός ότι, ενώ εξαγγέλλεται η ανάγκη συμμετοχής των πολιτών στην αλλαγή του Συντάγματος, δεν περιλαμβάνεται στις ενότητες του διαλόγου η αλλαγή του άρ. 110 που αποκλείει τους πολίτες από την αναθεώρηση του Συντάγματος και ορίζει ότι η αναθεώρηση είναι προνόμιο της Βουλής.

Η Πρωτοβουλία  θεωρεί ότι μόνον οι πολίτες μπορούν να εγγυηθούν την αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και γι’ αυτό επιμένει να τους καλεί να συμμετάσχουν μαζικά στον δημόσιο διάλογο. Προειδοποιεί ωστόσο, ότι δεν θα διστάσει να καταγγείλει κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθεί προς ίδιον πολιτικό όφελος η συμμετοχή ή η απουσία των πολιτών.

 

 

Ξεκίνησε κ επίσημα ο δημόσιος διάλογος μέσα από την ιστοσελίδα της επιτροπής

http://www.syntagma-dialogos.gov.gr/

ΣΧΟΛΙΟ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ

“Επισημαίνουμε ότι η διενέργεια δημόσιου διαλόγου για το Σύνταγμα θα είναι προσχηματική εάν δεν πληροί τις στοιχειώδεις αρχές της ελεύθερης συμμετοχής των ενημερωμένων πολιτών, της ισηγορίας, του μη περιορισμού των συνταγματικών θεμάτων προς συζήτηση, της δημόσιας πρόσβασης στα δεδομένα, της διαφάνειας, της αντικειμενικής καταγραφής των απόψεων από ανεξάρτητη αρχή και της λογοδοσίας.”

Η ποιότητα μίας δημοκρατίας (III)

Το τρίτο και τελευταίο μέρος μίας εισαγωγής στην ενδιαφέρουσα θεωρία σχετικά με την ποιότητα μίας δημοκρατίας των Morlino και Diamond.

Ελευθερία, Ισότητα και Ικανότητα Ανταπόκρισης

Η ελευθερία μπορούμε να πούμε ότι αποτελείται από τρείς τύπους δικαιωμάτων, τα πολιτικά, τα ατομικά και τα κοινωνικά (ή κοινωνικοοικονομικά) δικαιώματα. Τα πολιτικά δικαιώματα συμπεριλαμβάνουν το δικαίωμα της ψήφου, της υποψηφιότητας για μία θέση, της υποστήριξης και της οργάνωσης ενός πολιτικού κόμματος. Τα δικαιώματα αυτά μπορούν να εξασφαλίσουν μία ενεργή πολιτική συμμετοχή, πολιτικό ανταγωνισμό και έτσι την κάθετη λογοδοσία.

Τα βασικά ατομικά δικαιώματα περιλαμβάνουν την ατομική ελευθερία και ασφάλεια, το απόρρητο της προσωπικής ζωής, την ελευθερία σκέψης, έκφρασης και πληροφόρησης, την θρησκευτική ελευθερία, την ελευθερία της συνάθροισης, συνεργασίας και οργάνωσης (στην οποία συμπεριλαμβάνεται το δικαίωμα της δημιουργίας και συμμετοχής σε εμπορικές ενώσεις και πολιτικά κόμματα), την ελευθερία στην μετακίνηση και του τόπου κατοικίας, καθώς και το δικαίωμα σε νομική υπεράσπιση και δίκαιη δίκη. Υπάρχει επίσης ένας αριθμός δικαιωμάτων τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως «ατομικά οικονομικά δικαιώματα», τα οποία συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και την επιχειρηματικότητα, αλλά επίσης δικαιώματα τα οποία συνδέονται με την εργασία, το δικαίωμα σε μία δίκαιη αμοιβή και άδεια, καθώς και το δικαίωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

Η διασφάλιση των πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων έχει ως θεσμικές προϋποθέσεις τη δικαιοσύνη και την οριζόντια λογοδοσία, οι οποίες εξετάστηκαν προηγουμένως και σε σχέση πάντα με τη συμμετοχή, τον ανταγωνισμό και την κάθετη λογοδοσία. Πρώτος και σημαντικότερος από τους παραπάνω θεσμούς είναι η ανεξάρτητη, ικανή και συνταγματικά κατοχυρωμένη δικαστική αρχή, μαζί με ένα ευρύτερο δικαστικό σύστημα (και κουλτούρα) τα οποία θα εγγυούνται το κράτος δικαίου. Τέλος, αν όπως είπε ο Βενιαμίν Φραγκλίνος, «η επαγρύπνηση είναι το αιώνιο τίμημα της ελευθερίας», τότε οι ίδιοι οι πολίτες – οργανωμένοι εκτός του κράτους σε μία κοινωνία των πολιτών και επικουρούμενοι από θεσμούς όπως τα ΜΜΕ – πρέπει να ενδιαφέρονται και να είναι έτοιμοι να υπερασπιστούν τα δικαιώματα, τις ελευθερίες και την πιστότητα των εκλογικών διαδικασιών.

Ισότητα. Πολλές από τις προηγούμενες διαστάσεις υπονοούν ή απαιτούν – και η ίδια η λέξη δημοκρατία το  προϋποθέτει – την πολιτική και νομική ισότητα όλων των πολιτών. Μία καλή δημοκρατία εξασφαλίζει πως κάθε πολίτης και ομάδα πολιτών έχει τα ίδια δικαιώματα και νομικές εξασφαλίσεις, καθώς επίσης ουσιαστική και σε λογικό βαθμό άμεση πρόσβαση στη δικαιοσύνη αλλά και την εξουσία. Μία ισχυρή απαγόρευση της μεροληψίας οφείλει να ελέγχει όλες τις προσπάθειες διάκρισης λόγω φύλου, φυλής, εθνικότητας, θρησκείας, πολιτικού προσανατολισμού και άλλων άσχετων συνθηκών.

Η ισότητα είναι ένα ιδεώδες το οποίο δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί απολύτως, ακόμα και σε στενά πολιτικούς όρους. Όπως παρατηρεί ο Dietrich Rueschemeyer, άτομα και ομάδες με καλύτερη εκπαίδευση, ευκολότερη πρόσβαση σε πληροφορίες και μεγαλύτερους πόρους θα έχουν αναπόφευκτα μεγαλύτερη ισχύ στην διαμόρφωση του δημόσιου διαλόγου και των προτιμήσεων, καθώς και στον καθορισμό των επιλογών των ηγετών και των πολιτικών τους αποφάσεων. Παρόλο το ότι η δημοκρατία δεν απαιτεί ένα συγκεκριμένο σύνολο βασικών κοινωνικών ή οικονομικών πολιτικών επιλογών, στην πράξη προϋποθέτει έναν βαθμό πολιτικής ισότητας ο οποίος είναι ουσιαστικά αδύνατος αν οι οικονομικές ανισότητες γίνουν ιδιαίτερα ακραίες. Μία λύση της οποίας η αποδοχή αυξάνεται – αν οι νέες δημοκρατίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενδεικτικά – είναι ο περιορισμός των ανισοτήτων με την ανακήρυξη συγκεκριμένων αγαθών (όπως η υγεία, η εκπαίδευση, ένα ελάχιστο εισόδημα και άλλα) ως «κοινωνικά» δικαιώματα. Το πρόβλημα εδώ είναι πως, σε αντίθεση με τα «πρωταρχικά πολιτικά και ατομικά δικαιώματα» (“first generation”), τα οποία μπορούν να εξασφαλισθούν με «αρνητικό» τρόπο από το κράτος, το οποίο αφήνει τους πολίτες ελεύθερους και μένει εντός των ορίων του νόμου, τα κοινωνικά και οικονομικά δικαιώματα επιβαρύνουν την διακυβέρνηση με βαρύτατες θετικές οικονομικές απαιτήσεις προκειμένου να επιτευχθούν οι δαπανηροί αυτοί υλικοί στόχοι.

Πέρα από την πολιτική βούληση, η κύρια προϋπόθεση για την επέκταση των κοινωνικών δικαιωμάτων είναι οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για την χρηματοδότηση των κοινωνικών πολιτικών και οι σοφά σχεδιασμένες στρατηγικές προκειμένου να επιτευχθούν πολιτικές ισότητας χωρίς να εμποδίζεται η ελευθερία και η αποδοτικότητα οι οποίες υποστηρίζουν την ευμάρεια πρωταρχικά. Η αποδοτικότητα απαιτεί οι διαθέσιμοι πόροι να κατευθύνονται όσο το δυνατόν περισσότερο προς επενδύσεις βασικών υποδομών και κυρίως το ανθρώπινο κεφάλαιο (δημόσια υγεία και εκπαίδευση), τα οποία θα αυξήσουν σταδιακά την παραγωγικότητα των χαμηλών οικονομικών στρωμάτων. Αυτό με την σειρά του απαιτεί τον έλεγχο της διαφθοράς και ως εκ τούτου ισχυρά ιδρύματα και μηχανισμούς οριζόντιας λογοδοσίας.

Όπως σημειώνει ο Rueschemeyer, το κλειδί της προώθησης λογικών μέτρων ενδυνάμωσης της ισότητας, ήταν ιστορικά οι αυτόνομες ομάδες και κόμματα τα οποία εκπροσωπούσαν οικονομικά ασθενείς τάξεις και ομάδες χαμηλού κύρους. Πιο συγκεκριμένα, ισχυρές και συνασπισμένες εμπορικές ενώσεις έπαιξαν ένα σημαντικό ρόλο στην επίτευξη της επέκτασης των οικονομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Είναι επίσης κρίσιμο να είναι σε θέση το νομικό σύστημα να προστατεύει τα πολιτικά και ατομικά δικαιώματα των υποδεέστερων και ευάλωτων ομάδων, να οργανώνονται, συναθροίζονται, διαμαρτύρονται, επηρεάζουν, υποστηρίζουν και ψηφίζουν σύμφωνα με τα ιδιαίτερα συμφέροντα τους.

Η ανταποκρισιμότητα είναι άμεσα συνδεδεμένη με την κάθετη λογοδοσία (και έτσι με την συμμετοχή και τον ανταγωνισμό) και με την σειρά της επηρεάζει τον βαθμό που οι πολίτες νιώθουν ικανοποιημένοι από την δημοκρατία. Όπως εξηγεί ο G. Bingham Powell Jr., οι δημοκρατικές κυβερνήσεις είναι ‘ανταποκρίσιμες’ όταν οι δημοκρατικές διεργασίες τις αναγκάζουν να «επιλέγουν και να υλοποιούν πολιτικές οι οποίες είναι επιθυμητές από τους πολίτες». Ο Powell διακρίνει τρία κρίσιμα στοιχεία στην αλυσίδα της δημοκρατικής ανταποκρισιμότητας. Πρώτον, οι επιλογές δομούνται με έναν τρόπο που να εκφράζουν τις διαφορετικές και πολυεπίπεδες προτιμήσεις των πολιτών σε συνεκτικούς, εθνικούς πολιτικούς σχεδιασμούς, οι οποίοι υποστηρίζονται από ανταγωνιστικά μεταξύ τους πολιτικά κόμματα. Δεύτερον, οι εκλογικές προτιμήσεις του εκλογικού σώματος μετουσιώνονται (με διαφορετικό τρόπο για κάθε χώρα) σε μία κυβέρνηση. Και τρίτον, οι εκλεγμένοι πολιτικοί (και όσοι διορίζονται από αυτούς) οφείλουν να ‘μεταφράσουν’ τις πολιτικές προτιμήσεις και τις δεσμεύσεις σε πραγματικές αποφάσεις και εφαρμοζόμενες πολιτικές.

Παρόλα αυτά, στον πραγματικό κόσμο η ανταποκρισιμότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη ως διεργασία και δύσκολο να αποτιμηθεί. Ακόμα και πολίτες με υψηλή εκπαίδευση δεν είναι πάντα σε θέση να εκτιμήσουν το συμφέρον τους όταν οι πολιτικές επιλογές απαιτούν ειδικές γνώσεις και ικανότητες για να κατανοηθούν. Όπως εξηγεί ο Powell, όταν τα θέματα των εκλογικών εκστρατειών αφορούν πολλαπλές διαστάσεις, είναι δύσκολο για το κόμμα που θα επικρατήσει να έχει μία ξεκάθαρη εικόνα για το ποια είναι η εντολή που έχει από τους ψηφοφόρους του.

Οι συνθήκες που ευνοούν την ανταποκρισιμότητα είναι παρόμοιες με εκείνες που υποστηρίζουν την κάθετη λογοδοσία, δηλαδή κυρίως μία ισχυρή κοινωνία των πολιτών και ένα λειτουργικό κομματικό σύστημα. Βοηθά επίσης μία κυβέρνηση η οποία είναι σε θέση να μεταφράσει τις επιλογές των πολιτών (όταν αυτές είναι πλέον ξεκάθαρες) σε πολιτικές αποφάσεις και πρακτικές. Κάτι τέτοιο απαιτεί, σύμφωνα πάντα με τον Powell, μία ισχυρή και έντιμη κρατική γραφειοκρατία. Η ισχυρή οριζόντια λογοδοσία δεν μπορεί παρά να είναι επίσης ένας θετικός παράγοντας.

Υπάρχουν τουλάχιστον τρεις κατηγορίες αντικειμενικών ορίων όσο αφορά την ανταποκρισιμότητα. Οι πολιτικοί ηγέτες προσπαθούν να μεγιστοποιήσουν την δική τους αυτονομία και να διαμορφώσουν την αντίληψη των πολιτών σχετικά με τα συμφέροντα τους με τρόπους και μέσα που σκοπό έχουν να τους χειραγωγήσουν ή καταλήγουν να είναι ακόμα και δημαγωγικά. Η υπεύθυνη διακυβέρνηση – σε αντίθεση με την αμιγώς ανταποκρίσιμη – απαιτεί να θέτει κάποιος προτεραιότητες και να προχωρά σε δύσκολες επιλογές. Ακόμα και οι πλέον δημοκρατικοί και αφοσιωμένοι ηγέτες δεν είναι σε θέση να ικανοποιούν τους πάντες. Τέλος, η παγκοσμιοποίηση θέτει τους δικούς της περιορισμούς στην λαϊκή κυριαρχία. Κάποιοι από αυτούς είναι προϊόν υπερεθνικών κυβερνητικών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ άλλοι, κυρίως στον αναπτυσσόμενο κόσμο, προέρχονται από οργανισμούς όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα κτλ.

Το σύστημα των δημοκρατικών ποιοτήτων

Έχουμε ήδη παρουσιάσει οκτώ διαφορετικές διαστάσεις της ποιότητας μίας δημοκρατίας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για οκτώ διαφορετικές «ποιότητες» της δημοκρατίας και να εξετάσουμε τον βαθμό ανάπτυξης κάθε μίας ξεχωριστά. Όπως όμως έχουμε ήδη υπογραμμίσει, οι διαφορετικές αυτές διαστάσεις αλληλοεπιδρούν ισχυρά μεταξύ τους και ενδυναμώνουν η μία την άλλη, αποτελώντας εν τέλει ένα σύστημα. Παρόλο που είναι δυνατό να ορίσουμε διαφορετικούς τύπους δημοκρατιών χαμηλής ποιότητας, οι οποίες παρουσιάζουν ελλείμματα σε διαφορετικές διαστάσεις, οι διαστάσεις αυτές είναι στενά συνδεδεμένες και τείνουν να κινούνται μαζί, είτε προς μία κατεύθυνση δημοκρατικής προόδου είτε προς έναν δημοκρατικό εκφυλισμό. Όπου συναντάμε δημοκρατίες ιδιαίτερα αδύναμες σε κάποιες διαστάσεις, όπως για παράδειγμα την ελευθερία και το κράτος δικαίου, τείνουν να παρουσιάζουν αξιοσημείωτες ανεπάρκειες και στις άλλες διαστάσεις.

Η διασύνδεση και η αλληλοεπικάλυψη των παραπάνω διαστάσεων είναι τόσο πυκνή που συχνά είναι δύσκολο να ορίσουμε που σταματά κάποια από αυτές και που ξεκινά κάποια άλλη. Χωρίς εκτεταμένη προστασία και διεύρυνση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, πολλοί πολίτες δεν θα είναι σε θέση να συμμετέχουν στις πολιτικές διεργασίες, τόσο εντός της εκλογικής αρένας όσο και εκτός αυτής. Έτσι, σε αυτή την περίπτωση, η κάθετη λογοδοσία εξασθενεί σημαντικά. Για να αποφύγουμε τους παραπάνω κινδύνους δεν αρκεί μόνο η προστασία έναντι οποιασδήποτε εκλογικής νοθείας και φαινομένων βίας ή εκφοβισμού κατά την διάρκεια των εκλογών, αλλά επίσης η αποφυγή λιγότερο εμφανών απομειώσεων των εκλογικών δικαιωμάτων, όπως για παράδειγμα η ισότιμη, σε κάποιο βαθμό, πρόσβαση στην χρηματοδότηση και τα ΜΜΕ. Αν λόγω των συσσωρευμένων και άδικων προνομίων που το κυβερνών κόμμα έχει στην διάθεση του, οι ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να εκφράσουν την δυσαρέσκεια τους για τους πολιτικούς που κυβερνούν σε πολιτική υποστήριξη της αντιπολίτευσης, ή αν οποιοδήποτε κόμμα (που κυβερνά ή όχι) είναι σε θέση να επιβληθεί στους αντιπάλους του και να περιορίσει την διάδοση των προτάσεων τους μέσω υπέρογκων χρηματοδοτήσεων και προνομιακής πρόσβασης στα ΜΜΕ, η εκλογική διάσταση της κάθετης λογοδοσίας χάνει την λειτουργικότητα και ισχύ της. Έτσι, αν οι πολίτες δεν είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά τους αντιπροσώπους τους μέσω των εκλογών και να επιλέγουν ως κυβέρνηση μία αντιπολίτευση της οποίας τις πολιτικές προτιμούν, ένας σημαντικός κρίκος στην αλυσίδα της ανταποκρισιμότητας έχει διαρραγεί.

Τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα είναι κρίσιμα στοιχεία όσο αφορά την ενεργή συμμετοχή των πολιτών και τον ανταγωνισμό των κομμάτων, των ειδικών συμφερόντων και άλλων οργανισμών. Τα παραπάνω οδηγούν σε αύξηση της ισχύος της κάθετης λογοδοσίας και της ικανότητας ανταπόκρισης των κυβερνόντων. Είναι επίσης απαραίτητα για την καλή λειτουργία της οριζόντιας λογοδοσίας, αφού οι κρατικές υπηρεσίες μέσω των οποίων υλοποιούνται, γίνονται περισσότερο ενεργητικές και αποτελεσματικές όταν ενισχύονται και δέχονται πληροφορίες από οργανισμούς της κάθετης λογοδοσίας, όπως είναι τα ΜΜΕ, οι ΜΚΟ και άλλοι φορείς της κοινωνίας των πολιτών.

Τίποτα από αυτά δεν είναι δυνατόν χωρίς κράτος δικαίου, στο οποίο ένα αμερόληπτο δικαστικό σώμα επιβεβαιώνει τα δικαιώματα των πολιτών και απαγορεύει και τιμωρεί κάθε προσπάθεια παραβίασης των θεσμικών μηχανισμών που αφορούν τόσο την οριζόντια όσο και την κάθετη λογοδοσία. Το κράτος δικαίου δεν μπορεί να διατηρηθεί και δεν μπορούμε να προλάβουμε και να περιορίσουμε την κατάχρηση εξουσίας χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς οριζόντιας λογοδοσίας. Ταυτόχρονα, οι μηχανισμοί αυτοί εξασφαλίζουν πως οι ανταγωνιστικές εκλογικές διαδικασίες και οι μηχανισμοί κάθετης λογοδοσίας δεν θα αποδυναμωθούν ή παρακαμφθούν. Την ίδια στιγμή, οι ενεργοί πολίτες, ψηφίζοντας στις εκλογές και δραστηριοποιούμενοι με μια πληθώρα τρόπων εντός της κοινωνίας των πολιτών, αποτελούν την τελευταία γραμμή άμυνας ενάντια σε προσπάθειες αποδυνάμωσης του κράτους δικαίου και των πρακτικών χρηστής διακυβέρνησης.

Είναι αλήθεια πως όλα τα καλά δεν μπορούν να υπάρξουν ταυτόχρονα και χωρίς προβλήματα. Για παράδειγμα, μία κυβέρνηση που ανταποκρίνεται ιδιαίτερα επιτυχημένα στις επιθυμίες της πλειοψηφίας μπορεί να μπει στον πειρασμό να μην λάβει υπόψη της θέματα τα οποία αφορούν μία μειονότητα ή ακόμα και να προχωρήσει στην στέρηση κάποιων δικαιωμάτων της. Η μεγιστοποίηση των διαδικαστικών διαστάσεων της λαϊκής κυριαρχίας (συμμετοχή, ανταγωνισμός και κάθετη λογοδοσία) μπορεί κάποιες φορές να αποδειχθεί κακή για την ελευθερία και την ισότητα. Έτσι μια δημοκρατία υψηλής ποιότητας δεν πετυχαίνει πάντα την υψηλότερη βαθμολογία για κάθε διάσταση της δημοκρατικής ποιότητας, αλλά αντίθετα παρουσιάζει μία ισορροπία δημοκρατικών αρετών οι οποίες βρίσκονται σε δυναμική σχέση μεταξύ τους. ‘Όπως έχει σημειώσει ο Guillermo O’Donnell, οι πολυαρχίες (ή αντίστοιχα οι ποιοτικές και ισχυρές δημοκρατίες) «αποτελούν την πολύπλοκη σύνθεση τριών ιστορικών ρευμάτων και παραδόσεων, της δημοκρατίας, του φιλελευθερισμού και του ρεπουμπλικανισμού». Υπό αυτό το πρίσμα, οι πολίτες και οι οργανώσεις τους συμμετέχουν και ανταγωνίζονται προκειμένου να επιλέξουν και να αντικαταστήσουν τους ηγέτες τους, καθώς επίσης να τους αναγκάσουν να ανταποκριθούν στις επιθυμίες τους. Αυτό αποτελεί το δημοκρατικό στοιχείο. Το φιλελεύθερο στοιχείο προστατεύει τα δικαιώματα των ατόμων κα των ομάδων μέσω του νόμου, με το ρεπουμπλικανικό (διαμέσου μη-αιρετών οργάνων οριζόντιας λογοδοσίας) να επιβάλλει την κυριαρχία του νόμου και να εξασφαλίζει το ότι οι δημόσιοι λειτουργοί εργάζονται υπέρ του δημόσιου συμφέροντος. Οι καλές δημοκρατίες εξισορροπούν και ενσωματώνουν τις τρεις διαφορετικές αυτές παραδόσεις. Επιπλέον, καταφέρνουν το παραπάνω με τον δικό τους μοναδικό συνδυασμό και θεσμικό σχεδιασμό, υπενθυμίζοντας μας πως η δημοκρατική ποιότητα είναι μία μη αυστηρά ορισμένη και πλουραλιστική ιδέα, η οποία διαμορφώνεται από τις κανονιστικές επιλογές της κάθε κοινωνίας.

Φυσικά παραμένουν επίμονα φιλοσοφικά και εμπειρικά ερωτήματα. Θα έχει ως αποτέλεσμα μία υψηλής ποιότητας δημοκρατία, αντίστοιχα υψηλής ποιότητας αποτελέσματα και την ικανοποίηση των πολιτών; Θα μπορούσε μία βελτίωση στην ποιότητα της δημοκρατίας να αναστρέψει την, σε πολλές χώρες, αύξουσα δυσαρέσκεια των δημοκρατικών πολιτών; Μία κυβέρνηση θα μπορούσε να πετυχαίνει υψηλές αποδόσεις στις οκτώ διαστάσεις της δημοκρατίας και παρόλα αυτά να μην ικανοποιεί πλήρως τους περισσότερους από τους πολίτες. Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει για μία πληθώρα λόγων. Πρώτον, όπως σημειώσαμε και παραπάνω, οι πολίτες δεν μπορούν να ξέρουν πάντα ποια θα είναι τα αποτελέσματα των επιλεγμένων πολιτικών αποφάσεων, ακόμα και αυτών που όλοι συμφωνούν πως πρέπει να επιλεχθούν, όπως είναι η οικονομική ευμάρεια και σταθερότητα ή η ελαχιστοποίηση της ανεργίας. Δεύτερο, ζούμε σε μία εποχή και περιοχές που τα νέα και οι πληροφορίες φτάνουν στους πολίτες με πρωτοφανή ταχύτητα και έντονο ανταγωνισμό για επικοινωνιακή επικράτηση, δημιουργώντας μία ροπή προς τον εντυπωσιασμό και την αρνητική αποτύπωση στα ΜΜΕ. Έτσι οι αδυναμίες και οι αποτυχίες της δημοκρατίας εμφανίζονται περισσότερο συχνά και με πιο σκανδαλώδες τρόπο από ό,τι θα συνέβαινε μερικά χρόνια πριν. Τρίτον, όπως έχουμε ήδη τονίσει, η ανταποκρισιμότητα σε μία δημοκρατία είναι εγγενώς πολύπλοκη και πολυδιάστατη. Με την πληθώρα των διαφορετικών συμφερόντων εντός μίας κοινωνίας, ικανά να εκφράζονται με τόσους διαφορετικούς τρόπους, είναι αδύνατο σε μία κυβέρνηση να ανταποκρίνεται σε όλες τις απαιτήσεις και επιθυμίες. Η δημοκρατία έχει σχέση με τον ανταγωνισμό και την επιλογή, έτσι οι χαμένοι αναμένεται να είναι δυσαρεστημένοι, τουλάχιστον προσωρινά.

Ωστόσο, συνεχίζουμε να πιστεύουμε πως τουλάχιστον ένας μέρος της παρούσας απογοήτευσης σχετικά με την δημοκρατία αφορά διαδικασίες και θεσμούς. Προέρχεται όχι μόνο από την αύξηση των δεδομένων και των πληροφοριών σχετικά με τις αστοχίες της δημοκρατίας, αλλά επίσης από τις αυξημένες προσδοκίες των πολιτών από την δημοκρατία όσο αφορά θεμελιώδη και διαδικαστικά θέματα, καθώς επίσης και την ευστοχία των αποτελεσμάτων της. Πιστεύουμε ότι αρμόζει στους δημοκρατικούς πολίτες, οι οποίοι είναι όλο και περισσότερο ενημερωμένοι και συνειδητοποιημένοι, να απαιτούν περισσότερους τρόπους συμμετοχής, μεγαλύτερη λογοδοσία, διαφάνεια και ανταγωνιστικότητα, ένα ισχυρότερο κράτος δικαίου, περισσότερη ελευθερία και ισότητα και περισσότερο ανταποκρίσιμη διακυβέρνηση. Στην πραγματικότητα, πιστεύουμε πως η μακρά ιστορική εξέλιξη της δημοκρατίας είναι ενδεικτική του ότι, αν οι πολίτες υποστηρίξουν με ουσιαστικό τρόπο την επιθυμία για μία δημοκρατία υψηλότερης ποιότητας, αυτό σταδιακά – αν και ποτέ πλήρως – θα επιτευχθεί.”

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος

Η ποιότητα της δημοκρατίας (II)

“Οι παραπάνω ορισμοί της ποιότητας (δείτε την προηγούμενη ανάρτηση ‘Η ποιότητα της δημοκρατίας – Ι’) σημαίνουν πως μία ποιοτική δημοκρατία εξασφαλίζει στους πολίτες επαρκή ελευθερία, πολιτική ισότητα και έλεγχο επί των δημόσιων πολιτικών και του πολιτικού προσωπικού, μέσω της θεσμοθετημένης και έννομης λειτουργίας σταθερών θεσμών και ιδρυμάτων. Ένα τέτοιο καθεστώς θα ικανοποιεί τις προσδοκίες των πολιτών όσο αφορά την διακυβέρνηση (ποιότητα σύμφωνα με το αποτέλεσμα), θα επιτρέπει σε πολίτες, οργανώσεις και κοινότητες να απολαμβάνουν εκτενείς ελευθερίες και πολιτική ισότητα (ποιότητα σχετική με το περιεχόμενο) και θα παρέχει ένα γενικό πλαίσιο μέσω του οποίου το σύνολο των πολιτών θα είναι σε θέση να ελέγχει και να κρίνει την απόδοση της κυβέρνησης μέσω μηχανισμών όπως οι εκλογές, ενώ τα κυβερνητικά όργανα και οι κρατικοί λειτουργοί μπορούν να ελέγξουν ο ένας τον άλλο, τόσο νομικά όσο και συνταγματικά (ποιότητα σχετική με την διαδικασία).

Έχοντας τα παραπάνω στο μυαλό μας και χωρίς να ξεχνάμε πως δεν υπάρχει απόλυτα αντικειμενικός τρόπος να εξετάσουμε ένα συγκεκριμένο πολιτικό πλαίσιο προκειμένου να μετρήσουμε την δημοκρατική του ποιότητα, ορίζουμε οκτώ διαστάσεις (στοιχεία) στις οποίες οι διάφορες δημοκρατίες μπορούν να διαφοροποιούνται όσο αφορά την ποιότητα τους. Το κράτος δικαίου (rule of law), η συμμετοχή, ο ανταγωνισμός και η κάθετη μαζί με την οριζόντια λογοδοσία είναι διαστάσεις που σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά κυρίως αποτελούν μέρη της διαδικασίας, αφού αναφέρονται περισσότερο σε κανόνες και πρακτικές. Οι επόμενες δύο διαστάσεις είναι θεμελιώδεις: σεβασμός των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων και σταδιακή αλλά και συνεχής μετάβαση σε πολιτικά πλαίσια μεγαλύτερης πολιτικής (και άρα κοινωνικής και οικονομικής) ισότητας. Η ανταποκρισιμότητα (responsiveness) αποτελεί την τελευταία διάσταση και γεφυρώνει την διαδικασία και το ουσιώδες μέσω της μέτρησης του πόσο λίγο, ή πολύ, οι δημόσιες πολιτικές (στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι νόμοι, τα ιδρύματα και τα έξοδα) ανταποκρίνονται στις προτιμήσεις και τις απαιτήσεις των πολιτών, όπως αυτές διαμορφώνονται μέσω των πολιτικών διεργασιών.

Κάθε μία από τις παραπάνω διαστάσεις μπορεί να διαφέρει στην μορφή μέσω της οποίας υλοποιείται θεσμικά, καθώς και στον βαθμό ανάπτυξης της. Η κατανόηση και η ερμηνεία αυτών των διαφορών απαιτούν δείκτες οι οποίοι αποκαλύπτουν με ποιο τρόπο και σε ποιον βαθμό η κάθε διάσταση είναι παρούσα σε διαφορετικές χώρες αλλά και διαφορετικά μοντέλα μίας καλής δημοκρατίας. Τα αποτελέσματα των εμπειρικών δεδομένων θα καταστήσουν επίσης εφικτή την ανίχνευση των τάσεων της ποιότητας μίας δημοκρατίας, σε διαφορετικές χώρες και σε βάθος χρόνου, περιλαμβάνοντας επίσης την αποδοτικότητα των θεσμικών μεταρρυθμίσεων.

Η πολυδιάστατη φύση του πλαισίου μας, και η αύξηση του αριθμού των δημοκρατιών οι οποίες αξιολογούνται, μας δίνουν μία πολύπλευρη αίσθηση της δημοκρατικής ποιότητας. Όπως θα εξηγήσουμε στην συνέχεια, δεν υπάρχουν μόνο ισχυροί δεσμοί, αλλά επίσης ανταγωνιστικοί μηχανισμοί ή ακόμα και εντάσεις μεταξύ των διάφορων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας. Έτσι, οι δημοκρατίες θα διαφέρουν μεταξύ τους στους κανονιστικούς συντελεστές βαρύτητας τους οποίους οι ίδιες θέτουν στις παραπάνω διαστάσεις (για παράδειγμα ελευθερία εναντίον ανταποκρισιμότητας). Δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος να εξαχθεί ένα μοναδικό πλαίσιο δημοκρατικής ποιότητας, το οποίος να είναι σωστό και αληθές για όλες τις κοινωνίες.

Πλέον είμαστε σε θέση να εξετάσουμε πιο συγκεκριμένα τις οκτώ διαστάσεις της δημοκρατικής ποιότητας υπό τρία διαφορετικά πρίσματα: τον εμπειρικό ορισμό, τις συνθήκες που απαιτούνται προκειμένου η διάσταση να αναπτυχθεί και να ακμάσει, καθώς και τα μέσα με τα οποία συνήθως υπονομεύεται. Θα ξεκινήσουμε με τις πέντε διαδικαστικές διαστάσεις (procedural dimensions).

Κράτος δικαίου (rule of law). Όπως μας εξηγεί ο Guillermo O’Donnell, σε ένα κράτος δικαίου όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο, κάτι το οποίο ισχύει για όλους με έναν δίκαιο και σταθερό τρόπο και εξασφαλίζεται από ένα δικαστικό σώμα. Οι νόμοι είναι σαφείς, γνωστοί σε όλους, καθολικοί, σταθεροί και χωρίς αναδρομική ισχύ. Ο O’Donnell ισχυρίζεται πως αυτό το οποίο κάνει το κράτος δικαίου μία απόλυτα αναγκαία δημοκρατική αρχή είναι ότι το νομικό σύστημα υπερασπίζεται τα πολιτικά δικαιώματα και τις διαδικασίες της δημοκρατίας, διατηρεί και υποστηρίζει τα ατομικά δικαιώματα και ενισχύει την εξουσία άλλων θεσμών οριζόντιας λογοδοσίας, οι οποίοι με την σειρά τους εξασφαλίζουν την νομιμότητα και την καταλληλόλητα των επιλογών όσων έχουν εκλεχθεί.

Το κράτος δικαίου είναι η βάση στην οποία στηρίζεται οποιαδήποτε άλλη διάσταση της δημοκρατικής ποιότητας. Στις ημέρες μας, είναι σίγουρο πως υπάρχουν στον κόσμο πολλές δεκάδες «ανελεύθερες δημοκρατίες», στις οποίες οι ανταγωνιστικές εκλογές και η λαϊκή συμμετοχή συνυπάρχουν με σημαντικές παραβιάσεις του νόμου και κατάχρηση εξουσίας. Έτσι, η έντονη ανελευθερία των καθεστώτων αυτών αναιρεί οποιονδήποτε δημοκρατικό χαρακτήρα. Ένα ασθενές κράτος δικαίου έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένιση της συμμετοχής των πολιτών που ανήκουν στα χαμηλότερα οικονομικά στρώματα, οι προσωπικές ελευθερίες δεν εξασφαλίζονται, οι ομάδες πολιτών δεν είναι σε θέση να οργανωθούν και να διαδώσουν τις θέσεις τους, όσοι διαθέτουν οικονομική ισχύ και οι καλά δικτυωμένοι απολαμβάνουν αδικαιολόγητα προνόμια, η διαφθορά και η κατάχρηση εξουσιών είναι ανεξέλεγκτες, ο πολιτικός ανταγωνισμός είναι άδικος, οι ψηφοφόροι δεν είναι σε θέση να ελέγχουν τους εκλεγμένους και η γενικότερη ανταποκρισιμότητα, ως σημαντικό στοιχείο της δημοκρατίας, αποδυναμώνεται σε υψηλό βαθμό.

Οι περισσότερο σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη ενός κράτος δικαίου είναι οι εξής: διάδοση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αξιών τόσο ανάμεσα στους πολίτες όσο και μεταξύ των ελίτ, ισχυρή γραφειοκρατική παράδοση επάρκειας και αμεροληψίας, καθώς και επαρκή θεσμικά και οικονομικά μέσα. Οι παραπάνω συνθήκες είναι σπάνιες και ιδιαίτερα δύσκολο να δημιουργηθούν από το μηδέν, κάτι το οποίο δικαιολογεί το ισχνό κράτους δικαίου σε πολλές νεοπαγείς δημοκρατίες αλλά και σε αρκετές από τις παλαιότερες. Η καλύτερη προσέγγιση είναι ίσως η σταδιακή ενδυνάμωση της ανεξαρτησίας, ισχύος και των εξουσιών της δικαστικής εξουσίας. Παρόλα αυτά, οι έρευνες που έχουν διεξαχθεί μας προσγειώνουν στην πραγματικότητα, καμία οικονομική και εκπαιδευτική υποστήριξη (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε γενναίας εξωτερικής βοήθειας) δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει θετικά αν οι δημοκρατικά εκλεγμένοι ηγέτες δεν επιδείξουν πολιτική βούληση αλλά και τον απαραίτητο αυτοπεριορισμό. Αυτό, με την σειρά του, προϋποθέτει μία δραστήρια και καλά οργανωμένη κοινωνία πολιτών, καθώς και τα απαραίτητα πολιτικά εργαλεία του δημοκρατικού ανταγωνισμού, έτσι ώστε οι πολίτες να είναι σε θέση να απομακρύνουν τους πολιτικούς που αντιδρούν στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις.

Συμμετοχή. Κανένα καθεστώς δεν μπορεί να είναι δημοκρατικό αν δεν αναγνωρίζει σε όλους τους ενήλικες πολίτες του ουσιαστικά δικαιώματα σχετικά με την πολιτική συμμετοχή, στα οποία να συμπεριλαμβάνεται απαραίτητα και το δικαίωμα να είναι οι ίδιοι υποψήφιοι. Όμως, μία καλή δημοκρατία θα πρέπει να εξασφαλίζει πως όλοι οι πολίτες μπορούν όντως να ασκήσουν τα παραπάνω δικαιώματα, προκειμένου να είναι σε θέση να επηρεάσουν τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Να είναι δηλαδή σε θέση να ψηφίσουν, οργανωθούν, συμμετέχουν σε συνελεύσεις, διαμαρτυρηθούν και να ασκήσουν πιέσεις υπέρ των συμφερόντων τους. Όσο αφορά την συμμετοχή, η δημοκρατική ποιότητα είναι υψηλή όταν μπορούμε να παρατηρήσουμε εκτεταμένη συμμετοχή των πολιτών, όχι μόνο μέσω των εκλογών αλλά και στην λειτουργία των πολιτικών κομμάτων και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών. Επίσης οι πολίτες θα πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν στον δημόσιο διάλογο σχετικά με τις πολιτικές που ακολουθούνται, να απολαμβάνουν μηχανισμούς ανοικτής επικοινωνίας, να έχουν την δυνατότητα να απαιτούν λογοδοσία από τους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους και την ευχέρεια να παρακολουθούν την συμπεριφορά των κρατικών λειτουργών μέσω της άμεσης και αδιαμεσολάβητης εμπλοκή τους στα πολιτικά ζητήματα σε τοπικό επίπεδο.

Σύμφωνα με τα παραπάνω η συμμετοχή είναι στενά συνδεδεμένη με την πολιτική ισότητα. Ακόμα και αν τα τυπικά δικαιώματα συμμετοχής ενός πολίτη τηρούνται, ανισότητες στους πολιτικούς πόρους μπορούν να εμποδίσουν άτομα από τα κατώτερα οικονομικά στρώματα να ασκήσουν αυτά τους τα δικαιώματα. Έτσι, μία θεμελιώδης συνθήκη για ευρεία συμμετοχή σε μία καλή δημοκρατία είναι η μεγάλη έκταση της βασικής εκπαίδευσης και η εξάλειψη του αναλφαβητισμού, καθώς και μία ελάχιστη γνώση των δομών διακυβέρνησης και των πολιτικών ζητημάτων. Είναι επίσης ιδιαίτερα σημαντική, ως μία απαραίτητη συνθήκη, μία πολιτική κουλτούρα η οποία δίνει αξία στην συμμετοχή και την ίση αξία και αξιοπρέπεια του κάθε πολίτη. Το τελευταίο σημαίνει επίσης ανοχή στις πολιτικές και κοινωνικές διαφορές και άρα την αποδοχή από ομάδες πολιτών και μεμονωμένα άτομα των ίσων έννομων δικαιωμάτων τόσο των μικρότερων κομμάτων όσο και των αντιπάλων τους.

Ανταγωνισμός. Προκειμένου να είμαστε σε θέση να μιλάμε για δημοκρατία, ένα πολιτικό σύστημα θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από τακτικές, ελεύθερες και δίκαιες εκλογικές αναμετρήσεις, μεταξύ διαφορετικών πολιτικών κομμάτων. Βέβαια, οι δημοκρατίες διαφέρουν αρκετά όσο αφορά τον βαθμό του εκλογικού ανταγωνισμού και στοιχεία όπως η ανοικτή πρόσβαση στην εκλογική αρένα για νέες πολιτικές δυνάμεις, η ευκολία με την οποία οι εν ενεργεία πολιτικοί μπορούν να ηττηθούν και οι ίσες ευκαιρίες ανταγωνιστικών κομμάτων στην πρόσβαση των ΜΜΕ και στην οικονομική επιχορήγηση. Ανάλογα του εκλογικού συστήματος, οι δημοκρατίες μπορούν να διαφέρουν σημαντικά στον βαθμό εναλλαγής των πολιτικών προσώπων. Έτσι, αντιμετωπίζουμε μία κατάσταση ανταγωνιστικών μεταξύ τους διαστάσεων, στην οποία θα πρέπει να επιλέξουμε ποια από αυτές θα υποστηρίξουμε προκειμένου να επιτύχουμε τον στόχο της αυξημένης συμμετοχής. Τα εκλογικά συστήματα που βασίζονται στην αναλογική αντιπροσώπευση (απλή αναλογική) πετυχαίνουν σε ένα στοιχείο του εκλογικού ανταγωνισμού – εύκολη πρόσβαση στην εκλογική διαδικασία και το κοινοβούλιο για περισσότερα πολιτικά κόμματα – αλλά μόνο σε αντιδιαστολή με ένα άλλο στοιχείο του ανταγωνισμού που είναι η ευκολία στην εναλλαγή των πολιτικών δυνάμεων ή της αποτελεσματικότητας της εκλογικής διαδικασίας, αφού η παρουσία μεγάλου αριθμού κομμάτων, με σχετικά ορισμένη την εκλογική τους επιρροή, τείνει να παράγει μία σειρά από κυβερνήσεις συνασπισμού οι οποίες εμφανίζουν μία αξιοσημείωτη σταθερότητα όσο αφορά την σύνθεση των πολιτικών κομμάτων στο πέρας των ετών. Δεν υπάρχει κάποιος αντικειμενικός και εκ των προτέρων τρόπος να αποφανθούμε για το ποιο σύστημα παράγει μία περισσότερο ποιοτική δημοκρατία (παρά το ότι ο Arend Lijphard θεωρεί πως τα αναλογικά εκλογικά συστήματα έχουν καλύτερες επιδόσεις στην ικανοποίηση άλλων διαστάσεων της δημοκρατικής ποιότητας, όπως είναι η δικαιότερη αντιπροσώπευση των γυναικών αλλά και των μειονοτήτων).

Μία προϋπόθεση για ουσιώδη ανταγωνισμό είναι το νομικό και συνταγματικό πλαίσιο. Στις σύγχρονες δημοκρατίες, η χρηματοδότηση των κομμάτων και των εκστρατειών τους είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την εκλογική τους επιτυχία. Έτσι, νεότερα κόμματα αλλά και υποψήφιοι δεν μπορούν να τους ανταγωνιστούν με ουσιαστικό τρόπο αν δεν υπάρχει μία δίκαιη αντιμετώπιση των παραπάνω. Ενώ υπάρχει έντονος σκεπτικισμός σχετικά με την αποτελεσματικότητα νόμων οι οποίοι περιορίζουν τα έξοδα των πολιτικών εκστρατειών (σε έναν μεγάλο βαθμό επειδή εύκολα μπορούν να παρακαμφθούν), ένα ελάχιστο όριο δημόσιας χρηματοδότησης για τα σημαντικά κόμματα και ισχυρές απαιτήσεις σχετικά με την πλήρη και γρήγορη γνωστοποίηση όλων των δωρεών σε κόμματα και πολιτικές εκστρατείες φαίνονται να προωθούν μία ικανοποιητικότερη εκλογική δικαιοσύνη και ανταγωνισμό. Στα καθαρά πλειοψηφικά συστήματα (first-past-the-post), που ο νικητής παίρνει τα πάντα, ο τρόπος με τον οποίο ορίζονται οι εκλογικές περιφέρειες παίζει μεγάλο ρόλο στον εκλογικό ανταγωνισμό. Όπου τα πολιτικά σώματα έχουν το δικαίωμα να ορίσουν τις εκλογικές περιφέρειες με κριτήριο τα συμφέροντα τους (όπως συμβαίνει στις Η.Π.Α.), αναμένεται να το κάνουν με ένα τρόπο ο οποίος θα προωθεί τα μεγάλα κόμματα και τους εν ενεργεία πολιτικούς. Φυσικά, ο εκλογικός ανταγωνισμός εξαρτάται επίσης από την δίκαιη πρόσβαση στα ΜΜΕ, των πλουραλισμό της ιδιοκτησίας των μέσων ενημέρωσης (αλλά και των απόψεων), μία διασπορά των οικονομικών πόρων στην κοινωνία και τον σεβασμό των πολιτικών δικαιωμάτων από μία ανεξάρτητη δικαστική αρχή. Υπάρχει επίσης μία σημαντική διασύνδεση με την οριζόντια λογοδοσία, αφού το μόνο και πλέον ισχυρό σώμα, το οποίο μπορεί να εγγυηθεί την ελευθερία και την αμεροληψία (και έτσι τον ανταγωνισμό) μίας εκλογικής αναμέτρησης δεν μπορεί παρά να είναι μία ισχυρή και ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή.

Κάθετη λογοδοσία. Η λογοδοσία αποτελεί την υποχρέωση των εκλεγμένων πολιτικών να απαντούν σε ερωτήσεις σχετικά με τις πολιτικές αποφάσεις που πήραν, τόσο στους πολίτες όσο και σε συνταγματικά σώματα. Ο Andreas Schedler προτείνει τρεις κύριες λειτουργίες της λογοδοσίας: πληροφόρηση, αιτιολόγηση και τιμωρία (ή επανόρθωση). Τα παραπάνω περιγράφουν σε αδρές γραμμές τα στάδια μέσω των οποίων οι πολίτες ενημερώνονται για τις πολιτικές αποφάσεις, ακούν τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκαν οι συγκεκριμένες αποφάσεις από τους πολιτικούς αρχηγούς και αποφασίζουν για το αν θα τιμωρήσουν (συχνότερα με το να τους απομακρύνουν από την θέση τους) ή θα επιβραβεύσουν τους τελευταίους.

Αυτού του είδους η λογοδοσία ονομάζεται κάθετη αφού μοιάζει να διατρέχει «προς τα επάνω» το πολιτικό σύστημα, δηλαδή από τους πολίτες προς τους πολιτικούς. Όπως αναφέρει ο Philippe C. Schmitter, στις σύγχρονες δημοκρατίες, οι αντιπρόσωποι (εκλεγμένοι και μη) παίζουν έναν κρίσιμο διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των πολιτών και όσων διαθέτουν εξουσία. Ο πολιτικός ανταγωνισμός και η συμμετοχή των πολιτών αποτελούν κρίσιμα στοιχεία της κάθετης λογοδοσίας. Το ίδιο ισχύει για το γενικότερο πολιτικό ενδιαφέρον των πολιτών, την πληροφόρηση που λαμβάνουν και το ποσοστό συμμετοχής τους στις εκλογικές αναμετρήσεις. Την ίδια στιγμή, η κάθετη λογοδοσία απαιτεί πολιτικό ανταγωνισμό και κατανομή της ισχύος τα οποία να είναι αρκετά δίκαια ώστε να επιτρέπουν γνήσιες εναλλακτικές επιλογές σε όλα τα επίπεδα της διακυβέρνησης, ενώ ταυτόχρονα είναι σε θέση να παράγουν αλλαγές στις ακολουθούμενες πολιτικές ή τουλάχιστον, σοβαρές πιθανότητες για κάτι τέτοιο. Η εν σε εξελίξει διαδικασία ελέγχου, θέσης των ερωτημάτων και απαίτηση για κρίση μέσω της δράσης ομάδων της κοινωνίας των πολιτών (ΜΜΕ, ομάδες ειδικών συμφερόντων, δεξαμενών σκέψης κ.α.) απαιτεί ελευθερία των παραπάνω ομάδων να λειτουργούν καθώς και ένα κράτος δικαίου το οποίο τις προστατεύει από εκφοβισμούς και αντίποινα.

Οριζόντια λογοδοσία. Η δημοκρατική ποιότητα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται οι διεργασίες μέσω των οποίων η κάθετη λογοδοσία λειτουργεί, απαιτεί επίσης δημόσιους λειτουργούς οι οποίοι συμπεριφέρονται με ορθό τρόπο και σύμφωνα με το νόμο, καθώς επίσης και να ελέγχονται για το αντίθετο, όχι μόνο από τους ψηφοφόρους, αλλά και από άλλους λειτουργούς και κρατικούς οργανισμούς οι οποίοι κατέχουν τις γνώσεις αλλά και την δικαιοδοσία για να παίξουν έναν τέτοιο ελεγκτικό ρόλο. Έτσι ονομάζουμε οριζόντια λογοδοσία την διαδικασία στην οποία ένα μέλος οποιουδήποτε επιπέδου διακυβέρνησης ελέγχεται από ένα άλλο μέλος, με μία λογική περισσότερο παράλληλου ελέγχου παρά ως μέρος μιας τυπικής σχέσης «εντολών και υπακοής» σε αυτές. Παραδείγματα οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση, ειδικά σώματα ελέγχου τα οποία ορίζονται από το κοινοβούλιο, τα δικαστήρια, δημόσιες ακροάσεις, επιτροπές πάταξης της διαφθοράς, μία κεντρική τράπεζα, μία ανεξάρτητη εκλογική επιτροπή, ένας συνήγορος του πολίτη ή διαμεσολαβητής μεταξύ του πολίτη και του κράτους ή ποικίλα άλλα σώματα των οποίων η αποστολή είναι να ελέγχουν εξονυχιστικά και να περιορίζουν την ισχύ αυτών που κυβερνούν.

Η δύναμη της οριζόντιας λογοδοσίας στηρίζεται περισσότερο από όλα στο νομικό σύστημα, το οποίο οφείλει να στηρίζει με τους κατάλληλους πόρους την εργασία που απαιτείται για τον έλεγχο και τις ισορροπίες από άλλες δημόσιες οντότητες οι οποίες είναι ανεξάρτητες από την κυβέρνηση και δεν βρίσκονται σε μία ανταγωνιστική σχέση με αυτή. Οι θεσμοί και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας αποτελούν τα ίδια ένα σύστημα, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν οι θεσμικές του δυνατότητες, η εκπαίδευση αλλά και η ηγεσία του αποδεικνύονται ταυτόχρονα ικανές, δραστήριες αλλά και υπεύθυνες. Όπως ο νόμος, έτσι και τα όργανα της οριζόντιας λογοδοσίας μπορούν να αποτελέσουν όπλο ενάντια σε πολιτικούς αντιπάλους, χάνοντας όμως έτσι την αξιοπιστία και φερεγγυότητα τους εντός του θεσμικού πλαισίου το οποίο συναποτελούν.”

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος

Η ποιότητα της δημοκρατίας (I)

Μιλώντας για δημοκρατία και προκειμένου να εξετάσουμε το μοναδικό όσο και πολυσύνθετο αυτό φαινόμενο με την σοβαρότητα και την προσοχή που του (και μας) αξίζει, είναι απόλυτα χρήσιμο και αναγκαίο να προσπαθήσουμε να βάλουμε σε μια απλή αλλά ταυτόχρονα ισχυρή βάση, ένα πλαίσιο αναφοράς, το τι είναι η δημοκρατία και το πως μπορεί να αποτιμηθεί η ποιότητα της.

Ακόμα και αν κάποιος προσεγγίσει την παραπάνω εργασία με ένα μη ριζοσπαστικό ή ακόμα και συντηρητικό τρόπο, έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν και κυρίως η αναγκαιότητα που αναδύεται για περισσότερη δημοκρατία.

Μία ενδιαφέρουσα προσπάθεια να οριοθετηθούν και καταγραφούν τα παραπάνω είναι και η εργασία των Leonardo Morlino και Larry Diamond την οποία θα προσπαθήσουμε να παρουσιάσουμε περιληπτικά σε αυτό αλλά και σε επόμενα κείμενα.

Μία εισαγωγή στην ποιότητα της δημοκρατίας

Με την επικράτηση της δημοκρατίας τις τελευταίες δεκαετίες, το μεγάλο ερώτημα μεταξύ των ακαδημαϊκών, των πολιτικών και των ακτιβιστών μετατοπίζεται από το πως συνέβη η μετάβαση αυτή στο ποια είναι τα χαρακτηριστικά των νέων δημοκρατικών καθεστώτων. Πως μπορούμε να αποτιμήσουμε – και αν χρειάζεται να βελτιώσουμε – την ποιότητα μίας δημοκρατικής διακυβέρνησης; Από αυτή την θεωρητική τάση, τις μεθοδολογικές καινοτομίες και την εμπειρική έρευνα πηγάζουν οι ακόλουθες αντιλήψεις:

1) Η εμβάθυνση της δημοκρατίας είναι ηθικά ορθή, ίσως ακόμα και απολύτως επιβεβλημένη

2) Μεταρρυθμίσεις υπέρ της βελτίωσης της δημοκρατίας είναι απαραίτητες αν επιθυμούμε αυτή να επιτύχει ευρύτερη και διαρκή αποδοχή, μέσω της οποίας θα καταφέρει να εδραιωθεί και

3) Ακόμα και όσες δημοκρατίες έχουν μακρά ιστορία είναι απαραίτητο να προχωρούν σε μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα τους επιτρέπουν να επιλύουν τα συσσωρευμένα από τον χρόνο προβλήματα και να αντιμετωπίζουν έτσι την λαϊκή δυσαρέσκεια και απογοήτευση.

Στην προσπάθεια αποτίμησης μίας δημοκρατίας υπάρχει τεράστιος χώρος για αντιπαραθέσεις. Καταρχάς, ποιος μπορεί να εκτιμήσει αν μία δημοκρατία είναι «καλή» ή «υψηλής ποιότητας»; Μπορεί να υπάρξει μία παγκόσμια συμφωνία όσο αφορά τα παραπάνω; Πως η προσπάθεια μας να εξετάσουμε την ποιότητα της δημοκρατίας, θα μπορούσε να αποφύγει τα πατερναλιστικά μοντέλα στα οποία οι παλαιότερες δημοκρατίες φαντάζουν ως ισχυρά μοντέλα τα οποία δεν χρήζουν επανεξέτασης; Με ποιον τρόπο η εκτίμηση της ποιότητας μίας δημοκρατίας θα μπορούσε να είναι χρήσιμη σε πολιτικούς αναμορφωτές, ακτιβιστές της κοινωνίας των πολιτών και όλους όσους επιθυμούν να βρουν πρακτικούς τρόπους να βελτιώσουν την δημοκρατία; Αυτές είναι μόνο μερικές από τις ερωτήσεις οι οποίες απασχολούν αυτό το διαρκώς διευρυνόμενο πεδίο μελέτης.

Θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τα στοιχεία ποιότητας μίας δημοκρατίας (ελευθερία, κράτος δικαίου, κάθετη λογοδοσία, ικανότητα απόκρισης, ισότητα) καθώς και την σχέση που έχουν με τα υπόλοιπα στοιχεία, πιθανούς δείκτες για την μέτρηση των στοιχείων ποιότητας, τον προσδιορισμό των μηχανισμών με τους οποίους το κάθε στοιχείο μπορεί να υπονομεύεται στον πραγματικό κόσμο και την πρόταση (όπου αυτό είναι δυνατόν) πολιτικών πρακτικών. Το πλήρες πλαίσιο περιλαμβάνει οκτώ στοιχεία, τα πέντε που αναφέρθηκαν παραπάνω, συν το επίπεδο συμμετοχής, την ύπαρξη ανταγωνισμού και την οριζόντια λογοδοσία. Άλλοι δείκτες – στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνουν την διαφάνεια και την αποτελεσματικότητα της αντιπροσώπευσης. Οι διαφορετικές πλευρές μιας ποιοτικής δημοκρατίας αλληλοκαλύπτονται, αλλά, παρόλα αυτά, επιλέξαμε τις τελευταίες δύο ως μέλη των βασικών μας στοιχείων.

Προσπαθήσαμε επίσης να προσδιορίσουμε μερικούς από τους τρόπους με τους οποίους τα στοιχεία μιας ποιοτικής δημοκρατίας όχι μόνο επικαλύπτονται αλλά και αλληλεξαρτώνται, σχηματίζοντας ένα σύστημα στο οποίο η βελτίωση ενός στοιχείου (όπως για παράδειγμα της συμμετοχής) μπορεί να έχει επωφελή αποτελέσματα σε άλλα (όπως η ισότητα και η λογοδοσία). Παρόλα αυτά, την ίδια στιγμή, μπορούν να υπάρξουν ανταγωνιστικές τάσεις (trade-offs) μεταξύ των στοιχείων ποιότητας μιας δημοκρατίας, κάτι το οποίο κάνει αδύνατη την μεγιστοποίηση όλων των στοιχείων ταυτόχρονα.  Με αυτή την λογική, κάθε δημοκρατική χώρα θα πρέπει να προχωρήσει σε ιδιαίτερες (σύμφωνες με τα μοναδικά χαρακτηριστικά της) και προσανατολισμένες σε συγκεκριμένες αξίες επιλογές σχετικά με το είδος της δημοκρατίας το οποίο επιθυμεί να δημιουργηθεί.

Το να μιλάμε για μία «καλή» ή «ποιοτική» δημοκρατία προϋποθέτει να γνωρίζουμε τι είναι μια δημοκρατία. Έτσι, κατ’ ελάχιστον, μια δημοκρατία απαιτεί:

1) καθολικό δικαίωμα ψήφου όλων των ενηλίκων

2) τακτικές, ελεύθερες, ανταγωνιστικές και δίκαιες εκλογές

3) περισσότερα από ένα σημαντικά κόμματα και

4) εναλλακτικές πηγές πληροφόρησης

Αν οι εκλογές είναι πραγματικά ελεύθερες και δίκαιες, θα πρέπει να υπάρχει ένας βαθμός ατομικών και πολιτικών ελευθεριών πέρα από την εκλογική διαδικασία, ο οποίος θα επιτρέπει στους πολίτες να οργανώνονται και να εκφράζουν τις πολιτικές τους πεποιθήσεις και συμφέροντα. Αν μία χώρα ικανοποιεί τις παραπάνω προϋποθέσεις, επιπρόσθετη εμπειρική ανάλυση μπορεί να απαντήσει στο κατά πόσο επιτυγχάνει τους τρεις βασικούς σκοπούς μίας ιδανικής δημοκρατίας, δηλαδή τον σεβασμό και την διεύρυνση των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, την λαϊκή κυριαρχία (έλεγχος επί των ακολουθούμενων πολιτικών, καθώς και επί των πολιτικών που τις επιλέγουν) και την πολιτική ισότητα (στα παραπάνω δικαιώματα και ισχύ), καθώς και άλλα ευρύτερα χαρακτηριστικά μίας χρηστής διακυβέρνησης (όπως η διαφάνεια, η νομιμοφροσύνη και η αρχή της αρμοδιότητας). Επιπρόσθετα του ορισμού της «δημοκρατίας», οφείλουμε να ορίσουμε με ξεκάθαρο τρόπο την «ποιότητα». Μία έρευνα της χρήσης του όρου στα πεδία της βιομηχανικής παραγωγής και του μάρκετινγκ μας δίνει τρεις διαφορετικές έννοιες της ποιότητας, κάθε μία με διαφορετικές συνεπαγωγές όσο αφορά την εμπειρική έρευνα.

Διαδικασία: ένα «ποιοτικό» προϊόν είναι αποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης, ακριβούς και ελεγχόμενης διαδικασίας, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με λεπτομερείς και επαναλαμβανόμενες μεθόδους και χρονικά διαστήματα.

Περιεχόμενο: η ποιότητα ενυπάρχει στα δομικά χαρακτηριστικά ενός προϊόντος , όπως είναι ο σχεδιασμός του, τα υλικά από τα οποία αποτελείται και η λειτουργία του.

Αποτέλεσμα: η ποιότητα ενός υλικού ή μίας υπηρεσίας είναι έμμεσα συνδεδεμένη με τον βαθμό ικανοποίησης του πελάτη, ανεξάρτητα από τον τρόπο που παράγεται ή το πραγματικό του περιεχόμενο.”

Έχουμε λοιπόν μία εύληπτη και μάλλον συντηρητική εισαγωγή η οποία περιγράφει τα απολύτως απαραίτητα στοιχεία μίας δημοκρατίας (και τα οποία προφανώς από μόνα τους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν την λαϊκή κυριαρχία), καθώς και μία πρώτη προσέγγιση όσο αφορά τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να αποτιμήσουμε γενικότερα την ποιότητα.

Στο επόμενο κείμενο θα δούμε αναλυτικότερα το πως οι Morlino και Diamond εξετάζουν την ποιότητα μίας δημοκρατίας.

Μετάφραση και επιμέλεια Βουρλής Πέτρος

Η Πρωτοβουλία προσκεκλημένη σε ημερίδα για το Σύνταγμα

Την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017 ώρα 11.00 στο Δημοτικό Συνεδριακό Κέντρο Δήμου Ιωνίας ο Σύνδεσμος Εθνικής Ενότητας διοργανώνει ημερίδα με τίτλο : “Χρειάζεται η Ελλάς Νέο Σύνταγμα;” Μεταξύ των προσκεκλημένων ομιλητών περιλαμβάνεται και ο Χρήστος Λυντέρης, μέλος της Πρωτοβουλίας για ριζική Συνταγματική Αλλαγή. Το Πρόγραμμα της ημερίδας έχει ως εξης:16265910_911791115590933_6280296019821702663_n

Το στοίχημα της λαϊκής συμμετοχής

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από όταν ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας είχε παρουσιάσει τις προτάσεις της κυβέρνησης για τη συνταγματική αναθεώρηση, κάνοντας μάλιστα συχνά λόγο για μια «νέα μεταπολίτευση»:

«Από εδώ, από τη Βουλή των Ελλήνων, τον ναό της δημοκρατίας, σας καλώ όλες και όλους, όλες τις πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του τόπου και πρώτα απ’ όλα τους ίδιους τους πολίτες, τον ίδιο τον λαό, σε έναν ευρύ, ανοικτό και γόνιμο διάλογο για ένα νέο Σύνταγμα που θα σηματοδοτήσει τη νέα μεταπολίτευση», είχε δηλώσει, απευθύνοντας ανοιχτή πρόσκληση προς τους πολίτες.

Και ενώ η συνταγματική αναθεώρηση τέθηκε στο προσκήνιο, στην ίδια θέση έθεσε ο πρωθυπουργός και τη διαδικασία πραγμάτωσής της.

«Οση σημασία έχει το περιεχόμενο της συνταγματικής αναθεώρησης άλλη τόση, ίσως και περισσότερη, έχει ο τρόπος που θα φτάσουμε σε αυτήν», είχε πει συγκεκριμένα.

Το ενδιαφέρον αυτής της διαδικασίας είναι πως για πρώτη φορά στην Ελλάδα θα ανοίξει άμεσος διάλογος με την κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα και ανοιχτός σε κάθε πολίτη, συλλογικότητα και κοινωνική ομάδα.

Οι πρώτες συνεδριάσεις

Ακριβώς πάνω σε αυτή τη λογική, συγκροτήθηκε η Επιτροπή Διαλόγου για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με πρόεδρο τον κοσμήτορα της Σχολής Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Μιχάλη Σπουρδαλάκη, και μέλη από τον ακαδημαϊκό χώρο, τον επιχειρηματικό, καθώς και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση (πίνακας).

Η επιτροπή απέκτησε νομική υπόσταση πριν από έναν μήνα (μέσω σχετικού ΦΕΚ) και ήδη έχει συνεδριάσει τρεις φορές: στην πρώτη ήταν παρών και ο πρωθυπουργός και από κει και πέρα, συντονίζει αυτόνομα τις ενέργειές της, σύμφωνα, βέβαια, με το αρχικό πλαίσιο και τους άξονες που έχουν τεθεί από την ίδια την κυβέρνηση (πίνακας).

Συνομιλήσαμε διεξοδικά με τον πρόεδρο της επιτροπής, κ. Σπουρδαλάκη, ο οποίος περιέγραψε λεπτομερώς τα βήματα της διαδικασίας που θα ακολουθηθεί:

«Πρόκειται για μια εντελώς πρωτόγνωρη διαδικασία και ταυτόχρονα εξαιρετικά σημαντική, καθώς θέτει τον ίδιο τον λαό, τον ίδιο τον πολίτη, ως υποκείμενο της δημοκρατίας και τον λόγο αυτού σε πρώτο πλάνο.

Κατ’ αρχήν, να διευκρινίσουμε πως η αναθεωρητική διαδικασία, σύμφωνα με το 110 του Συντάγματος, ξεκινάει από την πρωτοβουλία 50 βουλευτών. Αυτό δεν έχει γίνει ακόμη.

Βρισκόμαστε στην προ-αναθεωρητική διαδικασία, που αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί μέχρι το καλοκαίρι. Οταν παραδώσουμε τα αποτελέσματα αυτής, η δική μας δουλειά τελειώνει και ξεκινάει η πρώτη φάση της αναθεώρησης: 50 τουλάχιστον βουλευτές παίρνουν την πρωτοβουλία και ζητούν να ξεκινήσει η διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος.

Εν συνεχεία, καθορίζεται τι είναι αναθεωρητέο και η συζήτηση ξεκινάει στην επόμενη Βουλή, αφού δηλαδή έχουν μεσολαβήσει εκλογές. Η νέα αυτή Βουλή ορίζει και την ακριβή ατζέντα της αναθεώρησης».

Ο ρόλος της επιτροπής

«Αρχικά έχουν δημιουργηθεί οι βασικοί άξονες που περίπου αγκαλιάζουν όλο το Σύνταγμα, πλην προφανώς του σκληρού πυρήνα του Συντάγματος, το οποίο δεν είναι προφανώς αναθεωρητέο. Πάνω σε αυτούς καλείται η επιτροπή να ανοίξει και να οργανώσει έναν δημόσιο διάλογο, σε σύντομο χρονικό διάστημα» εξηγεί ο κ. Σπουρδαλάκης.

«Πώς θα γίνει αυτό: θα δημιουργηθεί ένας ιστότοπος στον οποίο θα συγκεντρωθεί όλο το σχετικό υλικό. Εκεί θα υπάρχουν τα πάντα, ανοιχτά προς όλους.

Εν τω μεταξύ, οργανώνεται η πλατφόρμα ηλεκτρονικού διαλόγου, προκειμένου μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου να ξεκινήσει η α’ φάση της διαβούλευσης.

Στην πρώτη φάση, θα έχουμε συναντήσεις ως επιτροπή, με βάση τους έξι αρχικούς άξονες, με επιστημονικούς και κοινωνικούς φορείς, διά ζώσης.

Αρχικά με ενώσεις συνταγματολόγων και τους σχετικούς νομικούς, με κοινωνιολόγους και πολιτικούς επιστήμονες και αμέσως μετά με άλλους φορείς, εθνικής αλλά και τοπικής εμβέλειας.

Το λέω γιατί θέλουμε να μιλήσουμε με συλλογικότητες που δεν έχουν κατ’ ανάγκην την τυπική θεσμική αναγνώριση. Διότι αν θέλεις να πιάσεις τον παλμό της κοινωνίας στο μέλλον, πρέπει να καταλάβεις τι συμβαίνει στο παρόν.

Υπάρχουν, π.χ., εκατοντάδες οργανώσεις για την κοινωνική οικονομία που, ακριβώς επειδή κινούνται σε πειραματικό κοινωνικό επίπεδο, έχουν να προσφέρουν πολλές ιδέες. Κανένας δεν αποκλείεται από αυτή τη διαδικασία.

Εμείς ακούμε: είμαστε το μεγάλο αυτί που προσπαθεί να συνθέσει απόψεις της κοινωνίας στους άξονες που συζητάμε ή ενδεχομένως και άλλους.

Αμέσως μετά θα κάνουμε 13 διήμερα συναντήσεων στις πρωτεύουσες των περιφερειών, από τέλη Μαρτίου, όπου θα συνομιλήσουμε με περιφερειακούς φορείς, αλλά και με όσους ανεξαιρέτως θέλουν να συμμετάσχουν σε αυτόν τον διάλογο (κοινωνικές συλλογικότητες, επιστημονικές ομάδες, πανεπιστήμια κ.λπ.).

Κατόπιν, θα περάσουμε στη β’ φάση της ηλεκτρονικής διαβούλευσης, με διάρκεια έως τέλη Ιουνίου. Αυτό θα μας δώσει τη δυνατότητα να έχουμε μια πρώτη έκθεση στα μέσα Ιουλίου και την πλήρη έκθεση τον Σεπτέμβριο».

Για την ηλεκτρονική διαβούλευση

«Η συμμετοχή θα είναι οργανωμένη, ανοιχτή, ελεύθερη, αλλά όχι άναρχη. Θα γίνεται με ελευθερία αλλά και υπευθυνότητα.

Εχουμε επιλέξει ως επιτροπή έναν σχετικά υψηλό βαθμό διαπίστευσης των πολιτών που θα συμμετάσχουν ώστε να αποφύγουμε συμπεριφορές στιλ “τρολ” ή επιθέσεις υπονόμευσης της σοβαρότητας και της ασφάλειας του συστήματος.

Στην κατεύθυνση αυτή πολύτιμη είναι η συνεργασία της Γενικής Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης, που θα φέρουν την ευθύνη για την ηλεκτρονική πλατφόρμα.

Η δική μας άποψη είναι πως η διαπίστευση πρέπει να είναι τέτοια που να διατηρήσει τη σοβαρότητα του εγχειρήματος. Με βάση αυτό, προς το παρόν σκεφτόμαστε πως θα μπορούν να συμμετάσχουν όλοι οι Ελληνες πολίτες που έχουν ΑΦΜ.

Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει περίπτωση συμμετοχής ατόμου με κατασκευασμένα στοιχεία.

Δεν είναι υποχρεωτικό να μας δίνει κάποιος το όνομά του αν δεν θέλει. Αλλά πρέπει μέσω του ΑΦΜ να μπορούμε να πιστοποιήσουμε πως αυτός που γράφει είναι: Ελληνας πολίτης ή νομικό πρόσωπο που επιθυμεί ή που αισθάνεται την υποχρέωση συμμετοχής σε αυτή τη διαδικασία.

Τώρα αν κάποιος πολίτης δεν επιθυμεί ή δεν δύναται να συμμετάσχει στην ηλεκτρονική διαβούλευση με τους παραπάνω όρους, θα μπορεί πάντα να στείλει τις απόψεις του στην ηλεκτρονική διεύθυνση της επιτροπής, που θα κοινοποιηθεί πολύ σύντομα (π.χ. η τάξη ενός σχολείου ή μια ομάδα γυναικών προσφύγων κ.ά., που δεν έχουν ΑΦΜ).

Ολες οι προτάσεις θα ληφθούν υπόψη. Αναφορικά με τα ερωτηματολόγια, οι συμμετέχοντες έχουν τη δυνατότητα να επιλέξουν σε ποιες θεματικές και σε ποια ερωτήματα επιθυμούν να απαντήσουν.

Απλά, το εγχείρημα είναι εξαιρετικά σοβαρό και χρειάζεται πολύ καλή και σωστή οργάνωση αλλά και προστασία».

Συμπερασματικά

«Το υλικό αυτό θα βοηθήσει τους ειδικούς που θα συνδράμουν με τη σειρά τους το Κοινοβούλιο στην αναθεωρητική διαδικασία που ήδη έχει εξαγγελθεί.

Αποστολή της επιτροπής αυτής είναι να συλλέξει τις απόψεις του ίδιου του λαού ως υποκειμένου της δημοκρατίας (και επιμένω σ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό, που υπάρχει και στο Σύνταγμα), μέσω αυτής της διαδικασίας που περιγράψαμε.

Με σοβαρότητα, συστηματικότητα, πλουραλισμό και ελευθερία. Μακριά από λογικές δημοψηφισματικού χαρακτήρα – πρόκειται για κατάθεση απόψεων και όχι “είσαι υπέρ του ενός ή του άλλου”.

Είναι κάτι που γίνεται για πρώτη φορά και αποτελεί πρωτοβουλία του πρωθυπουργού. Ουσιαστικά, αποτελεί μια πρόσκληση στην κατεύθυνση διεύρυνσης της δημοκρατίας και της συμμετοχής των πολιτών στα κοινά.

Ωστόσο το εγχείρημά μας απαιτεί πολύ μεγάλη προσοχή, ακριβώς γιατί αυτή η ποιοτική, ουσιαστική και διαδικαστική διεύρυνση της δημοκρατίας μπορεί εύκολα, με την παντοκρατορία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης αλλά και των μίντια εν γένει, να εξοκείλει.

Γι’ αυτό και εμείς είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί στο πώς και με ποιον τρόπο συστηματικά θα ενημερώνεται η κοινή γνώμη, ώστε να μπορέσει να συμμετάσχει στον διάλογο. Βιασύνες και προχειρότητες δεν νοούνται».

Επί προσωπικού

«Αποδέχθηκα τη θέση του προέδρου της επιτροπής, καθώς πιστεύω βαθιά στη σημασία της διαδικασίας αυτής. Τόσο εγώ όσο και τα μέλη της επιτροπής αποδεχόμαστε την ευθύνη, καθώς και τη βέβαιη κριτική.

Ελπίζουμε στο τέλος αυτής της διαδρομής να προκύψει ένα κεκτημένο διαλόγου που να αξιοποιηθεί στην αναθεωρητική διαδικασία. Αυτή θα είναι η ανταμοιβή μας.

Δεν αμειβόμαστε για τον χρόνο και το έργο που προσφέρουμε γιατί πιστεύουμε στη σημασία της δημοκρατικής συμμετοχής. Και εγώ γι’ αυτό είμαι εδώ. Γιατί το πιστεύω βαθιά.

Είναι σημαντικό να αναδειχθεί ο λαός, ως υποκείμενο της δημοκρατίας, μέσω μιας διαδικασίας που τον ενδιαφέρει και τον επηρεάζει άμεσα, όπως είναι αυτή της αναθεώρησης του Συντάγματος».

Πηγή: efsyn.gr

Γράµµα στην κίνηση πολιτών «ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΡΙΖΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ»

Φίλες/Φίλοι, «Το συνταγµατικό µας πρόβληµα είναι πολύ σοβαρό για να το αφήσουµε στους συνταγµατολόγους.» Έτσι σχολίασα στο facebook την ανάρτηση για την συζήτηση που διοργανώνετε µε θέµα «Τα όρια της αναθεωρητικής εξουσίας και η αναθεώρηση του άρθρου 110 του Συντάγµατος». Καθώς ο συντονιστής της προγραµµατισµένης συζήτησης κ. Πέτρος Χασάπης εξέφρασε κατ’ αρχήν ενδιαφέρον για τον ως άνω ισχυρισµό του υποφαινόµενου, θα προσπαθήσω πρώτα να σας πείσω ότι η ευγενική προσπάθειά σας είναι ατυχώς αλυσιτελής. Όσο εγκλωβίζεσθε σε αποκλειστικώς συνταγµατολογικής υφής αναζητήσεις – διευκρινίζω. Εξελίσσεται – αντιστοίχως – επιτηδευµένη προσπάθεια εγκλωβισµού όλων µας σε ατέρµονες και ατελέσφορες συζητήσεις. Γι’ αυτό – νοµίζω – αξίζει να ρίξουµε µία µατιά σε κάποια γεγονότα, ώστε να αποκαλυφθεί η παγίδα και η σκευωρία. Χρειάζεται να βρούµε τρόπο να αρχίσουµε να ξηλώνουµε το «πουλόβερ». Για νοµικούς και συνταγµατολόγους, νοµίζω ότι το καλύτερο πρόσφορο έναυσµα σκέψεων είναι µία προσεκτική µατιά στην συζήτηση της 27ης Ιουνίου 2015 στην Βουλή, για την έγκριση προκήρυξης δηµοψηφίσµατος. Προβλήθηκε από το βήµα της Βουλής άποψη περί αντισυνταγµατικότητας του δηµοψηφίσµατος. Και ο αντίλογος δεν έπεισε τους αγωνιούντες τηλεθεατές – τουλάχιστον επί της πλήρους ανεδαφικότητας του ισχυρισµού. Θυµίζω τι αναφέρει ακριβώς η σχετική διάταξη του Συντάγµατος (αρθρ.44, παρ.2) : *2. Ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας προκηρύσσει µε διάταγµα δηµοψήφισµα για κρίσιµα εθνικά θέµατα, ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθµού των βουλευτών, που λαµβάνεται µε πρόταση του Υπουργικού Συµβουλίου. ∆ηµοψήφισµα προκηρύσσεται από τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας µε διάταγµα και για ψηφισµένα νοµοσχέδια που ρυθµίζουν σοβαρό κοινωνικό ζήτηµα, εκτός από τα δηµοσιονοµικά, εφόσον αυτό αποφασιστεί ( κ.λ.π.) Κάποιος που έχει στοιχειώδεις νοµικές γνώσεις, έστω πρωτοετούς της Νοµικής, αντιλαµβάνεται ότι τα εντόνως προβληθέντα επιχειρήµατα περί αντισυνταγµατικότητας του δηµοψηφίσµατος, λόγω δηµοσιονοµικής φύσεως του ερωτήµατος, δεν είναι δεκτικά σοβαρής κριτικής. Το επιχείρηµα, όµως, παρέµεινε επιτηδείως αιωρούµενο, συµβάλλοντας σηµαντικά στην δηµιουργία πολωτικού κλίµατος. Και, µε την σειρά του, το πολωτικό κλίµα δικαιολόγησε τα capital controls και πολλά άλλα. Έχω λάθος ή µήπως κάποιοι κάτι παρέλειψαν να υποδείξουν ; Κι αν ναι, γιατί ; Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό δείγµα µεταχειρίσεως των συνταγµατικών επιταγών, είναι ως προς τα προβλεπόµενα στο άρθρο 98 παρ.1 περ. ε του Συντάγµατος. Βάσει αυτού, συντάσσεται κατ’ έτος Έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τον απολογισµό και ισολογισµό του Κράτους. Αποκαλύπτονται κατ’ έτος µύρια όσα, αλλά ουδείς ασχολείται. Το ίδιο το Ανωτάτο ∆ικαστήριο, µάλιστα, φαίνεται να έχει εξοικειωθεί στον ρόλο του «βοώντος εν ερήµω». Στην Έκθεση για το 2014, λόγου χάριν, αναφέρεται χαρακτηριστικά (σελ. 30) : «Παρά τις επανειληµµένες επισηµάνσεις του ∆ικαστηρίου σε ∆ιαδηλώσεις προηγούµενων οικονοµικών ετών, διαπιστώνεται και κατά το υπό εξέταση οικονοµικό έτος η µη ύπαρξη µητρώου παγίων περιουσιακών στοιχείων της Κεντρικής ∆ιοίκησης». Και, µεταξύ άλλων, µαθαίνουµε και για κάποια repos ύψους µόλις € 97.153.994.700,95 (σηµ. : 97 δις). Η σχετική δαπάνη εξυπηρέτησης αυτών των repos υποδεικνύεται απλώς ως «µη προβλεφθείσα στον προϋπολογισµό» (σελ. 10). Ακούσατε κάτι σχετικό ; Κάτι που να εξηγεί γιατί η «επιτυχηµένη» κυβέρνηση χρειάσθηκε «παροχή ρευστότητας», και µάλιστα αυτού του συνολικού ύψους ; Αν – αν ! – πάντως το κρίνετε σηµαντικό, πρόκειται «για πλάτες» των κυβερνόντων στους προκατόχους τους. Και η γενική εικόνα, περί σεβασµού συνταγµατικών θεσµών, είναι εύγλωττη. Για την πλήρη εικόνα σας για τα τεκταινόµενα, θα επικαλεσθώ και ένα πολιτικό δεδοµένο. Ιδού απόσπασµα κειµένου µε ηµεροµηνία 20 Φεβρουαρίου του 2015 : εφαρµογή µεταρρυθµίσεων που έπρεπε να είχαν εφαρµοστεί εδώ και πολύ καιρό για την καταπολέµηση της διαφθοράς και της φοροδιαφυγής και τη βελτίωση της αποτελεσµατικότητας της δηµόσιας διοίκησης Αυτή η πλήρως απαξιωτική αναφορά στα πεπραγµένα των προηγουµένων κυβερνήσεων, δεν είναι κάποια αντιπολιτευτική κορώνα. Ούτε λίγο, ούτε πολύ – είναι επίσηµη «∆ήλωση Eurogroup». Στο άρθρο Ανατοµία της προτάσεως των δανειστών (3/7/15) έχω στοιχειοθετήσει : Η σε βάθος ανάγνωση [ενν. : της προτάσεως]αποκαλύπτει αβίαστα την αποτυχία των προηγουµένων κυβερνήσεων. Όχι µόνο τις ολιγωρίες και ανεπάρκειες, αλλά – πρώτα από όλα ! – την συστηµατική και επιτήδεια συντήρηση της «παράγκας». Η σχετική παράγραφος της «∆ήλωσης του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου» θα είχε – υπό κανονικές συνθήκες – προκαλέσει πολιτικό σεισµό. Γιατί δεν προκάλεσε αλήθεια ; Φίλες/Φίλοι, Επικαλούµαι ενδεικτικά αυτά τα τρία στοιχεία του παρελθόντος για να υποδείξω ακριβώς τον κίνδυνο να εξυπηρετήσετε – άθελά σας ! – τα τρέχοντα σχέδια αυτής της παράγκας. Πώς ; Μιλώντας για λεπτοµέρειες συνταγµατικών αλλαγών, στα πλαίσια του άρθρου 110 κ.λ.π., κ.λ.π. Την ίδια στιγµή που – θρασύτατα – η παράγκα κάνει «λάστιχο» τις διατάξεις του εν ισχύει Συντάγµατος. Ενδεικτικά και µόνον είναι όσα προανέφερα. Εν ολίγοις : Η γνωστή ως «αριστερή παρένθεση» δεν είναι παρά µία εκδοχή γνωστής τυπικής τακτικής κακοµαθηµένου βουτυρόπαιδου. Σκεφθείτε – µέρες που ‘ναι – τον εύπορο µπαµπά να δίνει χρήµατα στον κανακάρη του για να φροντίσει για το βάψιµο του εξοχικού, εν όψει Πάσχα. Ο περί ου, αντί να φροντίσει για βαψίµατα, παίζει τα χρήµατα σε ένα «σίγουρο άλογο» και τα χάνει. Και, για να καλυφθεί, απλώς βάζει φωτιά στο σπίτι. Μόνον που κάποια στιγµή, µοιραία, ο εύπορος µπαµπάς ανακαλύπτει ότι στο εξοχικό δεν µπήκε ποτέ µπογιατζής πριν τη φωτιά … Κάπως έτσι, µία όλως φαιδρή κυβέρνηση, µε τα οφθαλµοφανή λάθη της, καλύπτει αφελώς αυτά που αποκάλυπτε ολόκληρο Eurogroup, µαζί και το Ελεγκτικό Συνέδριο. Και η παράγκα ετοιµάζεται να επανέλθει. Αγνή και παρθένος πιά. Η παρθενορραφή προκύπτει παραστατικώς, εκ συγκρίσεων µε τα µεσολαβήσαντα χειρότερα. Επιτηδείως κατασκευασµένα και υποδαυλισµένα. Φίλες/Φίλοι, Για να µιλήσουµε σοβαρά για ΡΙΖΙΚΗ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ, δεν είναι δυνατόν να µιλάµε στα συνήθη πλαίσια, ούτε στα στενώς συνταγµατολογικά. ∆εν είναι δυνατόν, επί πλέον, να περιµένουµε ότι αυτή η ριζική αλλαγή θα υιοθετηθεί από δύο διαδοχικές κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες. Ούτε είναι δυνατόν να περιµένει η χώρα µας. Τώρα πιά, κατεβαίνουν στους δρόµους και διαδηλώνουν γραβάτες και ταγιέρ. Θα περιµένετε να αποδειχθεί a posteriori ότι η ευγενική προσπάθειά σας είναι ατυχώς αλυσιτελής ; Ακόµη, από νοµικής πλευράς και επί του προκειµένου, εκτιµώ ότι δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί ότι η αρχική µορφή του παρόντος Συντάγµατος εγκρίθηκε µε δηµοψήφισµα. Η αλλαγή από βασιλευοµένη σε προεδρευοµένη δηµοκρατία – όπως γνωρίζετε κάλλιον εµού – δεν έγινε µε συνταγµατικώς προβλεπόµενη διαδικασία. Και οι περιστάσεις είναι κατά πολύ δυσχερέστερες. Ακόµη περισσότερο, είναι κατά πολύ µεγαλύτερες οι άµεσες ανάγκες. Από την άλλη, από ουσιαστικής πλευράς, δεν είναι δυνατόν να µιλάµε σοβαρά για ριζική αλλαγή, χωρίς να έχουµε εδραία άποψη για την ρίζα του προβλήµατος. Πέρα από τρέχουσες παράγκες και τα συναφή, χρειάζεται να δούµε τι φταίει στο Σύνταγµα. Ποιό ακριβώς είναι αυτό το συστηµατικό σφάλµα που παράγει και συντηρεί παράγκες. Περαιτέρω, αν σας ενδιαφέρει η ιδέα της αριστοδηµοκρατίας, που έχω δηµοσίως προτείνει, είµαι στην διάθεσή σας για µία διάλεξη. Τίτλος : Εώµεν τους νόµους καθεύδειν. Τέλος, ευκαιρίας δοθείσης, µήπως θα µπορούσατε να δείτε λίγο και το θέµα µε το δηµοψήφισµα της 5ης Ιουλίου 2015 ; Πώς είναι δυνατόν – διερωτώµαι ο µη νοµικός – νόµοι να ακυρώνουν ευθέως δηµοψήφισµα, και µάλιστα ευρείας πλειοψηφίας του ύψους του 61,3% ;

Κόρινθος 30 Μαρτίου 2016 Κώστας Τζαναβάρας σύµβουλος µηχανικός – συγγραφέας ελεύθερος σκοπευτής πολιτικός ktz1958@gmail.com