Η Δ Ι Α Κ Η Ρ Υ Ξ Η ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΜΑΣ

Επίκαιρη ανάγκη η Ριζική Συνταγματική Αλλαγή από τον Λαό [απόφαση της Ολομέλειας της 28-9-2015 της «Π»] Τον Ιανουάριο του 2012 ένας μικρός αριθμός πολιτών συγκροτήσαμε την «Πρωτοβουλία για Ριζική Συνταγματική Αλλαγή» σαν ώριμη συνέχεια και μετεξέλιξη της λαϊκής αγανάκτησης που είχε ξεσπάσει το καλοκαίρι του 2011 ενάντια στο πολιτικό σύστημα... Κάντε κλικ εδώ για να την διαβάσετε
Πατώντας το παραπάνω εικονίδιο θα μπείτε σε ιστοσελίδα με όλα τα άρθρα του ΙΣΧΥΟΝΤΟΣ Συντάγματος. Σε κάθε άρθρο έχει ενσωματωθεί η ΠΡΟΤΑΣΗ της Πρωτοβουλίας μας. Κάτω από κάθε άρθρο γράφετε τα σχόλιά σας ή προτάσεις αλλαγής του. Ο στόχος είναι να διαμορφωθεί το προσχέδιο ενός νέου Συντάγματος. _______________
 Σχολιασμός άρθρων ισχύοντος Συντάγματος

livestream κανάλι της Πρωτοβουλίας

Τα ανυπέρβλητα όρια της συνταγματικής αναθεώρησης

Pers Sotirelis Giorgos 02a

 

 

Γιώργος Χ. Σωτηρέλης

Kαθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Δημοσιεύθηκε στην Εφ. Συν, 20 Αυγούστου 2016

 

Το πρώτο ζήτημα που νομίζω ότι πρέπει να συζητηθεί, εν όψει της προοπτικής για συνταγματική αναθεώρηση, είναι το ποιες διατάξεις αναθεωρούνται και ποιες όχι.

Και τούτο διότι, παρά τη σαφήνεια του άρθρου 110 του Συντάγματος, διατυπώνεται συχνά, από διάφορες πλευρές και με ποικίλες αφετηρίες ή/και σκοπιμότητες, η άποψη ότι υπάρχει δυνατότητα αλλαγής όχι μόνον της διαδικασίας αναθεώρησης -που είναι νομίζω συνταγματικά επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις- αλλά και των διατάξεων που ορίζονται ρητά ως μη αναθεωρήσιμες. Ας τα δούμε όμως συγκεκριμένα:

Βουλή_10Α. Ως προς τη διαδικασία αναθεώρησης, παρότι υπάρχουν και σεβαστές αντίθετες απόψεις, νομίζω ότι ερμηνευτικά οδηγούμαστε στο ότι το Σύνταγμα επιτρέπει την τροποποίησή της, δεδομένου μάλιστα ότι οι παράγραφοι 2 επ. του άρθρου 110 Σ δεν αναφέρονται ρητά μεταξύ των μη αναθεωρήσιμων διατάξεων της παρ. 1.

Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι μια τέτοια τροποποίηση μπορεί να ξεφύγει από τη λογική του «αυστηρού Συντάγματος», που σημαίνει ότι, σε κάθε περίπτωση, η αναθεώρηση του Συντάγματος πρέπει να είναι δυσχερέστερη, τόσο ως προς τη διαδικασία όσο και ως προς την πλειοψηφία, σε σχέση με την ψήφιση των νόμων.

Στην πρόταση του πρωθυπουργού δεν υπάρχει, κακώς κατά την άποψή μου, καμία σχετική αναφορά. Στην πρόταση των έξι (Αλιβιζάτος κ.λπ.) «για ένα καινοτόμο Σύνταγμα», προβλέπεται πρόταση 50 βουλευτών και υπερψήφισή της σε δύο ψηφοφορίες, διεξαγόμενες στην ίδια Βουλή ή κατ’ εξαίρεσιν σε δύο Βουλές, με πλειοψηφία 3/5.

Ωστόσο θεωρώ ότι θα μπορούσαν να εξεταστούν και άλλες, προσφορότερες ίσως, εναλλακτικές λύσεις, όπως π.χ. το να ανέλθουν οι πλειοψηφίες στα 2/3 (κάτι που ισχύει ήδη για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος και τη συμμετοχή στις εκλογές των εκτός επικρατείας πολιτών), ή/και να προβλεφθεί και η συμμετοχή του εκλογικού σώματος.

Θα μπορούσαν δηλαδή να υιοθετηθούν εν προκειμένω (διαζευκτικά ή σωρευτικά) και θεσμοί που ισχύουν σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η ανάληψη συνταγματικής πρωτοβουλίας και από τους πολίτες, με μεγάλο αριθμό υπογραφών, αλλά και το συνταγματικό δημοψήφισμα (με την ιδέα του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ φλέρταρε έντονα στην τρέχουσα διαδικασία, παρά το ότι δεν προβλέπεται στο ισχύον Σύνταγμα, αλλά παραδόξως δεν το συμπεριέλαβε στην πρότασή του).

Β. Ως προς την παρ. 1 του άρθρου 110, περί μη αναθεωρήσιμων διατάξεων, η απαγόρευση κατά την άποψή μου είναι πλήρης και απόλυτη και δεν καταλείπει περιθώρια οποιασδήποτε τροποποίησης, τόσο ως προς τη μορφή του πολιτεύματος ως «προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας» όσο και ως προς τις εκεί αναφερόμενες επί μέρους αρχές και ελευθερίες (στο σημείο αυτό πάσχει σοβαρά η προαναφερθείσα πρόταση των έξι, διότι αποδεχόμενη αλλαγές σε αυτές τις τελευταίες, έστω και επί τα βελτίω, ανοίγει την κερκόπορτα και για μια συνολική αχρήστευση του άρθρου 110 Σ).

Ιδίως δε πρέπει να υπογραμμιστεί, σε όλους τους τόνους, ότι επιτρέπονται μεν αλλαγές εντός του πλαισίου της προεδρευόμενης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας -όπως για παράδειγμα μια συμβατή με το κοινοβουλευτικό σύστημα ενίσχυση των προεδρικών αρμοδιοτήτων, συνδυαζόμενη, ενδεχομένως, και με άμεση εκλογή του Προέδρου, όπως θα δούμε σε ειδικότερο άρθρο- αλλά δεν επιτρέπεται, σε καμία περίπτωση, αλλαγή του πολιτεύματος, είτε προς την κατεύθυνση της βασιλευόμενης είτε προς την κατεύθυνση της προεδρικής δημοκρατίας. Και τούτο για δύο λόγους:

Πρώτον, διότι ο όρος «προεδρευόμενη κοινοβουλευτική δημοκρατία» δεν είναι ένας όρος-λάστιχο που τανύζεται κατά το δοκούν από τον οποιοδήποτε «ερμηνευτή».

Εχει συγκεκριμένο συνταγματικό περιεχόμενο, καθώς προϋποθέτει αλλά και συνεπάγεται πρώτον ότι ο ανώτατος άρχων θα είναι αιρετός (άμεσα ή έμμεσα) και όχι κληρονομικός και δεύτερον ότι η κυβέρνηση θα έχει επικεφαλής πρωθυπουργό και θα εξαρτάται από την εμπιστοσύνη της Βουλής και όχι του Προέδρου της Δημοκρατίας (που θα την διορίζει κατά το δοκούν και θα προΐσταται αυτής, όπως συμβαίνει με το προεδρικό σύστημα).

Δεύτερον, διότι η αντίληψη ότι όταν το θέλει ο λαός τα συνταγματικά όρια καταρρίπτονται, με «συντακτικές συνελεύσεις» και μη προβλεπόμενα «συνταγματικά δημοψηφίσματα», δεν αποτελεί απλώς την κορυφαία εκδήλωση του συνταγματικού λαϊκισμού.

Ταυτόχρονα δεν είναι συμβατή και με τη συνταγματική ομαλότητα, διότι προϋποθέτει εκτροπή από την ισχύουσα συνταγματική τάξη, είτε επαναστατικής είτε πραξικοπηματικής μορφής.

Και μια τέτοια εκτροπή, πέραν του ότι θα ήταν γενικώς καταστροφική ως προς το κύρος του Συντάγματος και την ασφάλεια δικαίου που αυτό παρέχει, θα αποτελούσε και μια σοβαρή θεσμική οπισθοδρόμηση σε σχέση με το δημοκρατικό κεκτημένο της μεταπολιτευτικής περιόδου, αν αναλογιστούμε ότι η περίοδος αυτή είναι η μόνη της συνταγματικής μας Ιστορίας κατά την οποία έγιναν τρεις αναθεωρήσεις χωρίς καμία παρέκκλιση από τις συνταγματικά προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Τον πειστικότερο πάντως αντίλογο απέναντι σε αυτές τις λαϊκιστικές (και ειδικότερα «δημοκρατικιστικές») παρερμηνείες, παρέχει νομίζω η ίδια η διατύπωση του άρθρου 1 του Συντάγματος, το οποίο δεν ορίζει μόνον ότι «όλες οι εξουσίες πηγάζουν από τον λαό» αλλά και ότι «ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα».

Και το Σύνταγμα ορίζει, στην παρ. 1 του άρθρου 110, ρητά και αναμφίλεκτα, ότι τόσο η μορφή του πολιτεύματος όσο και οι συγκεκριμένες διατάξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό δεν μπορούν να αναθεωρηθούν. Και αυτό δεν μπορεί να αλλάξει ούτε με την επίκληση της «παντοδυναμίας του λαού» ούτε με τη διατύπωση οποιασδήποτε άλλης δημοκρατικοφανούς ερμηνείας.

Εφ. ΣυνΚυριακή 20 Αυγούστου 2016

Πηγή: http://www.efsyn.gr/arthro/ta-anypervlita-oria-tis-syntagmatikis-anatheorisis

 

Η παρούσα ανάρτηση αποσκοπεί στην ενημέρωση των φίλων της Πρωτοβουλίας. Δεν συνεπάγεται τη συμφωνία με τις απόψεις που δημοσιεύονται.

1 comment to Τα ανυπέρβλητα όρια της συνταγματικής αναθεώρησης

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΑΠΤΗΣ

    Αετός ο κ. «καθηγητής»! Απέδειξε επιστημονικά…
    ότι έχουμε ακόμα Βασιλεία στην Ελλάδα!

    Κατά το Σύνταγμα του 1952 (άρθρο 108), «Δεν επιτρέπεται η αναθεώρησις ολοκλήρου του Συντάγματος. Ουδέποτε αναθεωρούνται αι διατάξεις του παρόντος Συντάγματος αι καθορίζουσαι την μορφήν του Πολιτεύματος ως Βασιλευομένης Δημοκρατίας, ως και αι θεμελιώδεις διατάξεις αυτού»!
    Άρα, αφού τα ανυπέρβλητα όρια που ορίζει το κάθε Σύνταγμα είναι κατά τον κ. «καθηγητή» υποχρεωτικώς σεβαστά, το δημοψήφισμα του 1974 και η συντακτική βουλή του 1975 είναι έκνομες πράξεις, που δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα!
    Επομένως (πάντα κατά τον κ. «καθηγητή»), οι αντικείμενες στο νόμιμο Σύνταγμα του 1952 σχετικές πράξεις από το 1973 μέχρι το 1975 θεωρούνται ως μηδέποτε γενόμενες και το νόμιμο πολίτευμα της Ελλάδος είναι ακόμα η Βασιλευόμενη Δημοκρατία, η δε κυβέρνηση που έχουμε σήμερα στερείται νομιμοποίησης, γιατί δεν ορκίστηκε ενώπιον του Βασιλέως! Τελεία και παύλα!

    Παραγνωρίζει ο κ. «καθηγητής», ότι τα ισχύοντα σήμερα σε όλο τον Κόσμο δημοκρατικά πολιτεύματα προέρχονται, είτε πρωτογενώς από ίδρυση κρατών (π.χ. ΗΠΑ 1787), είτε δευτερογενώς από κατάλυση του προϋφιστάμενου πολιτεύματος (π.χ. Γαλλία 1789). Στη δεύτερη περίπτωση, το νέο πολίτευμα έλκει τη νομιμοποίησή του από τη λαϊκή κυριαρχία και από τις έκτακτες συνθήκες που το επέβαλαν. Και αυτό διδάσκει ο κ. «καθηγητής» στους φοιτητές του, αν και εν προκειμένω το αποσιωπά σκοπίμως για δικούς του λόγους!
    Πολιτικά, αλλά και φιλοσοφικά και λογικά και ετυμολογικά, η λαϊκή κυριαρχία είναι εξ ορισμού απεριόριστη, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν «κυριαρχία», και αυτή η αλήθεια δεν μπορεί να αναιρεθεί με νομικισμούς. Οι διατάξεις περί μη αναθεωρητέων διατάξεων, που τίθενται στα διάφορα Συντάγματα, είναι πρακτικά ανίσχυρες ενώπιον εκτάκτων συνθηκών και αυτό το γνωρίζουν αυτοί που τις θέτουν. Σε κάθε περίπτωση, η θεραπεία της σχετικής παρατυπίας δεν επαφίεται στον συγκαλούντα το σχετικό δημοψήφισμα ηγέτη (τελούσα υπό αίρεση μέχρι της λαϊκής εγκρίσεως), αλλά επέρχεται de jure και γνησίως δια της λαϊκής εγκρίσεως, αφού -ταυτόχρονα με την έγκριση του νέου πολιτεύματος- ο λαός συναινεί προδήλως και στη θεωρητικώς παράτυπη σύγκληση λόγω των εκτάκτων συνθηκών (όπως γίνεται στις Γεν. Συνελεύσεις εταιρειών και σωματείων, όπου το σώμα συνεγκρίνει την έκτακτη σύγκληση).
    Επιστημονικά λοιπόν, το εξεταστέο ζήτημα είναι αν συντρέχουν πραγματικά οι έκτακτες συνθήκες που επέβαλαν τη ριζική αλλαγή στο πολίτευμα και όχι βέβαια αν ο λαός είχε δικαίωμα να το πράξει. Κατά την άποψή μου, αν ο κ. «καθηγητής» στέκεται στο γράμμα του Συντάγματος και δεν βλέπει τις έκτακτες ιστορικές περιστάσεις υπό τις οποίες τελεί η πλήρως καθημαγμένη Χώρα (με τριπλή μάλιστα αιτιολογία, λόγω της συνδρομής τριών καταστροφικών παραγόντων, ήτοι -κατά χρονολογική σειρά- παράλυτου πολιτεύματος, οικονομικής καταστροφής και μερικής ξένης κατοχής), θεωρητικολογεί εκτός τόπου και χρόνου, αγνοώντας τα κυριότερα (κραυγαλέα) δεδομένα του προβλήματος!
    Αυτός είναι και ο λόγος που προτίμησα -λόγω ευγενείας- τα εισαγωγικά στον τίτλο του καθηγητή, αντί να εκφρασθώ όπως θα του έπρεπε! 🙁

Leave a Reply

  

  

  


2 + 6 =